Τα νέα κόμματα, οι εκλογές και το τραγούδι της χορωδίας

Του Πέτρου Σατραζάνη

             

Πώς καταφέρνει ένας σχηματισμός, ένα κίνημα πολιτών, ένα κόμμα, μια συσπείρωση ανθρώπων γύρω από κοινά αποδεκτό πρόγραμμα και στόχο να οργανώνεται και να κατεβαίνει σε εκλογική αναμέτρηση; Μα φυσικά έχοντας το όραμα της νίκης, προσβλέποντας στη νίκη.
Νίκη χωρίς στρατηγική στόχευση και προετοιμασία δεν υφίσταται.
Εξάλλου, τι είναι ή τι σημαίνει η νίκη;

Νίκη είναι η επικράτηση του ενός έναντι του άλλου· νίκη είναι και ένας ελιγμός που μοιάζει με ήττα. Τη νίκη την προσδιορίζει το βάθος του ρήγματος που κατορθώνει στον αντίπαλο, καθώς καμία νίκη και καμία ήττα δεν είναι για πάντα.
Εκλογική νίκη σημαίνει κάθισμα στα βουλευτικά έδρανα. Όταν ο εκπρόσωπος δικαιώνει το εκλογικό του έρεισμα κι ετοιμάζεται να αναλάβει το αξίωμα, απειλείται με καθίζηση. Με τη μεγαλύτερη καθίζηση: να βουλιάξει στο αφράτο κάθισμα της ίδιας του της καρέκλας.
Η ζωή δε χαρίζει τίποτα κι έτσι, για κάθε εκπροσώπηση που ανατίθεται, μια ευθύνη αναδύεται. Αίσθημα ευθύνης και πολιτική αρένα δύσκολα συνταιριάζουν, αν και συχνά τα ακούμε μαζί.
Η επικίνδυνη λέξη «εξουσία» σπανιότατα προφέρεται. Είναι «τζιζ», σαν να λέμε ότι αυτό που κατεβαίνει στην αγορά προς πώληση δεν έχει στόχο να πωληθεί. Αλλιώς δε θα μιλούσαμε για αγορά αλλά για έκθεση ιδεών.
Εάν οι Έλληνες αγαπάνε να μισούνε ό,τι αγαπούνε και η Ελλάς πωλείται σε κάθε διαμέρισμα 100 τ.μ. που έγινε τρία μικρά για να γίνουν Airbnb, η κινδυνομανία μοιάζει με την καλύτερη επένδυση για το μέλλον των παιδιών της.
Σε ένα παρόν που παραμένει άσκεφτο, η ακόρεστη ανάγκη αυτού του κόσμου να τραγουδάει καημούς και ντέρτια που δεν έχει καν ζήσει αποδίδει το ύφος του παρόντος ελληνικού.
Η «ιστορικότητα» παλαιών κομμάτων είναι το μόνο τους αποκούμπι, αλλά για το παρόν, το καθημερινό, που πάνω του καρπίζει το μέλλον, εκεί κουβέντα για την ταμπακιέρα.
Καμία πεποίθηση πλέον δεν είναι θέσφατη κι αυτό έχει ενδιαφέρον.

Πριν λίγα χρόνια η αναφορά της λέξης «Εβραίος» σε μια φράση κινούσε υποψίες αντισημιτισμού και η λοξή ματιά του συνομιλητή, κοφτερή, σε διαπερνούσε. Σήμερα οι ίδιοι ανατριχιάζουν στο άκουσμα της λέξης «Ισραήλ».
Σε μια ενδιαφέρουσα εποχή παραίτησης εγκωμιάζεται το μονοσήμαντα «ιδεολογικό» και επανεκδίδεται με νέο εξώφυλλο το «θρυλικό», το μιας άλλης εποχής.
Ακόμη κι αν αυτή η εποχή υπήρξε φρικτή κι ανίερη ως προς ό,τι χρηστό, μοιάζει σήμερα να λατρεύεται. Αρκεί να τελειώσει με ένα τραγούδι – παλιό κατά προτίμηση – καθώς τα «παλιά» είναι πάντα στο ρεπερτόριο, γιατί συμβολίζουν κάτι που δε ζήσαμε· άρα, νιώθοντας ασφαλείς, είμαστε λιγότερο υπεύθυνοι απέναντί του.
Νίκη και κάθισμα στα βουλευτικά έδρανα σημαίνει ότι όλα τα καλά παιδιά της τάξης «Βουλή» τραγουδούν το ίδιο άσμα σαν μια χορωδία.
Ο μαέστρος το διευθύνει, εγγυάται για την καλή απόδοση της παρτιτούρας, αλλά το έργο είναι πάντα του ίδιου συνθέτη. Λίγες αλλαγές μπορεί να κάνει κανείς στο έργο – καμία, για την ακρίβεια.
Στη χορωδία αυτή, άλλα παιδάκια είναι παράφωνα, άλλα καλλίφωνα, άλλα βαριούνται, άλλα είναι θυμωμένα. Ωστόσο, όλα τους τραγουδούν και, παρά τους χρωματισμούς και τις παρατονισμένες συνηχήσεις, άλλοτε κάνουν διφωνίες, τριφωνίες, και όλα μαζί συνθέτουν την αρμονία του έργου.
Πάντα υπό τη μπαγκέτα του ίδιου μαέστρου.

Οι ερμηνείες πολλές και οι θεατές δεν μπορεί να είναι πάντα ευχαριστημένοι. Πότε, στ’ αλήθεια, θα ακουστεί κι ένα τραγούδι καινούργιο, ανέμελο, απροσδόκητο, που δε θα ’χει αναγγελθεί από κανέναν;
Μέχρι τότε, ο μαέστρος, κάνοντας κρακ τα χέρια του, ανοίγει την επόμενη σελίδα της παρτιτούρας κι ετοιμάζεται να διευθύνει ξανά το ίδιο έργο – μάλλον με άλλους μουσικούς αυτή τη φορά – δοκιμάζοντας πότε πότε και κανέναν μικρό σπασμό ή τίναγμα, έτσι για να μην βαρεθούν οι θεατές απ’ τις πολλές ακροάσεις και νομίζουν ότι ακούνε άλλο έργο.