
Του Παντελή Μπουκάλα

Το όνομα του Πότη Στρατίκη, του συγγραφέα του Μικρού Σερίφη που πέθανε προχθές, δεν το ξέραμε. Ούτε το όνομα του Θέμου Ανδρεόπουλου, που εικονογραφούσε τα τεύχη. Βλέπαμε ένα «Κώστας Φωτεινός» στο τέλος κάθε ιστορίας, αλλά αυτό δεν μας έβγαζε από το μυαλό την υποψία ότι όσα διαβάζαμε τα έγραφε κάποιος ξένος· το προτιμούσαμε, φαίνεται, να δοξάζεται ένα Ελληνόπουλο από κάποιον αλλοδαπό. Και, φυσικά, δεν ξέραμε πού πέφτει το Τέξας, το Κολοράντο, η Νεβάδα, τα Απαλάχια. Τον χάρτη τον έφτιαχνε η φαντασία μας, με ψηλά, χιονισμένα βουνά και άγρια ποτάμια, με πόλεις όλο σκόνη και πιστολίδι, αλλά και με απέραντες ερήμους.
Κάπου εκεί μακριά, όχι στην Ελλάδα πια, όπως ο Γιώργος Θαλάσσης, αλλά στο Φαρ Ουέστ, ζούσε και θριάμβευε ένα δικό μας παιδί, ο Τζιμ Ανταμς, το «γενναίο Ελληνόπουλο». Ο Δημήτρης Αδαμόπουλος, δηλαδή. Τον πατέρα του, τον Γεώργιο Αδαμόπουλο, που μετανάστευσε από τη Σπάρτη κι έγινε σερίφης, τον είχε σκοτώσει ο Ελ Ατατούρκ, Τούρκος κακοποιός. Ο ορφανός Τζιμ, στα δεκαοκτώ του, κι άλλα τρία ορφανά, η Ντιάνα Μόρισον, ο Μεξικανάκος Πεπίτο Γκονζάλες με τον γάιδαρό του τον Πελεγκρίνο και ο Τσιπιρίπο, ένα πανέξυπνο Ινδιανάκι της φυλής των Κομάντσι, οργώνουν την Αγρια Δύση για να την εξημερώσουν. Ενα ανάποδο οριεντάλ, πριν μάθουμε τι σημαίνει «οριενταλισμός». Χρόνια αργότερα, όταν τα γουέστερν της οκάς μάς έδειχναν όλους τους Ινδιάνους σαν μοχθηρούς μακελάρηδες αθώων λευκών και όλους τους Μεξικανούς σαν κατσαπλιάδες, ο Τσιπιρίπο και ο Πεπίτο ψιθύριζαν στο αυτί μας, έστω όλο και πιο αδύναμα, πως τα πράγματα ίσως και να μην ήταν έτσι. Και πια συμφωνούσε μαζί τους ο Λουίς Λ’ Αμούρ και ο Λούκυ Λουκ.
Πηγή: Η Καθημερινή

