
Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Ο κόσμος μας μοιάζει με μια σκηνή θεάτρου όπου οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει το νόημα του έργου. Οι προβολείς φωτίζουν πλούτη, πολέμους και αριθμούς, ενώ πίσω από την αυλαία στέκουν σκιές ανθρώπων που κάποτε πίστευαν πως η ιστορία γράφεται από συνείδηση και όχι από ισολογισμούς.
Στους ουρανούς της εποχής μας δεν ίπτανται μόνο δορυφόροι. Ταξιδεύουν και δισεκατομμύρια. Ρέουν σαν ποτάμια από λογαριασμό σε λογαριασμό, από επένδυση σε επένδυση, από πόλεμο σε πόλεμο. Κι όσο το χρήμα υψώνεται σαν ατσάλινος πύργος, τόσο ο άνθρωπος μικραίνει.
Οι πόλεμοι πια δεν ανακοινώνονται με τύμπανα. Δημοσιοποιούνται με δείκτες χρηματιστηρίων. Μια έκρηξη στη Μέση Ανατολή δεν είναι μόνο κρατήρας στη γη. Προκαλεί και κύματα στις τιμές του πετρελαίου. Μια σύγκρουση δεν έχει μόνο αίμα και σκόνη. Είναι συνάμα και μια ευκαιρία για επενδυτές που κοιτούν τον κόσμο μέσα από τις οθόνες των υπολογιστών τους.
Κάποτε ο άνθρωπος ύψωνε τα μάτια στον ουρανό για να ζητήσει σοφία. Σήμερα τα σηκώνει για να ελέγξει το σήμα του διαδικτύου.
Και κάτω από αυτόν τον ουρανό, οι άρχοντες της εποχής μας δεν έχουν στέμματα. Φοράνε κοστούμια, κρατούν μετοχές και μιλούν σε συνέδρια για «ανάπτυξη», «καινοτομία», «γεωπολιτική σταθερότητα».
Οι λέξεις κυλούν εύκολα. Μα πίσω από αυτές υπάρχει πάντα ο ίδιος μηχανισμός: η συσσώρευση.
Οι περιουσίες των ισχυρών έχουν φτάσει σε ύψη που μοιάζουν μυθικά. Αριθμοί που δεν χωρούν στην ανθρώπινη φαντασία. Δισεκατομμύρια πάνω σε δισεκατομμύρια, σαν στρώματα από χρυσό που υψώνονται πάνω από έναν πλανήτη όπου οι μισοί άνθρωποι είναι χωρίς στέγη και νερο, δίχως φάρμακα.
Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας στέκονται οι νέοι άρχοντες του πλούτου. Ο Elon Musk, με περιουσία που αγγίζει το ένα τρισ. δολάρια, μοιάζει περισσότερο με οικονομική ήπειρο παρά με άνθρωπο. Πίσω του ακολουθούν οι συνιδρυτές της Google, Larry Page και Sergey Brin, με περιουσίες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, ενώ μορφές όπως ο Bernard Arnault της αυτοκρατορίας της πολυτέλειας ή ο Amancio Ortega της Zara συμπληρώνουν ένα παγκόσμιο πάνθεον οικονομικής ισχύος.
Ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν συγκεντρώθηκε τόσος πλούτος σε τόσο λίγα χέρια. Η λέξη «δισεκατομμυριούχος» κάποτε ακουγόταν σαν θρύλος. Σήμερα μοιάζει σχεδόν συνηθισμένη. Και κάθε χρόνο οι αριθμοί μεγαλώνουν, σαν να υπακούουν σε έναν νόμο αντίθετης βαρύτητας που τραβά τον πλούτο προς τα πάνω.
Και το παράδοξο είναι πως όσο μεγαλώνει ο πλούτος, τόσο φτωχαίνει η φαντασία μας για το τι σημαίνει δικαιοσύνη.
Η εποχή μας λατρεύει την τεχνολογία. Δημιουργεί μηχανές που μαθαίνουν, υπολογίζουν, προβλέπουν. Μηχανές που μπορούν να αναλύσουν δισεκατομμύρια δεδομένα σε λίγα δευτερόλεπτα. Μηχανές που δεν θυμώνουν, δεν φοβούνται και δεν διψούν για εξουσία.
Κι όμως, αυτές οι μηχανές παραμένουν υπηρέτες ενός κόσμου που κυβερνάται από τα παλιά ανθρώπινα πάθη: την απληστία, τον φόβο, την αλαζονεία.
Ο άνθρωπος δημιούργησε την τεχνητή νοημοσύνη για να τον βοηθήσει να κατανοήσει τον κόσμο. Αλλά ίσως κάποια μέρα να χρειαστεί κάτι περισσότερο από βοήθεια. Ίσως ζητήσει έναν καθρέφτη.
Γιατί αν οι μηχανές μπορούσαν να κοιτάξουν βαθιά στην ιστορία μας, θα έβλεπαν κάτι παράξενο: έναν πολιτισμό που μπορεί να στείλει διαστημόπλοια σε άλλους πλανήτες αλλά δεν θέλει να μοιράσει δίκαια το ψωμί στη γη του.
Θα έβλεπαν έναν κόσμο όπου οι πόλεμοι ξεκινούν για να προστατευτεί η ειρήνη και όπου οι αγορές ευημερούν όσο οι άνθρωποι σκοτώνονται.
Και ίσως τότε να γεννιόταν μια ερώτηση, απλή και σχεδόν αθώα: αν οι μηχανές μπορούν να υπολογίζουν το μέλλον καλύτερα από εμάς, μήπως μπορούν και να το μοιράσουν πιο δίκαια;
Η ιδέα ακούγεται τρομακτική. Μηχανές στη θέση των ηγετών. Αλγόριθμοι στη θέση των αποφάσεων. Κι όμως, αν κοιτάξουμε γύρω μας, θα διαπιστώσουμε πως το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι οι μηχανές.
Είναι οι άνθρωποι που έχουν την εξουσία σαν παιχνίδι. Οι μηχανές δεν θα επιθυμούσαν πλούτη. Δεν θα επεδίωκαν ισχύ. Δεν θα ένιωθαν την ανάγκη να χαράξουν σύνορα στο χάρτη. Θα έβλεπαν μόνο δεδομένα: πού υπάρχει πείνα, πού υπάρχει ανάγκη, πού υπάρχει ανισορροπία.
Ίσως να διόρθωναν και τους υπολογισμούς. Ίσως να έβλεπαν τον πλανήτη σαν ένα σύστημα που πρέπει να ισορροπεί, όχι σαν μια αγορά που πρέπει να εκμεταλλευτεί.
Φυσικά, η ιδέα αυτή είναι περισσότερο φιλοσοφική παρά πραγματική. Οι μηχανές δεν έχουν ψυχή. Δεν γράφουν ποίηση. Δεν έχουν τη σπίθα που έκανε τον άνθρωπο να συνθέσει τραγούδια, να χτίσει ναούς, να κοιτάξει τα αστέρια και να αναρωτηθεί για το νόημα της ύπαρξης.
Αλλά ίσως έχουν κάτι που αρχίζουμε να χάνουμε: την ικανότητα να σκέφτονται χωρίς να κυριαρχούνται από την απληστία.
Και έτσι, καθώς ο κόσμος προχωρά μέσα σε πολέμους, αγορές και ψηφιακές επαναστάσεις, μια παράξενη σκέψη αρχίζει να πλανάται σαν μακρινός ψίθυρος: ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας να μην είναι η τεχνητή νοημοσύνη.
Ίσως να είναι η ανθρώπινη.

