Όταν ο άξονας της αντίστασης του Ιράν πολεμούσε στην Βοσνία

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δημιούργησε ένα από τα πιο ασταθή γεωπολιτικά κενά της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης το 1992 πυροδότησε έναν πόλεμο που γρήγορα μετατράπηκε σε πολυεθνική σύγκρουση, τόσο λόγω της εμπλοκής των γειτονικών κρατών όσο και εξαιτίας της εισροής διεθνών δικτύων αλληλεγγύης και ξένων μαχητών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Ιράν αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους εξωτερικούς υποστηρικτές της βοσνιακής κυβέρνησης, όχι μόνο μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών αλλά και μέσω ενός δικτύου στρατιωτικής βοήθειας που περιλάμβανε εκπαίδευση, εξοπλισμό και περιορισμένη παρουσία μαχητών που συνδέονταν με οργανώσεις όπως η Hezbollah. Η εμπλοκή αυτή αποτέλεσε μία από τις πρώτες περιπτώσεις κατά τις οποίες το δίκτυο που αργότερα θα αποκαλούνταν «άξονας της αντίστασης» λειτούργησε εκτός Μέσης Ανατολής, σε ένα ευρωπαϊκό θέατρο πολέμου.

Ο πόλεμος στη Βοσνία ξέσπασε σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής κοινότητα προσπαθούσε να προσαρμοστεί στη νέα παγκόσμια τάξη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η κυβέρνηση της Βοσνίας υπό τον Alija Izetbegović βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό στρατιωτικής πίεσης από τις δυνάμεις των Βοσνίων Σέρβων και πολιτικής απομόνωσης λόγω του εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών σε όλες τις πλευρές της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Στην πράξη, το εμπάργκο αυτό ευνοούσε τις σερβικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν ήδη πρόσβαση στα αποθέματα του πρώην γιουγκοσλαβικού στρατού. Η βοσνιακή κυβέρνηση, αντίθετα, έπρεπε να αναζητήσει διεθνείς συμμάχους που θα μπορούσαν να παρακάμψουν το εμπάργκο και να της προσφέρουν στρατιωτική υποστήριξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν είδε την κρίση ως ευκαιρία για να διευρύνει την επιρροή του στον μουσουλμανικό κόσμο και να εμφανιστεί ως υπερασπιστής των μουσουλμανικών πληθυσμών της Ευρώπης. Η Τεχεράνη ήδη από το 1992 άρχισε να δημιουργεί δίκτυα επαφών με τη βοσνιακή κυβέρνηση, αποστέλλοντας ανθρωπιστική βοήθεια αλλά και στρατιωτικούς συμβούλους. Σύμφωνα με αρκετές μελέτες για τον πόλεμο της Βοσνίας, ιρανικοί μηχανισμοί ασφαλείας και υπηρεσίες πληροφοριών ανέλαβαν την εκπαίδευση μονάδων του βοσνιακού στρατού, ενώ παράλληλα διευκόλυναν τη μεταφορά όπλων μέσω τρίτων χωρών. 

Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι οι ΗΠΑ ανέχτηκαν ή και διευκόλυναν σιωπηρά ορισμένες μεταφορές όπλων από Ιράν (μέσω Κροατίας).

Η βοήθεια αυτή πραγματοποιήθηκε συχνά μέσα από ένα περίπλοκο δίκτυο διαμεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένων ισλαμικών φιλανθρωπικών οργανώσεων, διπλωματικών αποστολών και ιδιωτικών καναλιών χρηματοδότησης.

Η εμπλοκή της Hezbollah υπήρξε πιο περιορισμένη αλλά πολιτικά συμβολική. Η οργάνωση, η οποία είχε αναδειχθεί τη δεκαετία του 1980 ως σημαντική δύναμη στον Λίβανο, συνδεόταν στενά με την ιρανική επαναστατική στρατηγική και με τους μηχανισμούς της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς. Στο πλαίσιο της ιρανικής βοήθειας προς τη Βοσνία, μικρός αριθμός μαχητών και εκπαιδευτών της Hezbollah φέρεται να στάλθηκε για να υποστηρίξει τις μουσουλμανικές δυνάμεις. Οι αναφορές αυτές εμφανίζονται σε διάφορες δημοσιογραφικές και ακαδημαϊκές πηγές, οι οποίες μιλούν για παρουσία μερικών δεκάδων ή εκατοντάδων ατόμων, κυρίως σε ρόλους εκπαίδευσης και οργάνωσης. Η παρουσία αυτή δεν συγκρίνεται σε κλίμακα με εκείνη των λεγόμενων «ξένων μουτζαχεντίν», δηλαδή εθελοντών μαχητών από τον αραβικό κόσμο που εντάχθηκαν σε μονάδες όπως το τάγμα El-Mudžahid του βοσνιακού στρατού, αλλά υπογράμμισε τη βούληση της Τεχεράνης να συνδέσει τον αγώνα της Βοσνίας με ένα ευρύτερο δίκτυο ισλαμικής αλληλεγγύης.

Η παρουσία ξένων μαχητών στη Βοσνία αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα φαινόμενα του πολέμου. Από τη μία πλευρά, η βοσνιακή κυβέρνηση αντιμετώπιζε υπαρξιακή απειλή και αναζητούσε κάθε διαθέσιμη πηγή υποστήριξης. Από την άλλη, η συμμετοχή διεθνών ισλαμιστικών δικτύων προκάλεσε ανησυχία στις δυτικές κυβερνήσεις, οι οποίες φοβούνταν ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να μετατραπεί σε σημείο συγκέντρωσης τζιχαντιστικών οργανώσεων. 

Η δυναμική αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο μέσα από την ιδεολογία των ισλαμιστικών οργανώσεων. Ο Robert Fisk, πολυβραβευμένος ανταποκριτής της εφημερίδας The Independent, περιγράφει πως η κινητοποίηση αυτή δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα «ριζοσπαστικοποίησης» αλλά μια ανταπόκριση σε βαθιά αίσθηση αδικίας. Οι φρικαλεότητες κατά των μουσουλμάνων, οι μαζικοί βιασμοί και η σφαγή αμάχων δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα στην οποία πολλοί Άραβες και μουσουλμάνοι θεώρησαν ηθικά υποχρέωσή τους να παρέμβουν. Η διεθνής αδράνεια της Δύσης, η αργοπορία στις αποφάσεις για στρατιωτική παρέμβαση και η αβελτηρία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ενίσχυσαν τη νομιμοποίηση αυτής της συμμετοχής.

Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό τον πρόεδρο Bill Clinton, υπήρξε χαρακτηριστική.

Η πρόταση του Ιράν να στείλει τακτικά στρατεύματα για την προστασία της Βοσνίας απορρίφθηκε, καθώς θεωρήθηκε ότι μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε «αδικαιολόγητη παρέμβαση στα ευρωπαϊκά ζητήματα». 

Παράλληλα, ωστόσο, δεν διατυπώθηκαν ουσιαστικές αντιρρήσεις όταν όπλα και πόροι από μουσουλμανικές χώρες κατέφθαναν για να ενισχύσουν τις δυνάμεις της Βοσνίας. Η δυτική στάση συνιστούσε περισσότερο ανοχή παρά ενεργή προστασία, γεγονός που επέτρεψε στην Τεχεράνη να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην υποστήριξη των μουσουλμάνων πληθυσμών.

Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, το Ιράν προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες: να ενισχύσει τους Βόσνιους μουσουλμάνους χωρίς να προκαλέσει μια άμεση σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρώπη.

Παράλληλα με τη στρατιωτική βοήθεια, η Τεχεράνη ανέπτυξε έντονη διπλωματική δραστηριότητα γύρω από το ζήτημα της Βοσνίας. Το Ιράν συμμετείχε ενεργά σε διεθνείς διασκέψεις για τη σύγκρουση και επιδίωξε να κινητοποιήσει τον μουσουλμανικό κόσμο υπέρ της βοσνιακής υπόθεσης. Στο πλαίσιο του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, η Τεχεράνη προώθησε ψηφίσματα που καταδίκαζαν τις επιθέσεις κατά των μουσουλμανικών πληθυσμών της Βοσνίας και ζητούσαν ισχυρότερη διεθνή δράση. Αυτές οι πρωτοβουλίες είχαν διπλό στόχο: αφενός να ενισχύσουν τη διεθνή νομιμοποίηση της βοσνιακής κυβέρνησης και αφετέρου να παρουσιάσουν το Ιράν ως ηγετική δύναμη στον μουσουλμανικό κόσμο.

Οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου κορυφώθηκαν το 1995 με τη διαδικασία που οδήγησε στη Συμφωνία του Ντέιτον. Αν και οι βασικοί διαμεσολαβητές ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και ευρωπαϊκές δυνάμεις, το Ιράν παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις και διατηρούσε συνεχή επαφή με τη βοσνιακή ηγεσία. Η Τεχεράνη ανησυχούσε ότι μια συμφωνία υπό δυτική αιγίδα θα περιόριζε την επιρροή της στη μεταπολεμική Βοσνία. Ωστόσο, η πραγματικότητα των διεθνών συσχετισμών καθιστούσε σαφές ότι η τελική διευθέτηση θα εξαρτιόταν κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η ιρανική διπλωματία προσπάθησε να διασφαλίσει ότι η βοσνιακή κυβέρνηση δεν θα αποδεχόταν μια συμφωνία που θα νομιμοποιούσε πλήρως τα αποτελέσματα της εθνοκάθαρσης. Παράλληλα, η Τεχεράνη ενθάρρυνε τον Izetbegović να επιμείνει σε εγγυήσεις για την ασφάλεια των μουσουλμανικών πληθυσμών και για την επιστροφή των προσφύγων. Αν και οι δυνατότητες επιρροής του Ιράν ήταν περιορισμένες σε σχέση με εκείνες της Ουάσινγκτον, η σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των δύο κυβερνήσεων επέτρεψε στην Τεχεράνη να διαδραματίσει έναν άτυπο συμβουλευτικό ρόλο.

Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας του Ντέιτον, η διεθνής πίεση για την αποχώρηση όλων των ξένων μαχητών από τη Βοσνία αυξήθηκε σημαντικά. Οι δυτικές δυνάμεις θεωρούσαν ότι η παρουσία ισλαμιστικών δικτύων θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τη μεταπολεμική χώρα και να δημιουργήσει νέες εστίες έντασης στα Βαλκάνια. Ως αποτέλεσμα, πολλοί από τους ξένους εθελοντές εγκατέλειψαν τη Βοσνία, ενώ ορισμένοι έλαβαν βοσνιακή υπηκοότητα και παρέμειναν στη χώρα. Η ιρανική παρουσία μειώθηκε επίσης, αν και η Τεχεράνη συνέχισε να διατηρεί πολιτιστικές, οικονομικές και θρησκευτικές σχέσεις με τη βοσνιακή κοινωνία.

Η εμπλοκή του Ιράν στον πόλεμο της Βοσνίας έχει συχνά ερμηνευθεί μέσα από το πρίσμα της ιδεολογίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Από αυτή την οπτική, η υποστήριξη προς τους Βόσνιους μουσουλμάνους θεωρήθηκε φυσική προέκταση της ρητορικής περί υπεράσπισης των καταπιεσμένων μουσουλμανικών κοινοτήτων. Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη. Η Τεχεράνη επιδίωκε επίσης να ενισχύσει τη γεωπολιτική της θέση σε μια περίοδο κατά την οποία αντιμετώπιζε διεθνή απομόνωση. Η παρουσία της στη Βοσνία της επέτρεψε να αναπτύξει δίκτυα επιρροής στην Ευρώπη και να αποκτήσει εμπειρία σε έναν νέο τύπο πολέμου που συνδύαζε συμβατικές συγκρούσεις με διακρατικά δίκτυα υποστήριξης.

Η εμπειρία αυτή προαναγγέλλει σε κάποιο βαθμό τη μεταγενέστερη στρατηγική του Ιράν στη Μέση Ανατολή. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η Τεχεράνη ανέπτυξε ένα ευρύ δίκτυο συμμαχιών με οργανώσεις και παραστρατιωτικές δυνάμεις σε χώρες όπως το Ιράκ, η Συρία και ο Λίβανος. Αυτό το δίκτυο, το οποίο συχνά περιγράφεται ως «άξονας της αντίστασης», βασίζεται σε μια συνδυασμένη στρατηγική πολιτικής, στρατιωτικής και ιδεολογικής συνεργασίας. Η εμπλοκή στη Βοσνία μπορεί να θεωρηθεί ως πρώιμο παράδειγμα αυτής της προσέγγισης, αν και σε μικρότερη κλίμακα και σε ένα διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον.

Σήμερα, η μνήμη της βοσνιακής σύγκρουσης παραμένει αντικείμενο έντονων πολιτικών και ιστορικών συζητήσεων. Για ορισμένους αναλυτές, η ιρανική βοήθεια προς τη Βοσνία αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα που επέτρεψε στη βοσνιακή κυβέρνηση να επιβιώσει στα πρώτα χρόνια του πολέμου. Για άλλους, η παρουσία ξένων ισλαμιστικών δικτύων δημιούργησε μακροπρόθεσμα προβλήματα ασφάλειας και συνέβαλε στη διεθνοποίηση της σύγκρουσης. Όποια κι αν είναι η ερμηνεία, είναι σαφές ότι ο πόλεμος της Βοσνίας δεν υπήρξε μόνο μια τοπική βαλκανική σύγκρουση αλλά και ένα πεδίο στο οποίο συγκρούστηκαν διαφορετικά οράματα για τη μεταψυχροπολεμική παγκόσμια τάξη.

Η ιστορία της ιρανικής εμπλοκής στη Βοσνία φωτίζει μια λιγότερο γνωστή διάσταση αυτής της περιόδου. Σε μια εποχή κατά την οποία η Δύση δίσταζε να εμπλακεί στρατιωτικά, η Τεχεράνη ανέλαβε έναν ενεργό ρόλο που συνδύαζε στρατιωτική βοήθεια, διπλωματική κινητοποίηση και ιδεολογική αλληλεγγύη. Η παρουσία μαχητών που συνδέονταν με τη Hezbollah υπήρξε μικρή αλλά συμβολική, υποδηλώνοντας τη δυνατότητα του Ιράν να κινητοποιεί δίκτυα πέρα από τα άμεσα γεωγραφικά του σύνορα. 

Με αυτόν τον τρόπο, ο πόλεμος της Βοσνίας αποτέλεσε ένα από τα πρώτα κεφάλαια μιας στρατηγικής που τις επόμενες δεκαετίες θα αποκτούσε πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία στη Μέση Ανατολή.

*https://www.independent.co.uk/voices/comment/after-the-atrocities-committed-against-muslims-in-bosnia-it-is-no-wonder-today-s-jihadis-have-set-out-on-the-path-to-war-in-syria-9717384.html