
Του Γιάννη Γουσίοπουλου
Δεν τη νοώ, με αγνοεί, την περιπαίζω. Την έζησα στη φέξη την αναζητώ στη χάση της ζωής μου. Πού και πού τη συναντώ στην Αμεινοκλέους και Μάρραιη γωνία, στον Αη Γιάννη της Φραντζή, στην Αρδειτού, στη Φιλελλήνων, όλα για εμένα σημεία αναφοράς, μερικά πραγματικά, εξηγήσιμα και άλλα αποκυήματα των ψυχικών μου διεργασιών.
Από απόσταση σε στιγμές ροής ιδεών ψάχνω τις αδυναμίες της, σκέφτομαι τις δικές μου λύσεις, τις παιδεύω, τις εξαντλώ, ανοίγω το παράθυρο τις πετώ κι αν έχουν τη δύναμη ας πετάξουν! Θα κερδίσω μια ψίχα αυτογνωσίας, ή θα βαρύνω με έναν κόκκο μαξιμαλισμού.
Η Αθήνα θέλει πολλά, τα δικαιούται, δεν τα διεκδικεί γιατί δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Οι Αθηναίοι πνίγονται από την πραγματικότητα, καίγονται στην αθυμία, ολισθαίνουν στη στασιμότητα. Οι άνθρωποι στο ίδιο έργο θεατές αδημονούν για το χάπι–εντ της παλιάς, καλής ελληνικής ταινίας.
Αθήνα των οδικών παραλείψεων, του μεγάλου κενού στα οδικά έργα, και της δυστοκίας των αποφάσεων!
Τα δημόσια έργα γενικώς πάνε κι έρχονται, το μεγάλο όμως κυκλοφοριακό πρόβλημα της πόλης αντί να μειωθεί αυξάνεται.
Ένας μεγάλος κύκλος των έργων έκλεισε ένας καινούργιος πρέπει να ανοίξει.
Τα έργα που έγιναν μας προέκυψαν, δεν ήταν προϊόν καθαρού σχεδιασμού – η Αττική Οδός υπήρξε συγκυριακή ανάγκη των Ολυμπιακών Αγώνων, το μετρό διαχρονική υστέρηση, το «Ελευθέριος Βενιζέλος» μία τυπική εξέλιξη. Το «Ελληνικό» δεν πιάνεται, ΄ξω–πέταγμα ήταν, είναι εμποτισμένο σε συγκεκριμένη ιδεολογική τάση, είναι πασπαλισμένο με τη χρυσόσκονη του μικρομεγαλισμού.
Στα οδικά έργα πέραν της Αττικής Οδού ο απολογισμός είναι πενιχρός, αναπαυθήκαμε θαρρείς στις δάφνες της με επακόλουθο την παντελή έλλειψη προγραμματισμού για τα επόμενα χρόνια. Χάθηκε η δεκαετία της οικονομικής κρίσης, χάνεται αυτή που διανύουμε λόγω της απραξίας πάνω σε αυτό το θέμα της σημερινής κυβέρνησης, θα χαθεί και η επόμενη λόγω έλλειψης προγραμματισμού.
Τί έπραξε η κυβέρνηση για τα οδικά έργα οδεύοντας με κομπασμό στη διεκδίκηση της τρίτης τετραετίας;
Συνέλαβε την «ιδέα» της συμπλήρωσης ενός ελλειμματικού κόμβου της Αττικής Οδού με την Εθνική Οδό, ανέσυρε από το μακρινό παρελθόν την αξιοποίηση των στοιχειωμένων σηράγγων του Σκαραμαγκά, αναμοχλεύει την επέκταση της Λεωφόρου Κύμης και την ένωσή της με την εθνική οδό, την αναβάθμιση της Λ. Βουλιαγμένης και την ένωσή της μέσω αστικής σήραγγας με την Αττική Οδό και τις επεκτάσεις της Αττικής Οδού προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις κάθε φορά που δι΄ ασήμαντον αφορμήν παραλύει το κυκλοφοριακό σύστημα.
Η πόλη χρειάζεται τον σχεδιασμό οδικών έργων νέας γενιάς έτσι ώστε όχι μόνον να αντιμετωπισθεί το σημερινό πρόβλημα αλλά και να ανταποκριθεί το κυκλοφοριακό σύστημα στις συνεχώς αυξανόμενες κυκλοφοριακές ανάγκες. Εκείνες που θα προκύψουν από την περαιτέρω πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη της πόλης.
Τα οδικά έργα να βαδίσουν με νέες λογικές και να πατήσουν σε νέες τεχνικές. Ο γενικός σχεδιασμός της πόλης να είναι ανθρωποκεντρικός.
Στο τεχνικό μέρος τη νέα λύση μπορούν να αποτελούν οι σήραγγες που μέσα από αυτές η πόλη θα αποκτήσει νέες πύλες εξόδου – εισόδου από τις δύο που έχει σήμερα και το εσωτερικό της δίκτυο θα ενωθεί με το εξωτερικό, το υπάρχον και το νέο που θα δημιουργηθεί γι αυτόν τον σκοπό.
Είναι επιεικώς απαράδεκτο σήμερα, το μεγάλο αστικό κέντρο των 5 εκ. κατοίκων να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο μέσω δύο, όλων κι όλων, οδικών αρτηριών. Το εξωτερικό οδικό δίκτυο, παλαιό και νέο, μπορεί να δώσει νέες διαδρομές που σήμερα δεν περνούν από το μυαλό μας.
Οι οδικές σήραγγες διανύουν ήδη την περίοδο της ωριμότητας απ΄ άκρου εις άκρον της χώρας πλην της Αττικής.
Γιατί η Λεωφόρος Αθηνών να μην μετατραπεί στη δεύτερη κεντρική αρτηρία σύνδεσης της πόλης με την εθνική οδό Αθήνας – Θεσσαλονίκης στο ύψος των Οινοφύτων προεκτεινόμενη από το Χαϊδάρι και διερχόμενο το νέο τμήμα της από σήραγγες στις απολήξεις της Δυτικής Πάρνηθας που θα κατασκευασθούν;
Η Ιερά Οδός προσαρμοσμένη αναλόγως μαζί με την αναβαθμισμένη Λεωφόρο Σχιστού – Σκαραμαγκά λόγω της ανακατασκευής του κόμβου Σκαραμαγκά και πιθανόν σε συνδυασμό με άλλες, μπορούν να αποτελέσουν την εναλλακτική λύση της Λεωφόρου Αθηνών έτσι ώστε αυτή να παίξει τον νέο της ρόλο.
Η μικρή Πάρνηθα υποκλίνεται ταπεινά στον όγκο μιας ολόκληρης Πίνδου που η Εγνατία Οδός ολοκληρωτικά την κατέκτησε. Πόσο δε μάλλον μπορούν να υποκλιθούν το Αιγάλεω, το Πεντελικόν Όρος, ο Υμηττός ως ορεινοί όγκοι μικρότερου εύρους.
Γιατί οι πολυπληθείς βορειοδυτικές και νοτιοανατολικές συνοικίες να μην επικοινωνούν άμεσα με τις όμορες περιοχές τους που βρίσκονται από την άλλη μεριά των λοφοσειρών και να πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις λιγοστές κεντρικές αρτηρίες;
Γιατί να απαιτείται κόπος, κόστος και χρόνος που δεν δικαιολογεί ο σύγχρονος τρόπος ανάπτυξης των οδικών έργων; Το γεγονός υπό τις σημερινές συνθήκες καθιστά την έξοδο ουσιαστικά αδύνατη!
Στη Δ. Μακεδονία η Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση αποφάσισε και υλοποιεί την κατασκευή σήραγγας στην Επαρχιακή Οδό Αμυνταίου – Καστοριάς η οποία αντικαθιστώντας τη σημερινή ορεινή – προβληματική διάβαση θα διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την κυκλοφορία μεταξύ των περιοχών και επιπλέον θα την οδηγήσει σε ανάπτυξη στους τομείς του εμπορίου, των μεταφορών και του τουρισμού.
Τα πληθυσμιακά δεδομένα για την περιοχή απέχουν παρασάγγας από αυτά του πεδίου δράσης, ωστόσο η κάθε περιοχή έχει το δικαίωμα να αξιολογεί τις ανάγκες της και αποφασίζει τα έργα που θα εκτελεστούν.
Η διαφοροποίηση του σκοπού μέρους των εσωτερικών αρτηριών, η κατασκευή των προεκτάσεων, η διέλευσή τους μέσω σηράγγων εκεί όπου χρειάζεται, η σύνδεση των αρτηριών με τους αυτοκινητόδρομους, η ανάπτυξη νέου περιαστικού οδικού δικτύου και η σύνδεσή του με το υπάρχον εσωτερικό οδικό δίκτυο μέσω σηράγγων αποσκοπεί αποκλειστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων του λεκανοπεδίου.
Οι κάτοικοι της κλειστής και πυκνοκατοικημένης – τσιμεντοποιημένης πόλης θα αποκαταστήσουν τη σχέση με το φυσικό περιβάλλον και θα έρθουν πιο κοντά με τους ανθρώπους της υπόλοιπης χώρας με τους οποίους τόσο κοντά και ταυτόχρονα τόσο μακριά βρίσκονται.
Στη σχεδιαζόμενη περιμετρική της Αθήνας που θα συνδέσει τον βορρά με την Πελοπόννησο, την Οινοφοίτων – Ελευσίνας, να αλλάξει σημείο εκκίνησης, αυτή να ξεκινά από τη Θήβα, όπως αρχικά προβλεπόταν. Να γίνει Θηβών – Ελευσίνας και αν είναι δυνατόν, Θηβών – Μεγάρων. Όσο πιο μακριά περάσει από την Αθήνα τόσο καλύτερα θα είναι για όλους, περισσότερο για τους Αθηναίους.
Δεν βλέπω τον λόγο η συνδετική οδός των δύο μεγάλων αυτοκινητοδρόμων να συσχετισθεί με την Αττική Οδό, της οποίας το έργο που της φορτώθηκε είναι ήδη βαρύ.
Το οδικό δίκτυο στην Αθήνα χρειάζεται ανασχεδιασμό, χρειάζονται οι φυσικές παρεμβάσεις που αναφέρθηκαν. Σκοπός είναι να λυθεί το κυκλοφοριακό και να ενισχυθεί η βιωσιμότητα του συστήματος.
Τη θωρρώ ως ανοιχτή πόλη που απλώνεται από τους Οθωνούς και το Ορμένιο ως την τη Στρογγυλή Μεγίστης. Την ποθώ λάγνα, φλογερή και αμέριμνη. Την επιζητώ νεωτεριστική και διαχρονική, ανατρεπτική και συμβατική. Όλα αυτά μαζί, κανένα δίχως αυτό, το καθένα ταίρι με το ζύγι των περιστάσεων.
