Η Αρχιτεκτονική του Επιτελικού Κράτους: Οι Υποκλοπές, οι Αναθέσεις και οι Ευρωπαϊκές Έρευνες

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

 

Η εξαετία της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη σημαδεύτηκε από μια πρωτοφανή συγκέντρωση εξουσίας στο Μέγαρο Μαξίμου και από μια σειρά επιλογών που προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις  για τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Η υπαγωγή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στον άμεσο έλεγχο του Πρωθυπουργού αποτέλεσε την πρώτη θεσμική τομή. Ακολούθησε το σκάνδαλο των υποκλοπών με το Predator και τις «νόμιμες» τηλεφωνικές υποκλοπές  της ΕΥΠ, που έθεσε στο στόχαστρο δημοσιογράφους, πολιτικούς, επιχειρηματίες, ακόμη και την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.

Οι αλλαγές στη σύνθεση ανεξάρτητων αρχών, η αρχειοθέτηση κρίσιμων πτυχών της υπόθεσης και ο αποκλεισμός βασικών μαρτύρων εδραίωσε την εκτίμηση ότι η διαχείριση απέβλεπε κυρίως στην άμβλυνση των πολιτικών επιπτώσεων.

Στο ίδιο διάστημα, η σχέση της κυβέρνησης με την ενημέρωση βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης κριτικής. Η διαβόητη «Λίστα Πέτσα» συνδέθηκε με τη χρηματοδότηση μέρους των μέσων ενημέρωσης κατά την πανδημία, ενώ οι διεθνείς οργανισμοί κατέταξαν την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ελευθερία του Τύπου. Παράλληλα, οι επιλογές της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο συνέχισαν να προκαλούν τη θυμηδία της κοινής γνώμης σε ότι αφορά τη θεσμική ανεξαρτησία των ανώτατων δικαστηρίων.

Στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική. Τα στοιχεία του Κεντρικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων και της ΕΑΔΗΣΥ καταγράφουν ένα μοντέλο διαχείρισης του δημόσιου χρήματος που βασίστηκε σε πρωτοφανή έκταση απευθείας αναθέσεων. Από το 2020 έως το τέλος του 2025 υπεγράφησαν περίπου 1.375.000 δημόσιες συμβάσεις συνολικής αξίας 77 δισεκατομμυρίων ευρώ. Εξ αυτών οι 993.089 πραγματοποιήθηκαν με απευθείας ανάθεση, ποσοστό που προσεγγίζει το 72% του συνόλου. Η αξία τους ανήλθε στα 12,7 δισεκατομμύρια ευρώ, στοιχείο που αποτυπώνει μια σταθερή επιλογή διαχείρισης και όχι μια συγκυριακή πρακτική.

Η πανδημία λειτούργησε ως καταλύτης. Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου επέτρεψαν την προμήθεια υγειονομικού υλικού κατά παρέκκλιση της συνήθους νομοθεσίας και άνοιξαν τον δρόμο για διαδικασίες ταχείας ανάθεσης. Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κατευθύνθηκαν σε μάσκες, rapid tests, self tests και εξοπλισμό ΜΕΘ, με αποδέκτες ακόμη και νεοσύστατες  εταιρείες ή επιχειρήσεις χωρίς προηγούμενη δραστηριότητα στον χώρο της υγείας.

Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η εισροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης συνοδεύτηκε από πληθώρα συμβάσεων για συμβουλευτικές υπηρεσίες και τεχνική υποστήριξη. Κοινοβουλευτικά στοιχεία αναφέρουν ότι 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ διοχετεύθηκε σε ιδιώτες συμβούλους για την ωρίμανση έργων, με τα 1,2 δισεκατομμύρια να κατανέμονται κυρίως στη διετία 2024-2025. Το ποσοστό των απευθείας αναθέσεων έφθασε το 43,5% το 2024 και το 40% το 2025, επιβεβαιώνοντας ότι η συγκεκριμένη πρακτική διατηρήθηκε ακόμη και μετά την παρέλευση των έκτακτων συνθηκών της πανδημίας.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία εξελίχθηκε σε μία από τις σοβαρότερες εστίες ευρωπαϊκής διερεύνησης. Οι απευθείας αναθέσεις αφορούσαν τη λειτουργία και τη συντήρηση των πληροφοριακών συστημάτων του ΟΣΔΕ, με τη διαχείριση της βάσης δεδομένων να παραμένει επί σειρά ετών στα χέρια συγκεκριμένων τεχνικών συμβούλων μέσω διαδικασιών διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση ή με όρους που, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές αρχές, υπονόμευαν τον ανταγωνισμό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε τον Οργανισμό υπό αυστηρή επιτήρηση, κρίνοντας ότι οι μηχανισμοί ελέγχου δεν διασφάλιζαν την απαιτούμενη διαφάνεια στη διαχείριση των κοινοτικών πόρων.

Οι θεσμικές εκθέσεις συγκλίνουν σε τρεις βασικές διαπιστώσεις. Η πρώτη αφορά την παράκαμψη των ελεγκτικών μηχανισμών μέσω της αύξησης του ορίου των απευθείας αναθέσεων στις 30.000 ευρώ, επιλογή που διευκόλυνε τον κατακερματισμό μεγάλων έργων σε μικρότερες συμβάσεις, αποφεύγοντας τον προσυμβατικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η δεύτερη αφορά τη δημιουργία μιας κλειστής αγοράς δημοσίων συμβάσεων. Πέρα από τα 12,7 δισεκατομμύρια ευρώ των απευθείας αναθέσεων, ακόμη 8 δισεκατομμύρια ευρώ διατέθηκαν μέσω διαγωνισμών στους οποίους εμφανίστηκε ένας και μοναδικός υποψήφιος. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει έναν ανταγωνισμό περιορισμένης ουσίας, με όρους που σε αρκετές περιπτώσεις κρίθηκαν τόσο εξειδικευμένοι ώστε απέκλειαν κάθε εναλλακτική συμμετοχή.

Η τρίτη αφορά τη διαμόρφωση ενός σταθερού δικτύου οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στο κράτος και συγκεκριμένες επιχειρηματικές ομάδες που απολάμβαναν συνεχή πρόσβαση σε δημόσιες συμβάσεις.

Το ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών εισαγγελικών αρχών στράφηκε γρήγορα στον τρόπο αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σε συνεργασία με την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, αφορά δημόσιες συμβάσεις ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Στο επίκεντρο βρίσκονται καταγγελίες για προσυνεννοημένες προσφορές και φωτογραφικούς όρους σε έργα ψηφιακού μετασχηματισμού. Οι έρευνες αφορούν δέκα μεγάλες εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι τρεις μεγαλύτεροι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι της χώρας, επιχειρήσεις πληροφορικής και συμβουλευτικοί όμιλοι.

Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι ίδιες εταιρείες εμφανίζονταν επανειλημμένα ως ανάδοχοι, με εκπτώσεις ελάχιστες ή μηδενικές, γεγονός που προκάλεσε υποψίες συνεννόησης και υπερκοστολόγησης έργων.

Ακόμη σοβαρότερη είναι η εικόνα που διαμορφώνεται γύρω από τις αγροτικές επιδοτήσεις. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβίβασε στη Βουλή φακέλους που αφορούν δύο πρώην υπουργούς Αγροτικής Ανάπτυξης, ενώ παράλληλα άσκησε ποινικές διώξεις και παρέπεμψε σε δίκη 22 κατηγορούμενους για υπόθεση διασπάθισης κοινοτικών πόρων. Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει εικονικές δηλώσεις εκτάσεων, παράνομες επιδοτήσεις και συμβάσεις που συνδέονται με τη λειτουργία του ΟΣΔΕ.

 Η υπόθεση οδήγησε τον ΟΠΕΚΕΠΕ σε καθεστώς αυστηρής ευρωπαϊκής επιτήρησης και ανέδειξε τις αδυναμίες ενός μηχανισμού που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια ευρώ κοινοτικών ενισχύσεων.

Το πλαίσιο των ερευνών επεκτάθηκε και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η EPPO εξετάζει δημόσιες συμβάσεις ύψους 265 εκατομμυρίων ευρώ για την προμήθεια ψηφιακών υδρομέτρων σε δήμους της χώρας, ενώ παράλληλα ερευνά τη διαχείριση κονδυλίων αποκατάστασης μετά από φυσικές καταστροφές, ανάμεσά τους και οι παρεμβάσεις που ακολούθησαν την κακοκαιρία Daniel.

Στο μικροσκόπιο βρίσκονται έργα με μεγάλες αποκλίσεις κόστους, συμβάσεις που δεν ολοκληρώθηκαν και διαδικασίες ανάθεσης που προκάλεσαν ερωτήματα ως προς τη νομιμότητα και την αποτελεσματικότητά τους.

Η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καταγράφει εκτιμώμενη ζημία για τα ευρωπαϊκά ταμεία στην Ελλάδα που υπερβαίνει το 1,3 δισεκατομμύριο ευρώ. Οι ενεργές υποθέσεις αφορούν απάτες σε δημόσιες συμβάσεις, κατάχρηση κοινοτικών πόρων και οργανωμένα σχήματα διαφθοράς, τοποθετώντας τη χώρα ανάμεσα σε εκείνες με τις περισσότερες ανοιχτές έρευνες.

Παράλληλα, η EPPO έχει επισημάνει ότι διατάξεις του ελληνικού θεσμικού πλαισίου, όπως το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, δυσχεραίνουν την πλήρη διερεύνηση υποθέσεων στις οποίες προκύπτουν ενδείξεις εμπλοκής πολιτικών προσώπων.

Η εικόνα συμπληρώνεται από το πολύνεκρο δυστύχημα των Τεμπών, τις καταγγελίες των οικογενειών των θυμάτων για συγκάλυψη, την ακρίβεια που αύξησε τα φορολογικά έσοδα μέσω του πληθωρισμού και την πολιτική των επιδομάτων ως βασικό εργαλείο πελατειασμού.  

Στην κατακλείδα, η  εξαετία 2019-2025 αφήνει  πίσω της ένα διαφορετικό υπόδειγμα διακυβέρνησης. Η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο πρωθυπουργικό κέντρο, οι παρεμβάσεις στους θεσμούς, η εκτεταμένη χρήση απευθείας αναθέσεων, οι ευρωπαϊκές έρευνες για τη διαχείριση κοινοτικών πόρων και οι ανοιχτές υποθέσεις που εξακολουθούν να απασχολούν τη Δικαιοσύνη συνθέτουν μια εικόνα με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά. Οι αριθμοί, οι δικογραφίες και οι εκθέσεις των ευρωπαϊκών θεσμών αποτελούν πλέον μέρος του δημόσιου αρχείου. Το πολιτικό αποτύπωμα αυτής της περιόδου έχει ήδη καταγραφεί. Και η Ιστορία, ίσως και η Δικαιοσύνη  να κρίνουν κάποτε τη νομιμότητά του…