Η πολιτική αμνησία του χρέους και η ορθοδοξία του ισολογισμού

Του Απόστολου Λουλουδάκη

Υπάρχει κάτι βαθύτερο στην πολιτική συζήτηση για την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του πρώτου ελληνικού προγράμματος που δεν αφορά ούτε το ευκαιριακό ύψος της δόσης ούτε το αν η κυβέρνηση θα μπορούσε να διαθέσει αυτά τα χρήματα διαφορετικά. Αφορά τη συλλογική μνήμη και, ακόμη περισσότερο, την πολιτική ικανότητα μιας χώρας να θυμάται πώς έφτασε μέχρι εδώ. Η αντιπολίτευση και ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ έχει κάθε δικαίωμα να ελέγχει την κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το δημόσιο χρέος. Μπορεί να υποστηρίζει ότι ένα ποσό που κατευθύνεται στην πρόωρη αποπληρωμή δανείων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κοινωνικές ή αναπτυξιακές πολιτικές, να αμφισβητεί το ύψος της εξοικονόμησης τόκων ή να ζητά διαφορετική κατανομή των δημοσιονομικών πόρων. Υπάρχει όμως ένα πολιτικό όριο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: δεν μπορείς να παρουσιάζεις σήμερα ως καινούργιο πρόβλημα το κόστος ενός δανείου που η κυβέρνηση του κόμματός σου υπέγραψε το 2010.

Το ζήτημα δεν είναι να ξανανοίξει μια πολιτική δίκη για το Μνημόνιο, αλλά είναι πολύ πιο συγκεκριμένο. Αν σήμερα το επιχείρημα είναι ότι δεν πρέπει να πληρώνουμε ακριβά δάνεια πρόωρα ή ότι τα χρήματα θα έπρεπε να κατευθυνθούν στην κοινωνία, τότε οφείλει κανείς πρώτα να θυμηθεί τι ακριβώς ήταν εκείνο το δάνειο, με ποιους όρους δημιουργήθηκε και γιατί θεωρήθηκε αναγκαίο να υπογραφεί. Αυτό είναι κρίσιμο για να καταλάβουμε τη φύση του πρώτου δανείου. Το Greek Loan Facility (GLF) δεν ήταν ένα συνηθισμένο κρατικό ομόλογο, αλλά ένας έκτακτος διακυβερνητικός μηχανισμός χρηματοδότησης, στον οποίο συμμετείχαν τα κράτη της Ευρωζώνης σε συνδυασμό με το πρόγραμμα του ΔΝΤ. Το αρχικό ποσό των διμερών δανείων έφθασε τα 52,9 δισεκατομμύρια ευρώ και οι αρχικοί όροι προέβλεπαν επιτόκιο βασισμένο στο τρίμηνο Euribor με προσαύξηση 300 μονάδων βάσης για τα πρώτα τρία χρόνια και 400 μονάδων για τα ποσά που παρέμεναν μετά την τριετία, μαζί με εφάπαξ χρέωση υπηρεσίας 50 μονάδων βάσης. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει κανείς τον όρο «τιμωρητικοί» ως τεχνικό χαρακτηρισμό, αφού δεν ήταν αυτός ο συμβατικός όρος. Πολιτικά όμως δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι επρόκειτο για εξαιρετικά ακριβή χρηματοδότηση σε σχέση με το σχεδόν μηδενικό βραχυπρόθεσμο επιτόκιο της αγοράς εκείνης της εποχής. Για το γερμανικό μερίδιο, η KfW, η γερμανική αναπτυξιακή τράπεζα, λειτούργησε ως δανειστής κατ’ εντολή της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, με την εγγύηση του γερμανικού Δημοσίου.Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες αντιφάσεις της ευρωπαϊκής διαχείρισης της ελληνικής κρίσης. Το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωζώνης δεν είχε προβλέψει έναν μόνιμο μηχανισμό χρηματοδοτικής στήριξης για ένα κράτος που έχανε την πρόσβασή του στις αγορές.Η ελληνική περίπτωση αντιμετωπίστηκε αρχικά μέσω του Greek Loan Facility (GLF), δηλαδή ενός συστήματος διμερών δανείων των κρατών της Ευρωζώνης προς την Ελλάδα. Παράλληλα, όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε δύο διαφορετικούς μηχανισμούς, τον European Financial Stabilisation Mechanism (EFSM) και τον European Financial Stability Facility (EFSF), οι οποίοι συχνά συγχέονται, ενώ είχαν διαφορετική θεσμική και δημοσιονομική βάση.Ο EFSM ήταν μηχανισμός της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασισμένος στο άρθρο 122 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 407/2010 του Συμβουλίου στις 11 Μαΐου 2010. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορούσε να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές για λογαριασμό της Ένωσης, με εγγύηση τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Η δημοσιονομική του βάση, επομένως, δεν περιοριζόταν στα κράτη της Ευρωζώνης, αλλά συνδεόταν με το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατ’ επέκταση, με τον κοινοτικό προϋπολογισμό στον οποίο συμμετείχαν όλα τα κράτη μέλη. Ο EFSF ήταν διαφορετικής φύσης κατασκευή, αποφασίστηκε στις 9 Μαΐου 2010 και συστάθηκε/ενσωματώθηκε νομικά στις 7 Ιουνίου 2010 ως εταιρεία ειδικού σκοπού υπό το λουξεμβουργιανό δίκαιο. Ο EFSF έγινε πλήρως επιχειρησιακός στις 4 Αυγούστου 2010, με χρηματοδοτική ικανότητα που στηριζόταν στις εγγυήσεις αποκλειστικά των κρατών που συμμετείχαν στο κοινό νόμισμα. Δεν αποτελούσε θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν στηριζόταν στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Η Ελλάδα βρέθηκε έτσι σε μια θεσμική αντίφαση που αποκάλυψε τα όρια της ίδιας της Ευρωζώνης. Είχε εγκαταλείψει το εθνικό της νόμισμα και τη δυνατότητα αυτόνομης νομισματικής χρηματοδότησης, ενώ, την άνοιξη του 2010, το κόστος χρηματοδότησης από τις αγορές είχε καταστεί απαγορευτικό και η δυνατότητα ομαλής αναχρηματοδότησης του ελληνικού χρέους βρισκόταν υπό άμεση αμφισβήτηση. Η Ελλάδα δεν είχε ακόμη κηρύξει στάση πληρωμών· βρισκόταν όμως σε μια κατάσταση όπου ο κίνδυνος αδυναμίας πληρωμών είχε καταστεί αρκετά σοβαρός ώστε η κυβέρνηση να ζητήσει επίσημα χρηματοδοτική συνδρομή. Στις 23 Απριλίου 2010, από το Καστελόριζο, ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε την απόφαση της κυβέρνησης να ζητήσει την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης από τους ευρωπαίους εταίρους και το ΔΝΤ.  

Η Ελλάδα, επομένως, δεν προσέφυγε στους ευρωπαίους εταίρους της αφού είχε ήδη χρεοκοπήσει. Αυτό έχει σημασία, διότι δείχνει και τη φύση της ευρωπαϊκής παρέμβασης: δεν επρόκειτο για διάσωση μιας χώρας που είχε ήδη αθετήσει τις υποχρεώσεις της, αλλά για χρηματοδοτική παρέμβαση πριν από την εκδήλωση μιας ενδεχόμενης αδυναμίας πληρωμών. Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στο άρθρο 125 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη, γνωστή ως ρήτρα «μη διάσωσης» (no-bailout clause), προβλέπει ότι η Ένωση και τα κράτη μέλη δεν αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις ενός άλλου κράτους μέλους. Όταν όμως ξέσπασε η ελληνική κρίση, η Ευρωζώνη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα για το οποίο η αρχική θεσμική της αρχιτεκτονική δεν είχε προβλέψει μηχανισμό αντιμετώπισης: ένα κράτος που χρησιμοποιούσε το κοινό νόμισμα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπο με αδυναμία χρηματοδότησης στις αγορές, χωρίς να υπάρχει ένας μόνιμος ευρωπαϊκός μηχανισμός κρατικής χρηματοδότησης.Η απάντηση του 2010 ήταν η δημιουργία μιας έκτακτης αρχιτεκτονικής χρηματοδοτικής συνδρομής, η οποία σχεδιάστηκε ώστε να μην εμφανίζεται ως ανάληψη των ελληνικών υποχρεώσεων από τα άλλα κράτη. Αρχικά, μέσω του διακυβερνητικού μηχανισμού των διμερών δανείων του Greek Loan Facility και, στη συνέχεια, μέσω των προσωρινών μηχανισμών EFSM και EFSF, η Ευρωζώνη άρχισε να οικοδομεί εκ των υστέρων ένα σύστημα διαχείρισης κρίσεων που δεν διέθετε όταν δημιουργήθηκε το κοινό νόμισμα. Η προσωρινή αυτή αρχιτεκτονική θα οδηγούσε τελικά στη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού, του ESM.Η θεσμική βάση για αυτή τη μετάβαση δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 2011, όταν αποφασίστηκε η τροποποίηση του άρθρου 136 ΣΛΕΕ με την προσθήκη της παραγράφου 3. Η νέα διάταξη αναγνώρισε ρητά τη δυνατότητα των κρατών μελών της Ευρωζώνης να εγκαθιδρύσουν μηχανισμό σταθερότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η χρηματοδοτική συνδρομή θα παρέχεται υπό αυστηρούς όρους.Η ευρωπαϊκή κρίση χρέους, επομένως, δεν ήταν απλώς η εφαρμογή προϋπαρχόντων κανόνων στην Ελλάδα. Ήταν ταυτόχρονα μια διαδικασία θεσμικής μετάλλαξης της ίδιας της Ευρωζώνης. Η Ελλάδα αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο πεδίο αυτής της μετάβασης: από ένα σύστημα στο οποίο η απώλεια πρόσβασης στις αγορές δεν διέθετε σαφή ευρωπαϊκή θεσμική απάντηση, σε ένα σύστημα μόνιμου μηχανισμού χρηματοδοτικής σταθερότητας, η χρηματοδότηση του οποίου συνδεόταν με αυστηρούς όρους.Το δάνειο, του οποίου το υψηλό κόστος αναδεικνύεται σήμερα στην πολιτική συζήτηση, υπογράφηκε από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Αυτό δεν ακυρώνει τις ευθύνες όσων διαχειρίστηκαν τη χώρα πριν από το 2010, δεν ακυρώνει την κριτική για τη δημοσιονομική πολιτική της προηγούμενης δεκαετίας, ούτε την ευθύνη των ευρωπαϊκών θεσμών για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η κρίση. Δημιουργεί όμως μια στοιχειώδη υποχρέωση πολιτικής ειλικρίνειας: όταν κάποιος μιλά σήμερα για το κόστος εκείνου του δανείου, πρέπει να μιλά και για την απόφαση με την οποία το δάνειο δημιουργήθηκε.Μια ακόμη παράμετρος, που η πολιτική μνήμη τείνει να παρακάμπτει: το ΔΝΤ δεν δάνεισε την Ελλάδα δωρεάν. Το πρόγραμμα εγκρίθηκε τον Μάιο του 2010 και η Ελλάδα άντλησε συνολικά περίπου 27,8 δισεκατομμύρια SDR (Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα), μια διεθνή λογιστική μονάδα του ΔΝΤ, η αξία της οποίας τον Μάιο του 2010 κυμαινόταν περίπου μεταξύ 1,14 και 1,20 ευρώ ανά SDR. Το κόστος της χρηματοδότησης του ΔΝΤ δεν περιοριζόταν στο βασικό επιτόκιο, αλλά περιλάμβανε και πρόσθετες χρεώσεις και επιβαρύνσεις, με αποτέλεσμα οι συνολικές χρεώσεις που καταγράφονται στους λογαριασμούς του Ταμείου καθ’ όλη τη διάρκεια των ελληνικών προγραμμάτων μέχρι την τελική εξόφλησή τους να ανέλθουν σε περίπου 4,37 δισεκατομμύρια SDR. Η Ελλάδα προχώρησε στη συνέχεια στην πρόωρη εξόφληση των υποχρεώσεών της προς το Ταμείο: το 2021 πραγματοποίησε σημαντική πρόωρη αποπληρωμή και το 2022 ολοκλήρωσε την εξόφληση των υποχρεώσεών της, περίπου δύο χρόνια νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Επομένως, η πρόωρη εξόφληση δεν αποτελεί αιφνίδια ιδεοληψία, αλλά ένα εργαλείο διαχείρισης του δημοσίου χρέους που έχει ήδη δοκιμαστεί.Το πραγματικό ερώτημα είναι πότε μια τέτοια κίνηση συμφέρει, καθότι το σημερινό ελληνικό χρέος δεν ταυτίζεται με το χρέος του 2010. Οι όροι των δανείων του GLF τροποποιήθηκαν με τα χρόνια, το περιθώριο μειώθηκε δραστικά και η σημερινή χρηματοοικονομική εικόνα δεν μπορεί να αναπαράγεται σαν να πληρώνει η Ελλάδα το αρχικό περιθώριο των 300 ή 400 μονάδων βάσης. Ταυτόχρονα, η δομή του ελληνικού χρέους έχει μεταβληθεί ριζικά ως προς τις διάρκειες, τη σύνθεση, τη διαχείριση του επιτοκιακού κινδύνου και την πρόσβαση στις αγορές. Άρα, ούτε η κυβέρνηση δικαιούται να ισχυρίζεται απλώς ότι η εξόφληση χρέους συνιστά μια αυτοτελώς ορθή πράξη, ούτε η αντιπολίτευση να ζητά απλουστευτικά τη διοχέτευση των χρημάτων στην κοινωνία. Η ουσιαστική οικονομική ερώτηση αφορά την καθαρή απόδοση της πρόωρης αποπληρωμής σε σχέση με την εναλλακτική χρήση των διαθέσιμων κεφαλαίων: αν η εξόφληση εξοικονομεί τόκους, παράγεται πραγματικό δημοσιονομικό όφελος, αλλά αν τα ίδια κεφάλαια μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν μια παραγωγική επένδυση με κοινωνική και οικονομική απόδοση υψηλότερη από την εξοικονόμηση τόκων, τότε η αποπληρωμή ενέχει ένα σαφές κόστος ευκαιρίας.Ακριβώς εδώ αναδύεται το δεύτερο και μεγαλύτερο δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, που συνδέεται με το Σύμφωνο Σταθερότητας. Όταν η αντιπολίτευση επικαλείται την επιστροφή των πόρων στην κοινωνία, οφείλει να προσδιορίσει τον συγκεκριμένο δημοσιονομικό μηχανισμό μέσω του οποίου θα επιτευχθεί αυτό. Η Ελλάδα δεν υφίσταται σε δημοσιονομικό κενό όπου η κυβέρνηση αποφασίζει ελεύθερα το ύψος των ετήσιων δαπανών, αλλά εντάσσεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, όπου το βασικό επιχειρησιακό μέγεθος είναι η πορεία των καθαρών δαπανών. Το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο 2025-2028 θέτει συγκεκριμένα ανώτατα όρια αύξησης των καθαρών δαπανών (3,7% το 2025, 3,6% το 2026, 3,1% το 2027 και 3,0% το 2028). Οι καθαρές δαπάνες δεν ταυτίζονται με το σύνολο των κρατικών δαπανών, καθώς ο ευρωπαϊκός δείκτης αφαιρεί τις δαπάνες τόκων, πόρους συγχρηματοδοτούμενους από την ΕΕ, κυκλικά στοιχεία επιδομάτων ανεργίας και έκτακτες δαπάνες. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος δεν μπορεί να αυξάνει ανεξέλεγκτα τις μόνιμες καθαρές δαπάνες χωρίς να συνυπολογίζει την τροχιά του χρέους.Παράλληλα, το νέο πλαίσιο προβλέπει ειδικές ρήτρες διαφυγής και αναγνωρίζει την ανάγκη για μεγάλες επενδύσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα. Το 2025 ενεργοποιήθηκε για την Ελλάδα η εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, επιτρέποντας προσωρινή απόκλιση από την κανονική πορεία των καθαρών δαπανών, αν και η πρόσθετη αυτή επιβάρυνση πρέπει τελικά να ενσωματωθεί σε μια συνεπή πορεία δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Δημιουργείται έτσι το παράδοξο της εγχώριας πολιτικής αντιπαράθεσης: ενώ όλοι ζητούν περισσότερες δημόσιες επενδύσεις, πόρους για την κοινωνία και παραγωγική ανασυγκρότηση, σχεδόν κανείς δεν συζητά τον θεσμικό μηχανισμό μέσω του οποίου αυτοί οι πόροι θα κινητοποιηθούν χωρίς να μετατραπούν σε νέα δημοσιονομική πίεση.Η ιδέα που αξίζει να συζητηθεί σοβαρά δεν αφορά ένα ακόμη κρατικό ταμείο επιδοτήσεων, αλλά έναν ελληνικό αναπτυξιακό χρηματοδοτικό θεσμό στη λογική της γερμανικής Kreditanstalt für Wiederaufbau (KfW). Η KfW δεν αποτελεί απλώς μια κρατική τράπεζα, αλλά έναν μηχανισμό που αντλεί τη μεγάλη πλειονότητα της χρηματοδότησής του από τις κεφαλαιαγορές με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους λόγω της ομοσπονδιακής εγγύησης, μεταφέροντας αυτή τη δυνατότητα στην οικονομία με ευνοϊκά επιτόκια. Πρόκειται για έναν θεσμικό μηχανισμό χρηματοδοτικής μόχλευσης που μπορεί να χρηματοδοτεί μακροχρόνιες επενδύσεις υποδομών, ενεργειακά έργα, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τοπική αυτοδιοίκηση. Το μοντέλο αυτό σηματοδοτεί τη μετάβαση από το κράτος-διαχειριστή του ετήσιου προϋπολογισμού στο κράτος-οργανωτή μακροχρόνιας χρηματοδότησης.Αυτό έχει τεράστια σημασία για την Ελλάδα, όπου το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος του δημοσίου χρέους, αλλά η διαχρονική αδυναμία μετατροπής της αποταμίευσης, των ευρωπαϊκών κονδυλίων και της κρατικής πιστοληπτικής ικανότητας σε παραγωγικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας. Η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο δίλημμα «αποπληρωμή χρέους ή παροχές», αλλά στο πώς αξιοποιείται η ισχυρότερη δημοσιονομική θέση της χώρας για τη δημιουργία ενός μηχανισμού που παράγει επενδύσεις χωρίς να επιβαρύνει ευθέως τον κρατικό προϋπολογισμό. Ένας Ελληνικός Αναπτυξιακός Χρηματοδοτικός Οργανισμός —με αυτοτελή κεφαλαιακή βάση, επαγγελματική διοίκηση, αυστηρούς κανόνες πιστοδότησης και διαφάνεια— θα μπορούσε να λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις εμπορικές τράπεζες, επιμερίζοντας τους κινδύνους και μειώνοντας το κόστος κεφαλαίου σε τομείς όπως η βιομηχανία, η ενέργεια, τα δίκτυα, η αγροδιατροφή, οι σιδηρόδρομοι, οι ψηφιακές υποδομές και η τεχνολογία.Το παράδειγμα της Γερμανίας, η οποία αξιοποιεί την KfW και στο πλαίσιο του Germany Fund για τη μόχλευση δημόσιων πόρων ύψους 30 δισεκατομμυρίων ευρώ σε συνολικές επενδύσεις 130 δισεκατομμυρίων, αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη για τη δημόσια οικονομική ισχύ: το κράτος δεν χρειάζεται να χρηματοδοτεί εξ ολοκλήρου μια επένδυση, αλλά μπορεί να μειώνει το κόστος κεφαλαίου και να κινητοποιεί ιδιωτικούς πόρους. Τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση παραμένουν εγκλωβισμένες σε παλαιά υποδείγματα, επιλέγοντας είτε τη μονομερή προσήλωση στη μείωση του χρέους είτε την αόριστη παροχολογία, χωρίς να προτείνουν τη συγκρότηση των θεσμών που θα επιτρέψουν στη χώρα να επενδύσει δομικά.Αν το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί να ασκήσει ουσιαστική κριτική στην πρόωρη αποπληρωμή του GLF, οφείλει να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη εναλλακτική ανάλυση που θα προσδιορίζει ποια δάνεια θα διακρατούσε, ποιο θα ήταν το κόστος τους, ποια η καθαρή εξοικονόμηση τόκων, ποια η εναλλακτική επενδυτική απόδοση και πώς θα χρηματοδοτούνταν οι προτεινόμενες δαπάνες εντός του νέου δημοσιονομικού πλαισίου. Παράλληλα, καλείται να απαντήσει γιατί η κυβέρνησή του το 2010 υπέγραψε ένα δάνειο με τόσο υψηλά περιθώρια, χωρίς να αντιμετωπίζει τη σημερινή συζήτηση σαν να ανακαλύπτεται τώρα το κόστος εκείνης της επιλογής.Έτσι, διαμορφώνεται μια ιδιότυπη συνέργεια ανάμεσα στη συμπολίτευση και την αντιπολίτευση. Αμφότερες οι πλευρές συντηρούν έναν επιφανειακό διάλογο που εξυπηρετεί τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές τους ανάγκες, αποφεύγοντας την ουσιαστική αντιπαράθεση για το αναπτυξιακό υπόδειγμα της χώρας. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει σήμερα το κόστος δανείων που η ίδια κάποτε συνομολόγησε ή διαχειρίστηκε, ενώ αποφεύγει να εντάξει την κριτική της στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της Ευρωζώνης. Η κυβέρνηση, από την άλλη, εμφανίζει ως σχεδόν αυτονόητη εθνική επιλογή μια επιλογή διαχείρισης του χρέους που μπορεί να ενισχύει τη δημοσιονομική ασφάλεια, χωρίς όμως να απαντά στο δυσκολότερο ερώτημα: πώς αυτή η ασφάλεια θα μετατραπεί σε πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση.Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε την επιστροφή στον εύκολο δανεισμό ούτε την αποδοχή μιας μόνιμης λιτότητας, αλλά μια τρίτη επιλογή: δημοσιονομική πειθαρχία στον τρέχοντα προϋπολογισμό, δυναμική χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων και έναν θεσμό που να συνδέει τα δύο. Η πρόωρη αποπληρωμή του GLF αποκτά το πραγματικό της νόημα όχι ως ευκαιριακός πολιτικός θρίαμβος ή ως υποτιθέμενο σκάνδαλο, αλλά ως μια πράξη διαχείρισης ενός παλαιού παθητικού, η οποία καθίσταται ωφέλιμη μόνο εφόσον συνοδεύεται από μια νέα πολιτική δημιουργίας ενεργητικού. Η οριστική υπέρβαση της περιόδου του 2010 δεν θα επέλθει με την απλή εξόφληση του τελευταίου μνημονιακού δανείου, αλλά όταν η χώρα παύσει να διχάζεται ανάμεσα στην εξόφληση του παρελθόντος και τη χρηματοδότηση του μέλλοντος, οικοδομώντας τους αναγκαίους αναπτυξιακούς θεσμούς.Υστερόγραφο:Πολλοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ μίλησαν υπέρ της πρώτης μνημονιακής σύμβασης, αλλά εμείς θα σταθούμε στην ομιλία του Βορίδη, ο οποίος, ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος τότε του ΛΑΟΣ, υπερψήφισε τη δανειακή σύμβαση, επιστρατεύοντας και το εθνικιστικό στοιχείο, επικαλούμενος το πλατωνικό «μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν η πατρίς». Δεν διαπίστωνε, ωστόσο, ότι η Τρόι(κ)α μπορούσε να αποδειχθεί ο Δούρειος Ίππος της.Τελικά, η Τρόι(κ)α, ως Δούρειος Ίππος, έκαψε την Ελλάδα, που έγινε η σύγχρονη Τροία.Υστερόγραφο 2:

Η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία ψήφισε τότε υπέρ του Μνημονίου, έλεγε στις 6 Μαΐου 2010, την ημέρα της διαγραφής της από τη Νέα Δημοκρατία:«Την ώρα που το δίλημμα είναι χρεοκοπία ή θυσίες, δεν μπορώ να πω στους Έλληνες ότι πατριωτισμός σημαίνει κορώνες, ανευθυνότητα και άρνηση της πραγματικότητας.»Και συνέχιζε:«Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή θα πράξω το χρέος μου. Ψήφισα επί της αρχής υπέρ του νομοσχεδίου…»Ταυτόχρονα δήλωνε ότι θα καταψήφιζε επιμέρους μέτρα, όπως τη μείωση των εισοδημάτων των συνταξιούχων και την αύξηση του ΦΠΑ.«Μοναδικός γνώμονας των πράξεών μου είναι το συμφέρον της πατρίδας και η συνείδησή μου. Και αναλαμβάνω πλήρως το βάρος της ευθύνης των επιλογών μου.»Και κατέληγε:«Σε αντάλλαγμα αυτών των θυσιών, μας προσφέρεται χρηματοδότηση 110 δισ. ευρώ προκειμένου η Ελλάδα να αποφύγει τη χρεοκοπία.»Εμείς θα συμπληρώναμε σήμερα:Ευτυχώς πήραμε λιγότερα.