Οι εκλογικές προσδοκίες και η ΔΕΘ: Η πολιτική ανατομία της ψήφου

Του Σωκράτη Ε. Αργύρη 

Η πράξη της εισόδου στο εκλογικό παραβάν αποτελεί ίσως το πιο πυκνό και παράδοξο σημείο της σύγχρονης δημοκρατίας. Για λίγα δευτερόλεπτα, ο άνθρωπος της μαζικής κοινωνίας αποσυνδέεται από το ψηφιακό βουητό, τις κοινωνικές του ταυτότητες και τους καθημερινούς του ρόλους, κρατώντας στα χέρια του ένα κομμάτι χαρτί που καλείται να συμπυκνώσει, έστω συμβολικά, την πολιτική του βούληση. Η πολιτική επιστήμη και η κοινωνιολογία επιχειρούν εδώ και δεκαετίες να εκλογικεύσουν αυτή τη στιγμή, να την εντάξουν σε προβλέψιμα υποδείγματα συμπεριφοράς και να ανακαλύψουν τις μεταβλητές που προηγούνται της απόφασης. Κι όμως, η κάλπη εξακολουθεί να μοιάζει με μαύρο κουτί: ένας χώρος όπου συναντώνται η οικονομική σκοπιμότητα, η κοινωνική καταγωγή, η κληρονομημένη ταυτότητα, η πολιτισμική μνήμη, η ηθική πεποίθηση, η συναισθηματική προσκόλληση και ο βουβός θυμός. Για να κατανοήσουμε πώς και γιατί ψηφίζει ο σύγχρονος πολίτης, οφείλουμε επομένως να περάσουμε από τα αυστηρά επιστημονικά μοντέλα που χαρτογραφούν την εκλογική συμπεριφορά και να εξετάσουμε ταυτόχρονα τα όριά τους: από την ταξική ανατομία της ψήφου και την κομματική ταύτιση έως την ορθολογική επιλογή, την καντιανή ηθική, τις εξαγγελίες της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και, τέλος, τη νέα εξουσία των δημοσκοπήσεων και των αλγορίθμων.

Η πρώτη μεγάλη απόπειρα της εμπειρικής επιστήμης να εξηγήσει την ψήφο βασίστηκε στο Κοινωνιολογικό Μοντέλο, γνωστό ως Σχολή του Columbia, με πρωτεργάτη τον Paul Lazarsfeld. Η θεμελιώδης ιδέα του μοντέλου ήταν ότι η πολιτική συμπεριφορά δεν γεννιέται μέσα σε κοινωνικό κενό. Ο άνθρωπος ψηφίζει ως άτομο, αλλά οι προτιμήσεις του διαμορφώνονται μέσα σε κοινωνικές δομές, δίκτυα και ομάδες αναφοράς. Η κοινωνική τάξη, το επάγγελμα, το μορφωτικό επίπεδο, η γεωγραφική προέλευση και το θρησκευτικό ή πολιτισμικό περιβάλλον επηρεάζουν σημαντικά τις πολιτικές προτιμήσεις. Η ψήφος, με αυτή την έννοια, δεν αποφασίζεται αποκλειστικά τη στιγμή της εισόδου στο παραβάν. Προηγείται μια μακρά διαδικασία πολιτικής κοινωνικοποίησης, η οποία αρχίζει από την οικογένεια, περνά από το σχολείο και τις παρέες, διαμορφώνεται στους χώρους εργασίας και στις κοινωνικές σχέσεις και καταλήγει να μετατρέπει την πολιτική επιλογή σε έκφραση ενός ευρύτερου αισθήματος κοινωνικού ανήκειν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ταξική θέση υπήρξε για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες εκλογικής συμπεριφοράς. Η εκλογική γεωγραφία πολλών ευρωπαϊκών κοινωνιών αποτελούσε για δεκαετίες σχεδόν έναν χάρτη των κοινωνικών και ταξικών ρηγμάτων. Η βιομηχανική εργατική τάξη, οργανωμένη σε συνδικάτα, πολιτικές οργανώσεις και γειτονιές με έντονη συλλογική ταυτότητα, έβλεπε την ψήφο ως μέσο εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων, αναδιανομής και προστασίας της εργασίας. Αντίστοιχα, οι ανώτερες εισοδηματικές και επαγγελματικές κατηγορίες αποτελούσαν συχνά τα παραδοσιακά προπύργια του συντηρητισμού και του οικονομικού φιλελευθερισμού, επιδιώκοντας μέσα από την κάλπη την προστασία της ιδιοκτησίας, τη φορολογική συγκράτηση και τη θεσμική σταθερότητα. Η ψήφος δεν ήταν επομένως απλώς μια ατομική καταναλωτική επιλογή· μπορούσε να λειτουργεί ως πράξη κοινωνικής αλληλεγγύης, αυτοσυντήρησης και συλλογικής ταυτότητας.

Η ανάγνωση αυτή εμπλουτίζεται αποφασιστικά αν εντάξουμε σε αυτήν το έργο του Pierre Bourdieu, ο οποίος διεύρυνε την έννοια της κοινωνικής διαφοροποίησης πέρα από το ύψος του εισοδήματος ή την τυπική θέση στην παραγωγή. Το πολιτισμικό και κοινωνικό κεφάλαιο, μαζί με την έννοια του habitus, μας επιτρέπουν να δούμε τον ψηφοφόρο ως φορέα ενός ολόκληρου συστήματος εσωτερικευμένων διαθέσεων. Με τον όρο habitus ο Bourdieu περιγράφει τα βαθιά εσωτερικευμένα σχήματα αντίληψης, σκέψης και δράσης που διαμορφώνονται μέσα από την κοινωνική μας διαδρομή και επηρεάζουν, χωρίς να υπαγορεύουν μηχανικά, αυτό που μας φαίνεται φυσικό, οικείο, δίκαιο ή αυτονόητο. Ο ψηφοφόρος, επομένως, δεν επιλέγει κόμμα μόνο με βάση το μέγεθος του τραπεζικού του λογαριασμού, αλλά και με βάση τη μόρφωση, την αισθητική, τη γλώσσα, τις κοινωνικές συναναστροφές και τις προσδοκίες που έχει εσωτερικεύσει. Έτσι, η κάλπη μετατρέπεται και σε πεδίο συμβολικής σύγκρουσης ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους να αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο.

Στον αντίποδα αυτής της κοινωνικής προσέγγισης, η Σχολή του Michigan μετέφερε το κέντρο βάρους από την κοινωνική δομή στην ψυχολογική σχέση του ατόμου με την πολιτική. Η κεντρική έννοια είναι η κομματική ταύτιση: ένας σχετικά σταθερός και μακροχρόνιος συναισθηματικός δεσμός με ένα πολιτικό κόμμα, ο οποίος συχνά διαμορφώνεται ήδη από τα πρώτα στάδια της πολιτικής κοινωνικοποίησης. Η κομματική ταύτιση λειτουργεί ως αντιληπτικό φίλτρο. Ο ψηφοφόρος δεν εισέρχεται στην πολιτική πραγματικότητα σαν ουδέτερος παρατηρητής. Οι ίδιες οικονομικές ειδήσεις, τα ίδια σκάνδαλα ή τα ίδια κυβερνητικά μέτρα μπορούν να αποκτήσουν διαφορετικό νόημα ανάλογα με το πολιτικό στρατόπεδο από το οποίο τα κοιτάζει. Ο πολίτης τείνει να αναγνωρίζει ευκολότερα τις αδυναμίες του αντιπάλου και να ερμηνεύει ευνοϊκότερα τις αποτυχίες του δικού του κόμματος. Η πολιτική έτσι αποκτά στοιχεία που θυμίζουν την πίστη σε μια αθλητική ομάδα, όχι επειδή ο ψηφοφόρος είναι παράλογος, αλλά επειδή η πολιτική ταυτότητα έχει ήδη γίνει μέρος της εικόνας που έχει για τον εαυτό του.

Με την πάροδο των δεκαετιών, η οικονομική σκέψη αμφισβήτησε την επάρκεια τόσο της κοινωνιολογικής όσο και της ψυχολογικής προσέγγισης και εισήγαγε το Μοντέλο της Ορθολογικής Επιλογής. Εδώ ο ψηφοφόρος αντιμετωπίζεται ως δρών υποκείμενο που συγκρίνει εναλλακτικές και επιλέγει εκείνη που θεωρεί ότι εξυπηρετεί καλύτερα τις προτιμήσεις του. Η ψήφος μπορεί να είναι αναδρομική: ο πολίτης λειτουργεί ως κριτής της απερχόμενης κυβέρνησης και την επιβραβεύει ή την τιμωρεί με βάση την οικονομική και πολιτική της επίδοση. Μπορεί όμως να είναι και προσανατολισμένη προς το μέλλον, όταν η επιλογή βασίζεται στις προσδοκίες που δημιουργούν οι προγραμματικές δεσμεύσεις των κομμάτων. Και υπάρχει, φυσικά, η περίφημη «ψήφος της τσέπης», όταν η οικονομική κατάσταση του ίδιου του ψηφοφόρου ή της οικογένειάς του αποκτά ιδιαίτερο βάρος στην απόφαση.

Στον ύστερο καπιταλισμό του εικοστού πρώτου αιώνα, ωστόσο, τα παραδοσιακά αυτά υποδείγματα υπέστησαν σοβαρή διάβρωση. Η αποβιομηχάνιση, η υποχώρηση των συνδικάτων, η επισφάλεια, η εξάπλωση της εργασίας στις υπηρεσίες και η διάλυση των παλαιών συλλογικών κοινοτήτων αποδυνάμωσαν τη σχέση ανάμεσα στην ταξική θέση και την κομματική ταύτιση. Η κοινωνική τάξη δεν εξαφανίστηκε· έπαψε όμως σε πολλές περιπτώσεις να μεταφράζεται αυτόματα σε κομματική συμπεριφορά. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικές συγκρούσεις άρχισαν να οργανώνονται όλο και περισσότερο γύρω από πολιτισμικές αξίες. Η θεωρία του μεταϋλισμού του Ronald Inglehart ανέδειξε τη μετατόπιση μέρους των πολιτικών προτεραιοτήτων, ιδίως στις μεταπολεμικές γενιές που μεγάλωσαν σε συνθήκες μεγαλύτερης υλικής ασφάλειας, προς ζητήματα αυτονομίας, ποιότητας ζωής, περιβάλλοντος και κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η οικονομία αντικαταστάθηκε από τον πολιτισμό. Οι δύο διαστάσεις αλληλεπικαλύπτονται και συχνά συνδυάζονται με τρόπους που κάνουν την πολιτική γεωγραφία ακόμη πιο σύνθετη.

Μέσα σε αυτή την αναδιάταξη εμφανίστηκε και μια διαφορετική μορφή κομματικής ταύτισης: η αρνητική ταύτιση. Ο ισχυρότερος λόγος για τον οποίο ένας πολίτης ψηφίζει ένα κόμμα μπορεί πλέον να μην είναι η αγάπη για αυτό, αλλά η αποστροφή προς τον αντίπαλο. Το πολιτικό «εμείς» συγκροτείται μέσα από το «όχι σε αυτούς». Ο αντίπαλος δεν παρουσιάζεται απλώς ως φορέας μιας διαφορετικής οικονομικής πολιτικής, αλλά ως απειλή για τον τρόπο ζωής, την κοινωνική ταυτότητα ή ακόμη και την ηθική τάξη που θεωρεί ο ψηφοφόρος ότι πρέπει να προστατευθεί. Έτσι τροφοδοτείται η ψήφος διαμαρτυρίας και η αντισυστημική ψήφος, ενώ η κάλπη μπορεί να μετατραπεί περισσότερο σε μηχανισμό τιμωρίας παρά σε έκφραση μιας θετικής πολιτικής προσδοκίας.

Μέσα σε αυτό το πλέγμα των επιστημονικών μοντέλων, η καντιανή φιλοσοφία προσφέρει ένα διαφορετικό επίπεδο ανάγνωσης. Δεν αποτελεί ένα ακόμη εμπειρικό μοντέλο εκλογικής συμπεριφοράς, αλλά επιτρέπει να θέσουμε ένα βαθύτερο ερώτημα: τι σημαίνει να αποφασίζει ελεύθερα ένα πολιτικό υποκείμενο; Για τον Immanuel Kant, η ελευθερία δεν ταυτίζεται με την απλή ικανοποίηση των επιθυμιών ούτε με την απουσία εξωτερικού καταναγκασμού. Συνδέεται με την αυτονομία της βούλησης, με την ικανότητα του λογικού υποκειμένου να δρα σύμφωνα με αρχές που μπορεί να αναγνωρίσει ως δεσμευτικές. Η κατηγορική προσταγή, επομένως, δεν είναι ένας πολιτικός αλγόριθμος που προβλέπει τι πρέπει να ψηφίσουμε. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως φιλοσοφικός καθρέφτης της εκλογικής πράξης: πίσω από το παραβάν, ο πολίτης δεν αναρωτιέται μόνο «τι με συμφέρει;», αλλά, τουλάχιστον ως δυνατότητα, και «ποια πολιτική επιλογή μπορώ να θεωρήσω δίκαιη για όλους;».

Εδώ συναντούμε τη θεωρία της εκφραστικής ψήφου, αλλά χρειάζεται να διαχωρίσουμε την οικονομική από τη φιλοσοφική της ανάγνωση. Η πολιτική επιστήμη και η οικονομική θεωρία έχουν επισημάνει ένα κλασικό παράδοξο: η πιθανότητα μία και μόνη ψήφος να αποδειχθεί αποφασιστική σε ένα εκλογικό σώμα εκατομμυρίων είναι εξαιρετικά μικρή. Αν ο πολίτης ενδιαφερόταν αποκλειστικά για το υλικό αποτέλεσμα της ψήφου του και υπολόγιζε αυστηρά το αναμενόμενο προσωπικό όφελος, το κίνητρο συμμετοχής θα ήταν συχνά ασθενές. Κι όμως, εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να προσέρχονται στις κάλπες. Η εκφραστική ψήφος εξηγεί μέρος αυτού του φαινομένου: ο πολίτης μπορεί να ψηφίζει όχι μόνο για να επηρεάσει το αποτέλεσμα, αλλά και για να εκφράσει μια ταυτότητα, μια αξία, μια ιδεολογική θέση ή ένα συναίσθημα. Από μια καντιανή σκοπιά, αυτή η διάσταση μπορεί να διαβαστεί ως υπενθύμιση ότι η πολιτική πράξη δεν είναι πάντοτε απλώς εργαλειακή. Δεν σημαίνει ότι ο ψηφοφόρος είναι κατ’ ανάγκην καντιανός· σημαίνει ότι η εκλογική πράξη μπορεί να αποκτήσει αξιακό νόημα που υπερβαίνει τον στενό υπολογισμό κόστους και οφέλους.

Αυτή η διάκριση ανάμεσα στην εργαλειακή και την αξιακή ορθολογικότητα μας οδηγεί στον Max Weber, ο οποίος, επηρεασμένος από το νεοκαντιανό περιβάλλον, διέκρινε διαφορετικούς τύπους κοινωνικής δράσης. Ο ψηφοφόρος μπορεί να δρα εργαλειακά, υπολογίζοντας ποια επιλογή θα παράγει το αποτέλεσμα που επιθυμεί. Μπορεί όμως να δρα και βάσει αξιών, επιλέγοντας αυτό που θεωρεί ορθό ανεξάρτητα από το άμεσο αποτέλεσμα. Και στην πραγματικότητα οι δύο λογικές συχνά συγκρούονται μέσα στο ίδιο πρόσωπο. Ο πολίτης μπορεί να θέλει να ψηφίσει αυτό που θεωρεί ηθικά σωστό, αλλά ταυτόχρονα να φοβάται ότι η ψήφος του δεν θα μεταφραστεί σε κοινοβουλευτική δύναμη. Εκεί γεννιέται η στρατηγική ψήφος: η στιγμή κατά την οποία η αξιακή επιλογή υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη να παραχθεί ένα συγκεκριμένο πολιτικό αποτέλεσμα.

Μια ανάγλυφη εφαρμογή αυτής της σύγκρουσης συναντάται στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, με το ετήσιο θεσμικό τελετουργικό των εξαγγελιών στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Κάθε Σεπτέμβριο, η πολιτική ηγεσία παρουσιάζει ένα πακέτο οικονομικών μέτρων, φορολογικών ελαφρύνσεων, κοινωνικών παροχών και υποσχέσεων για το μέλλον. Πρόκειται για μια πολιτική σκηνή στην οποία ο ψηφοφόρος αντιμετωπίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, σύμφωνα με τη λογική της ορθολογικής επιλογής: το κράτος παρουσιάζει ένα σύνολο πολιτικών προϊόντων και ο πολίτης καλείται να υπολογίσει πώς αυτά επηρεάζουν το εισόδημα, την καθημερινότητα και τις προσδοκίες του.

Αλλά οι εξαγγελίες δεν πέφτουν ποτέ σε γνωστικό κενό. Φιλτράρονται αμέσως από την κομματική ταύτιση. Οι υποστηρικτές της κυβέρνησης είναι πιθανότερο να τις ερμηνεύσουν ως υπεύθυνη διαχείριση και οι αντίπαλοί της ως προεκλογική παροχολογία. Παράλληλα, επανέρχονται στην επιφάνεια οι κοινωνικές και ταξικές διαφοροποιήσεις. Μια φορολογική ελάφρυνση, μια αύξηση μισθού ή μια κοινωνική παροχή δεν έχουν το ίδιο πολιτικό νόημα για έναν χαμηλόμισθο εργαζόμενο, έναν ελεύθερο επαγγελματία, έναν συνταξιούχο ή ένα υψηλόβαθμο στέλεχος επιχείρησης. Το υλικό συμφέρον συναντά το habitus και μαζί καθορίζουν το πώς μεταφράζεται ένα μέτρο: για κάποιον είναι αναγκαία προστασία, για κάποιον άλλον κρατικός πατερναλισμός, για έναν τρίτο ανεπαρκής διόρθωση μιας βαθύτερης κοινωνικής αδικίας.

Και τότε εμφανίζεται ο τέταρτος παίκτης, που πριν από λίγες δεκαετίες δεν υπήρχε με τη σημερινή του μορφή: ο αλγόριθμος. Η ψηφιακή πολιτική επικοινωνία δεν απευθύνεται πλέον μόνο σε κοινωνικές τάξεις ή μαζικά ακροατήρια. Μέσω της ανάλυσης μεγάλων δεδομένων και της πολιτικής μικρο-στόχευσης (micro-targeting), τα κόμματα και οι πολιτικές καμπάνιες μπορούν να προσεγγίζουν όλο και πιο συγκεκριμένες ομάδες, ακόμη και εξατομικευμένα προφίλ. Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε, ως αναλυτικό σχήμα, για ένα «ψηφιακό habitus»: ένα περιβάλλον στο οποίο οι προηγούμενες προτιμήσεις του χρήστη, οι κοινωνικές του σχέσεις και οι ψηφιακές του συμπεριφορές επηρεάζουν το περιεχόμενο που βλέπει, ενώ το περιεχόμενο αυτό με τη σειρά του ενισχύει τις ίδιες προδιαθέσεις.

Η διαδικασία είναι κυκλική. Ο πολίτης επιλέγει τι θα δει, αλλά ο αλγόριθμος επιλέγει επίσης τι θα του προσφέρει. Η πολιτική πληροφορία παύει έτσι να είναι κοινή εμπειρία και μετατρέπεται σε εξατομικευμένη ροή. Οι λεγόμενες «φούσκες φίλτρων» μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να περιορίσουν την έκθεση σε αντίθετες απόψεις και να ενισχύσουν την επιβεβαίωση των ήδη υπαρχουσών πεποιθήσεων. Η αρνητική κομματική ταύτιση μπορεί τότε να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη ένταση, καθώς ο πολιτικός αντίπαλος δεν εμφανίζεται απλώς ως κάποιος που διαφωνεί, αλλά ως μια διαρκώς αναπαραγόμενη εικόνα απειλής. Η πολιτική πόλωση δεν είναι πλέον μόνο κοινωνικό φαινόμενο· αποκτά και τεχνική υποδομή.

Ο αλγόριθμος, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ψυχρή χαρτογράφηση των προτιμήσεων· λειτουργεί συχνά με καύσιμο το συναίσθημα. Στοχεύοντας στην άμεση συναισθηματική ανταπόκριση του χρήστη, οι ψηφιακές πλατφόρμες τείνουν να ενισχύουν περιεχόμενο που προκαλεί θυμό, φόβο και ηθική αγανάκτηση, μετατρέποντας την αρνητική κομματική ταύτιση σε συναισθηματική πόλωση (affective polarization). Ο πολιτικός αντίπαλος δεν εμφανίζεται πλέον απλώς ως φορέας μιας διαφωνίας, αλλά ως μια διαρκώς αναπαραγόμενη, σχεδόν υπαρξιακή απειλή που απαιτεί εγρήγορση και συσπείρωση.

Μέσα σε αυτό το ελεγχόμενο και ταυτόχρονα υπερπληροφορημένο περιβάλλον, οι δημοσκοπήσεις αποκτούν έναν διττό ρόλο. Δεν λειτουργούν μόνο ως εργαλεία καταγραφής της κοινής γνώμης· υπό ορισμένες συνθήκες μπορούν να γίνουν και μέρος του ίδιου του πολιτικού περιβάλλοντος που μετρούν. Η δημοσιοποίηση μιας δημοσκοπικής υπεροχής μπορεί να ενισχύσει το λεγόμενο φαινόμενο της προσχώρησης στο ρεύμα (bandwagon effect), δηλαδή την τάση ορισμένων ψηφοφόρων να προσανατολίζονται προς τον αναμενόμενο νικητή. Αντίστροφα, μια εικόνα δημοσκοπικής αδυναμίας μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσει συσπείρωση γύρω από ένα κόμμα που εμφανίζεται ως αδικημένο ή απειλούμενο, το λεγόμενο underdog effect. Κανένας από αυτούς τους μηχανισμούς δεν λειτουργεί αυτόματα ούτε με σταθερό τρόπο, αλλά η ίδια η γνώση των δημοσκοπικών συσχετισμών μπορεί να γίνει μια ακόμη μεταβλητή μέσα στην απόφαση του ψηφοφόρου.

Ακόμη πιο σημαντική είναι η στρατηγική ψήφος. Ο πολίτης μπορεί να προτιμά ένα μικρό κόμμα, αλλά αν πιστεύει ότι αυτό δεν θα συγκεντρώσει την απαιτούμενη εκλογική δύναμη, μπορεί να επιλέξει ένα μεγαλύτερο κόμμα που θεωρεί δεύτερη προτίμησή του, προκειμένου να επηρεάσει το τελικό αποτέλεσμα. Εδώ το παραβάν γίνεται σχεδόν εργαστήριο της ανθρώπινης αντίφασης. Ο ψηφοφόρος μπαίνει με μια αξιακή προτίμηση και βγαίνει με μια εργαλειακή επιλογή. Θέλει να ψηφίσει αυτό που θεωρεί σωστό, αλλά τελικά ψηφίζει αυτό που πιστεύει ότι μπορεί να επιτύχει κάτι. Η δημοσκόπηση δεν του λέει απλώς τι πιστεύουν οι άλλοι· του παρέχει μια εκτίμηση για το τι μπορεί να αξίζει η δική του ψήφος μέσα στο συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα.

Η ελληνική εκλογική εμπειρία της μεταπολίτευσης προσφέρει ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό πεδίο για να παρατηρήσει κανείς αυτή τη μετάβαση. Για δεκαετίες, η βαθιά κομματική ταύτιση και η κοινωνική κληρονομικότητα της ψήφου έδιναν στο πολιτικό σύστημα μια αξιοσημείωτη σταθερότητα. Η κομματική επιλογή συχνά περνούσε από γενιά σε γενιά και η εκλογική αναμέτρηση είχε περισσότερο τη μορφή επιβεβαίωσης συλλογικών ταυτοτήτων παρά αναζήτησης μιας νέας πολιτικής εκπροσώπησης. Οι μεγάλες ανατροπές της προηγούμενης δεκαετίας, όμως, έδειξαν πόσο γρήγορα μπορεί να καταρρεύσει αυτή η σταθερότητα όταν η οικονομική κρίση, η απονομιμοποίηση των κομμάτων και η κοινωνική ανασφάλεια μεταβάλλουν ταυτόχρονα το υλικό και το συμβολικό περιβάλλον. Οι μετακινήσεις ψηφοφόρων υπήρξαν εντυπωσιακές, ενώ η ψήφος τιμωρίας, η αποχή και η ενίσχυση νέων ή αντισυστημικών σχηματισμών ανέδειξαν την αδυναμία των παλαιών μοντέλων να εξηγήσουν από μόνα τους τη νέα πραγματικότητα.

Οι εκλογές του 2023 επιβεβαίωσαν ότι η ελληνική πολιτική κοινωνία δεν έχει επιστρέψει απλώς στην παλιά εποχή της σταθερής κομματικής ταύτισης. Η οικονομική αξιολόγηση της κυβέρνησης, η διαχείριση των κρίσεων, η εικόνα της ηγεσίας, οι πολιτισμικές αντιθέσεις, η αρνητική ταύτιση και η στρατηγική ψήφος συνυπάρχουν. Ο ψηφοφόρος μπορεί να τιμωρεί μια κυβέρνηση για την οικονομική της επίδοση και ταυτόχρονα να την επιβραβεύει για τη θεσμική ή πολιτισμική της κατεύθυνση. Μπορεί να απορρίπτει ένα κόμμα όχι επειδή συμφωνεί με τον αντίπαλό του, αλλά επειδή θεωρεί ότι ο αντίπαλος αποτελεί μεγαλύτερο κίνδυνο. Η εκλογική συμπεριφορά γίνεται έτσι λιγότερο μια ευθεία γραμμή και περισσότερο ένας κόμβος αλληλοσυγκρουόμενων κινήτρων.

Για την κρίσιμη μάζα των αναποφάσιστων, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ και οι διαδοχικές δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν επομένως απλώς μια λίστα οικονομικών υποσχέσεων ή ένα παιχνίδι ποσοστών. Μπορούν να λειτουργήσουν ως τεστ αξιοπιστίας. Ο ψηφοφόρος δεν αναρωτιέται μόνο τι θα κερδίσει, αλλά αν ο πολιτικός φορέας που υπόσχεται μπορεί και θέλει να πραγματοποιήσει όσα εξαγγέλλει. Η αναδρομική αξιολόγηση της προηγούμενης διακυβέρνησης συναντά εδώ την προσδοκία για το μέλλον. Η εμπιστοσύνη αποκτά οικονομική αλλά και ηθική διάσταση. Δεν ψηφίζουμε μόνο αυτόν που πιστεύουμε ότι θα μας ωφελήσει· πολλές φορές ψηφίζουμε αυτόν που πιστεύουμε ότι θα συμπεριφερθεί με τρόπο συμβατό με την εικόνα που έχουμε για το δίκαιο, το έντιμο ή το κοινωνικά επιθυμητό.

Τελικά, η κατανόηση της εκλογικής συμπεριφοράς απαιτεί να εγκαταλείψουμε την άνεση μιας μοναδικής εξήγησης. Ο ψηφοφόρος δεν είναι ούτε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής που υπολογίζει οφέλη, ούτε ένα παθητικό προϊόν της κοινωνικής του καταγωγής, ούτε ένας φορέας μιας αμετάβλητης κομματικής ταυτότητας, ούτε ένας απομονωμένος καντιανός ηθικός πράκτορας. Είναι όλα αυτά μαζί, αλλά ποτέ στον ίδιο βαθμό και ποτέ με την ίδια σειρά. Στο ψηφοδέλτιο που επιλέγει συνυπάρχουν η μνήμη της κοινωνικής του θέσης, η αγωνία για την οικονομική του επιβίωση, το habitus που έχει αποκτήσει, η κομματική ταυτότητα, η εικόνα του ηγέτη, η πολιτισμική του αντίληψη, η ψηφιακή του δίαιτα, η πίεση των δημοσκοπήσεων και, ενδεχομένως, η εσωτερική απαίτηση να πράξει σύμφωνα με αυτό που θεωρεί δίκαιο.

Ίσως γι’ αυτό η πράξη του παραβάν παραμένει τόσο δύσκολο να προβλεφθεί. Όλη η σύγχρονη πολιτική επιστήμη προσπαθεί να εξηγήσει τον ψηφοφόρο πριν αυτός φτάσει στην κάλπη. Η κοινωνιολογία καταγράφει την τάξη και το κοινωνικό του περιβάλλον. Η ψυχολογία μετρά την ταύτιση. Η οικονομική θεωρία υπολογίζει το συμφέρον. Η φιλοσοφία αναζητά την ελευθερία και την αξία της πράξης. Οι δημοσκόποι επιχειρούν να προβλέψουν την επιλογή του και οι αλγόριθμοι να την επηρεάσουν πριν ακόμη ο ίδιος συνειδητοποιήσει πόσο έχει επηρεαστεί. Κι όμως, στο τέλος, υπάρχει εκείνη η μικρή στιγμή κατά την οποία η κουρτίνα κλείνει και όλες αυτές οι μεταβλητές συναντώνται σε ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο υποκείμενο.

Τότε η ψήφος παύει να είναι απλώς στατιστική παρατήρηση. Γίνεται απόφαση. Και ίσως αυτό είναι το τελευταίο παράδοξο της δημοκρατίας: όσο περισσότερο αναπτύσσουμε τα εργαλεία για να εξηγήσουμε, να προβλέψουμε και να επηρεάσουμε την εκλογική συμπεριφορά, τόσο πιο καθαρά αναδεικνύεται η απόσταση ανάμεσα στην πιθανότητα και την πράξη. Κανένα μοντέλο δεν μπορεί να καταργήσει πλήρως αυτή τη στιγμή της απόφασης, όπως κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να μετατρέψει ολοκληρωτικά την ανθρώπινη βούληση σε αριθμό. Κάθε εκλογική αναμέτρηση αποκαλύπτει έτσι όχι μόνο ποιο κόμμα κέρδισε, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία επέλεξε, μέσα από τους φόβους, τα συμφέροντα, τις μνήμες, τις ταυτότητες και τις αξίες της, να αντιμετωπίσει το μέλλον της.

Στην Ελλάδα του 2026, επομένως, η ΔΕΘ δεν είναι απλώς μια ετήσια τελετουργία πολιτικών εξαγγελιών. Ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, αποτελεί ένα από τα πεδία στα οποία η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη δημοσιονομική της δυνατότητα σε πολιτική προσδοκία, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν τις ίδιες εξαγγελίες σε μέτρο σύγκρισης, αμφισβήτησης ή πολιτικής καταγγελίας. Για τον ψηφοφόρο, όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποιος υπόσχεται περισσότερα. Θα είναι ποιος μπορεί να πείσει ότι όσα υπόσχεται είναι οικονομικά εφικτά, πολιτικά αξιόπιστα και κοινωνικά δίκαια. Εκεί θα κριθεί ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής μάχης: όχι στην ποσότητα των παροχών, αλλά στην αξιοπιστία της προσδοκίας που αυτές δημιουργούν.

Η ανατομία της εκλογικής πράξης οδηγεί τελικά σε ένα βαθύτερο ερώτημα: αν ο ψηφοφόρος διαμορφώνεται από την κοινωνική του θέση, το πολιτισμικό και κοινωνικό του κεφάλαιο, την κομματική του ταύτιση, τα οικονομικά του συμφέροντα, τις αξίες του, το ψηφιακό περιβάλλον και τις πληροφορίες που δέχεται, σε ποιο βαθμό μπορεί η τελική του επιλογή να θεωρηθεί πραγματικά δική του; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η πλήρης ελευθερία ούτε ο απόλυτος καθορισμός. Η ψήφος γεννιέται μέσα σε ένα πλέγμα επιρροών που προηγείται του υποκειμένου, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το υποκείμενο ταυτίζεται πλήρως με τις επιρροές αυτές. Ακριβώς εδώ αποκτά σημασία η καντιανή έννοια της αυτονομίας: όχι ως απαίτηση να είμαστε απαλλαγμένοι από κάθε επιρροή —κάτι που θα ήταν αδύνατο— αλλά ως δυνατότητα να μην ταυτιζόμαστε ολοκληρωτικά με τις αιτίες που μας διαμορφώνουν. Η εκλογική πράξη μπορεί τότε να ιδωθεί ως η στιγμή κατά την οποία ο πολίτης μετατρέπει όλες αυτές τις κοινωνικές, οικονομικές, ψυχολογικές και ψηφιακές επιρροές σε μια δική του κρίση. Δεν είναι μια απόφαση έξω από την ιστορία και την κοινωνία· είναι μια απόφαση μέσα σε αυτές, αλλά όχι κατ’ ανάγκην εξ ολοκλήρου καθορισμένη από αυτές.

Το παραβάν είναι μικρό. Και όμως, σε αυτόν τον μικρό, αθέατο χώρο, η δημοκρατία αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η πρόβλεψη: στη στιγμή κατά την οποία ο ψηφοφόρος καλείται να αποφασίσει μόνος. Εκεί δεν αποδεικνύει ότι είναι απολύτως ελεύθερος· αποδεικνύει πόσο ελεύθερος μπορεί ακόμη να είναι. Πίσω από την κουρτίνα, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο ο ψηφοφόρος που κλείνει για λίγα δευτερόλεπτα τον κόσμο απ’ έξω.

Βρίσκεται ο άνθρωπος που, μέσα σε όλα όσα τον έχουν διαμορφώσει, καλείται να κάνει μια επιλογή που θα είναι, έστω για μια στιγμή, δική του.