Αιγαίο: «Μη οριοθετημένες περιοχές» ή μη οριοθετημένη κυβερνητική πολιτική; Όταν ο Μητσοτάκης καταφεύγει σε ορισμούς του διεθνούς δικαίου που… δεν υπάρχουν – Σε άλλη γλώσσα ο Δένδιας, περίεργες αναγγελίες από Πομπέο!

Του Γ. Λακόπουλου

 Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από την πιστή  απομαγνητοφώνηση της πρόσφατης συνέντευξης του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη:

«Η συμφωνία για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, στο άρθρο 83 παράγραφος 1, λέει κάτι πάρα πολύ απλό: Σε μη οριοθετημένες περιοχές απαγορεύονται οι μονομερείς ενέργειες, από όλους. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να συζητάμε και να κάνουμε διερευνητικές επαφές όσο κάποιος προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες…».  

Ο όρος «μη οριοθετημένη περιοχή» επαναλαμβάνεται συχνά από τον Έλληνα Πρωθυπουργό στις εγχώριες και διεθνείς αναφορές του. Παρότι η κοινή λογική υπαγορεύει ότι αυτόν ειδικά τον όρο έπρεπε να τον αποφεύγει. Κάνεις άλλωστε από τους προκατόχους του από το 1974 δεν τον έχει χρησιμοποιήσει.

Αντίθετα κάθε φορά που μιλούσαν για τη «μοναδική διαφορά μας με την Τουρκία» φρόντιζαν να  σημειώνουν προηγουμένως: « Δεν διεκδικούμε τίποτε και δεν παραχωρούμε τίποτε».

Έτσι άφηναν προς διαπραγμάτευση αυτό που όριζαν ρητά ως οριοθέτηση «της υφαλοκρηπίδα των νησιών»- και όχι γενικώς « υφαλοκρηπίδα» όπως, περιέργως, αναφέρεται σήμερα.

Οι πάγιες διατυπώσεις των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν τόσες σαφείς ώστε άφηναν στην  Άγκυρα δυο επιλογές: ή εφαρμογή του διεθνούς δίκαιου ή πόλεμο.

Τα τελευταία χρόνια στη συζήτηση για την υφαλοκρηπίδα προστίθεται ευλόγως η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής  Ζώνης- που δεν συνιστά κυριαρχία, αλλά  άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Ο σημερινός Πρωθυπουργός επιμένει να χρησιμοποιεί τον όρο «θαλάσσιες ζώνες». Αλλά όπως παρατήρησε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς αυτός είναι  ευρύτερος όρος και περιλαμβάνει και ζώνες που δεν είναι  δυνατόν να τεθούν προς διαπραγμάτευση, όπως η «αιγιαλίτιδα ζώνη».

Σχετικά με την πρωθυπουργική ρητορική θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζουμε τη θέση όσων διετέλεσαν υπουργοί Εξωτερικών, όπως η Ντόρα Μπακογιάννη, ο  Δημ. Αβραμόπουλος, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ο Γ. Παπανδρέου,  ο Γ. Κατρούγκαλος.

Κατασκευάζοντας «διεθνές δίκαιο»

Για να επιστρέψουμε στην δήλωση Μητσοτάκη από τη Θεσσαλονίκη, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε κάτι που… δεν υπάρχει. Πουθενά το άρθρο 83 του Δικαίου της Θάλασσας δεν αναφέρει όσα είπε. Τα …κατασκεύασε ο ίδιος, ως… συμπέρασμά του ίσως. Ή οι σύμβουλοί του.

 Για την ακρίβεια η «Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας « του 1982, γνωστή και ως «Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι» ,
αναφέρει τα εξής στο άρθρο 83 παρ. 1:

 «Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με έναντι ή προσκείμενες ακτές πραγματοποιείται κατόπιν συμφωνίας με βάση το διεθνές δίκαιο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 38 του καταστατικού του διεθνούς δικαστηρίου προκειμένου να επιτευχθεί μια δίκαιη λύση».

Ούτε στις επόμενες τρεις παραγράφους αναφέρεται κάτι περί «μη οριοθέτησης» και  «μονομερών ενεργειών».

Για ποιο λόγο επιμένει στη χρήση όρων που δεν υπάρχουν σε μια σύμβαση την οποία  εκτός από την Τουρκία δεν ψήφισαν και δυο άλλες χώρες στις οποίες αναζητά υποστήριξη η σημερινή κυβέρνηση: οι ΗΠΑ και το Ισραήλ;

Για την ελληνική διπλωματία η νομική υποστήριξη της εθνικής θέσης βασίζονταν πάντα στα άρθρα 76 και 77 της UNCLOS, τον «ορισμό της υφαλοκρηπίδας» και τα «δικαιώματα του παράκτιου κράτους», τα άρθρα 55, 56, 57 για το «ειδικό νομικό καθεστώς της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης»,  το «εύρος» της και τα  «κυριαρχικά δικαιώματα, δικαιοδοσίες και υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους».

 Με τόσο σαφές πλαίσιο Διεθνούς Δικαίου σε τι εξυπηρετεί να στριμώχνει ο Πρωθυπουργός τα κατοχυρωμένα δικαιώματα της χώρας στον αόριστο χαρακτηρισμό «μη οριοθετημένη περιοχή»;  Αν μη τι άλλο, αυτή δείχνει ότι το μόνο μη οριοθετημένο είναι η  κυβερνητική πολιτική.

Τα μυστήρια Δένδια, Πομπέο

Με φόντο αυτές τις πρωθυπουργικές εμμονές, σε όρους που δεν συνεισφέρουν στην ελληνική επιχειρηματολογία, υπάρχουν τις τελευταίες μέρες παρεμβάσεις που είτε αποκλίνουν από την λογική που αναδύουν οι τοποθετήσεις Μητσοτάκη, είτε προαναγγέλλουν διόλου ευχάριστες συνέπειες αυτής της λογικής.

Το πρώτο που πρόσεξαν οι πολιτικοί παρατηρητές, είναι ότι παράλληλα με την παρουσίαση του πλέγματος ελληνοτουρκικών εμπλοκών από τον Πρωθυπουργό ο υπουργός Εξωτερικών με άρθρο του στην «Καθημερινή»  μίλησε με εντελώς διαφορετικές διατυπώσεις: «Οι μονομερείς διεκδικήσεις δεν συνιστούν διαφορές».  

Σε άλλο μήκος κύματος από τον Πρωθυπουργό ο Νικος Δένδιας αναφέρει: « Ολόκληρα νησιά δεν εξαφανίζονται από τον χάρτη για να παραχθούν κατά βούληση καινοφανείς γειτονίες, νομικά εξαμβλώματα και τεχνητές παράνομες συμφωνίες. Ούτε φυσικά τα νόμιμα κυριαρχικά δικαιώματα των νησιών όπως προβλέπονται από τα Διεθνές Δίκαιο αποτελούν μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις. Και βέβαια οι μονομερείς διεκδικήσεις κρατών δεν συνιστούν διακρατικές διαφορές. Μία και μοναδική διαφορά υπάρχει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αυτή της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ».

Καμιά σχέση με την οπτική της διατύπωσης Μητσοτάκη.

Την ίδια στιγμή οι διατυπώσεις άλλων διεθνών παραγόντων προκαλούν προβληματισμούς για το παρασκήνιο στο οποίο είναι προφανές ότι έχει εμπλακεί η κυβέρνηση.

Ειδικότερα ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, μιλώντας σε γαλλικό ραδιοσταθμό ζήτησε αποκλιμάκωση με την εξής περίεργη διατύπωση: «Πρέπει να μειωθεί το στρατιωτικό αποτύπωμα παντού».

 Έμπειροι διπλωμάτες το συνδέουν με την τουρκική αξίωση για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, αλλά η ελληνική κυβέρνηση το προσπέρασε.

Ο κενός λόγος περί «διαλόγου»

Ενώ ο Πρωθυπουργός ισχυρίζεται ότι έχει εξασφαλίσει διπλωματική κυριαρχία έναντι της Άγκυρας, αντί να είναι πλεονέκτημα για τη χώρα μετατρέπεται σε… θηλιά διαλόγου, υπό την πίεση των «συμμάχων».

Σ’ αυτή την πίεση ο Πρωθυπουργός απαντά με σκεπτικό που… δεν έχει περιεχόμενο. Μιλώντας στον Economist είπε επί λέξει «αν δεν φτάσουμε σε συμφωνία, είμαστε διατεθειμένοι να φέρουμε το ζήτημα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Και θα σεβαστούμε την απόφαση, η οποία θα βασίζεται σε συνυποσχετικό το οποίο θα υπογράψουμε με την Τουρκία».

Επί της ουσίας δεν μπορεί «να φέρει» το ζήτημα στη Χάγη, γιατί δεν εξαρτάται από την Ελλάδα. Χρειάζεται συνυποσχετικό. Η Τουρκία δεν θα το υπογράψει, όχι μόνο όχι γιατί δεν αποδέχεται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, αλλά γιατί έχει άλλες επιδιώξεις, που υπερβαίνουν όσα θα της έδινε μια διαιτησία.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα; Και με ποιο τρόπο, αν ο διάλογος αποτύχει, ο  Έλληνας Πρωθυπουργός θα την οδηγήσει στη Χάγη; Και πώς εν τω μεταξύ θα την εμποδίσει να θέσει στον «διάλογο» και άλλα θέματα;  Κοντά στο νου κι η γνώση.