
Νέα δεδομένα στη διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών δημιουργεί το δικαστήριο που κάλεσε δέκα νέους μάρτυρες, πρόσωπα με κεντρικό ρόλο και σχέσεις με τις ελεγχόμενες εταιρείες Krikel και Ιntellexa, να καταθέσουν στις 17 Δεκεμβρίου.
Ειδικότερα κλήθηκαν οι Ροτέν Φαρκάς, Εινάτ Σεμάνα, Μερόμ Χαρπάζ, Ξυπτεράς Δημήτρης, Δημήτρης Μπόλιαρης, ενώ για τις 18 Δεκεμβρίου οι Σωτήρης Ντάλας, Νίκος Λιόλιος, Ελένη Μηλιά και Αιμίλιος Κοσμίδης.
Ο Αιμίλιος Κοσμίδης, ο αποκαλούμενος και ως «κρεοπώλης», είναι ο άνθρωπος από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου πληρώθηκαν μολυσμένα sms με Predator που έλαβε και ο Νίκος Ανδρουλάκης.
Ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε κληθεί μόνο μετά τη μήνυση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και είχε υποστηρίξει ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση και πως είχε χάσει την κάρτα του, την οποία άγνωστο πρόσωπο προς τον ίδιο χρησιμοποίησε για την αποστολή του μηνύματος.
Για προσκόμματα και δυσκολίες κατά την άσκηση των καθηκόντων του, έκανε λόγο στην κατάθεσή του του για τις παρακολουθήσεις, ο πρώην πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, Χρήστος Ράμμος.
Ο κ. Ράμμος ανέφερε ότι ποτέ δεν έγινε διασταύρωση των διατάξεων για παρακολουθήσεις, ενώ δεν ελέγχθηκε η ουσιαστική νομιμότητα των εντολών της ΕΥΠ. «Γίνονταν έλεγχοι μόνο για το τυπικό της υπόθεσης. Μας διαβεβαίωναν πως όλα ήταν νόμιμα. Είχαμε μάλιστα ειδοποιήσει ημέρες νωρίτερα τον διοικητή της ΕΥΠ ότι θα πραγματοποιήσουμε έλεγχο», αλλά συναντήσαμε «προσκόμματα από την ΕΥΠ».
Κατά τη διαδικασία, η υποστήριξη της κατηγορίας προσκόμισε φωτογραφία από τον χώρο στάθμευσης του ΚΕΤΥΑΚ, τον Ιούνιο του 2022, στην οποία φαίνεται αυτοκίνητο της εταιρείας Krikel σταθμευμένο δίπλα σε όχημα του διευθυντή του Κέντρου.
Η υπεράσπιση αμφισβήτησε το έγγραφο, ωστόσο το ερώτημα που ανακύπτει, όπως επισημάνθηκε, είναι τι δουλειά είχε το όχημα της εταιρείας στο συγκεκριμένο κτήριο, και μάλιστα σε περίοδο όπου το σκάνδαλο των υποκλοπών βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.
Η ΑΔΑΕ δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει έλεγχο
Από την κατάθεση του κ. Ράμμου προέκυψε ότι η ΑΔΑΕ δεν μπόρεσε ποτέ να πραγματοποιήσει πραγματικό έλεγχο για τις ενέργειες της ΕΥΠ. Οι επισκέψεις της Αρχής στην Υπηρεσία —συνολικά πέντε ή έξι— έγιναν όλες κατόπιν προειδοποίησης, ενώ οι φάκελοι που αφορούσαν τις παρακολουθήσεις του Νίκου Ανδρουλάκη και του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη δεν παρουσιάστηκαν ποτέ. Η διοίκηση της ΕΥΠ, όπως κατέθεσε ο κ. Ράμμος, ουσιαστικά αρνήθηκε να συνεργαστεί.
Ο πρώην πρόεδρος περιέγραψε και την εσωτερική δυσλειτουργία της Αρχής. Μετά τις αλλαγές της κυβέρνησης στη σύνθεση της ΑΔΑΕ —με τη στήριξη της Ελληνικής Λύσης— οι προτάσεις του για ουσιαστικούς ελέγχους και για επιβολή προστίμων στην ΕΥΠ απορρίπτονταν από την πλειοψηφία. Έτσι, οποιαδήποτε προσπάθεια διερεύνησης έμενε μετέωρη.
Σήμερα δημοσίευμα των «ΝΕΩΝ» αποκαλύπτει ότι ένας εκ των πραγματογνωμόνων φέρεται να παραδέχθηκε πως είχε δεχθεί οδηγίες από ανώτατους δικαστικούς να μην δώσει διευκρινίσεις για την έρευνα.
Η γνωμοδότηση Ντογιάκου
Παράλληλα, ο Χρήστος Ράμμος στάθηκε ιδιαίτερα στη γνωμοδότηση του τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, η οποία περιόριζε τις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ στον έλεγχο περιπτώσεων άρσης απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τη γνωμοδότηση «λανθασμένη» και «παρέμβαση στο έργο της Αρχής», εξηγώντας ότι εμπόδιζε την ΑΔΑΕ να εξετάζει καταγγελίες πολιτών σχετικά με πιθανές παρακολουθήσεις.
Κατά την κατάθεσή του, ο κ. Ράμμος ανέφερε ότι η ΕΥΠ δεν παρέδωσε στο κλιμάκιο της ΑΔΑΕ τους φακέλους των προσώπων που είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση, επικαλούμενη προστασία προσωπικών δεδομένων και απόρρητο. «Το βασικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη συνεργασίας από την ΕΥΠ. Δεν ήταν τεχνική η αδυναμία της ΑΔΑΕ, αν και δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι διαθέταμε την πιο σύγχρονη τεχνολογία», τόνισε.
Παράλληλα, απαντώντας σε επίμονες ερωτήσεις, ο μάρτυρας σημείωσε ότι, κατά την εκτίμησή του, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ δειγματοληπτικός έλεγχος στους φακέλους πολιτών για τους οποίους είχε αρθεί το απόρρητο από την ΕΥΠ.
Ο έλεγχος περιορίστηκε σε ένα μόνο από τα κτίρια της ΕΥΠ, στο οποίο υπήρχε μόνον ένας διακομιστής. «Δεν ήταν εφικτό να αναζητήσουμε τον φυσικό δράστη των υποκλοπών. Θα έπρεπε να εξετάσουμε όλα τα κτίρια» είπε.
