
Του Σωκράτη Αργύρη
Αρκεί./ Χτύπα τη θλίψη καταγής/ Και πέταξε το μαράζι στα σκουπίδια./ Πρέπει να πολεμήσης να χαρής/ Κι ακόμα να χαρής/Κι όχι να πίνης ξύδι -όποιος κι αν στο δίνει/Τώρα σου πρέπει μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο «δε με μέλλει»/ Ορθό-κοφτό σαν βλύσμα κραυγής γλάρου/ Πρέπει να γυμνωθής/ Κι αν στολιστής να στολιστής με αχάτη./ Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε/ Μα πρώτα πρέπει να ανασάνης μπροστά στον ήλιο/ Κι αφού λυτρώσεις στην ψυχή σου τον οίστρο του βαρβάρου/ Έβγα στο δρόμο./ Κ’ εκεί,/ Προ πάντων,/ Μην φοβηθείς το πάτημά σου.
– Ανδρέας Εμπειρίκος
Η ψυχαναλυτική ανάγνωση του ποιήματος «Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει» του Ανδρέα Εμπειρίκου, γραμμένου τον Σεπτέμβριο του 1934, αποκαλύπτει μια βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στην ορμή της ζωής (libido) και την ορμή του θανάτου (thanatos). Το έργο αντικατοπτρίζει ανάγλυφα το ζοφερό ιστορικό πλαίσιο του μεσοπολέμου και την άνοδο του ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη. Ο ποιητής καλεί σε μια ενεργητική διεκδίκηση της ύπαρξης και στην καθολική απόρριψη του τιμωρητικού Υπερεγώ, μετατρέποντας τη χαρά σε πράξη αντίστασης ενάντια στην κοινωνική και ψυχική υποταγή.
Παρόμοιες θεματικές συναντώνται στο έργο του Πολ Ελυάρ, ο οποίος, μέσω του υπερρεαλισμού, εξυμνεί τη ζωή και τον έρωτα ως αντίδοτο στη βαρβαρότητα της δεκαετίας του 1930. Την ίδια στιγμή, ο Λουί Αραγκόν, στις πρώιμες σουρεαλιστικές του αναζητήσεις, επιχειρεί επίσης να απελευθερώσει την επιθυμία από τις καταπιεστικές αστικές δομές. Η ιδιαιτερότητα του Εμπειρίκου έγκειται στην προφητική και γεμάτη φως γλώσσα του, η οποία λειτουργεί ως μια άμεση θεραπευτική παρέμβαση απέναντι στην ιστορική μελαγχολία της εποχής.
Για τον Εμπειρίκο, ο οποίος εκείνη ακριβώς την περίοδο ολοκλήρωνε τις ψυχαναλυτικές του σπουδές στο Παρίσι δίπλα στον René Laforgue, η κλινική θεωρία του Σίγκμουντ Φρόιντ δεν αποτελούσε ένα στεγνό εργαλείο διάγνωσης, αλλά μια ριζοσπαστική κοσμοθεωρία ικανή να ανασυγκροτήσει το κοινωνικό γίγνεσθαι. Στο «Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει», η φροϋδική υπόθεση για την ανθρώπινη ψυχή ως πεδίο μάχης μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων αποκτά οντολογικό χαρακτήρα. Η προτροπή «Χτύπα τη θλίψη καταγής» και η εντολή να πεταχτεί «το μαράζι στα σκουπίδια» συνιστούν μια ευθεία επίθεση στην κλινική μελαγχολία, η οποία ψυχαναλυτικά ορίζεται ως η καταστροφική στροφή της επιθετικότητας του υποκειμένου προς τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν το κοινωνικό περιβάλλον παράγει συλλογικό τραύμα, η κατάθλιψη μετατρέπεται σε μηχανισμό υποταγής. Ο Εμπειρίκος, συνεπώς, εισηγείται μια βίαιη ανακατεύθυνση αυτής της ενέργειας προς τα έξω: η θλίψη πρέπει να συντριβεί, ώστε να απελευθερωθεί η δεσμευμένη λίμπιντο και να τεθεί εκ νέου στην υπηρεσία της δημιουργίας.
Αυτή η ψυχική κινητοποίηση έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με το Υπερεγώ, τον εσωτερικευμένο φορέα των κοινωνικών απαγορεύσεων, των ενοχών και της πατριαρχικής αυστηρότητας. Η εικόνα του «ξυδιού» που προσφέρεται στο υποκείμενο («όποιος κι αν στο δίνει») εικονογραφεί μεταφορικά το τιμωρητικό δηλητήριο των ηθικών φραγμών και της κοινωνικής συμμόρφωσης. Το Υπερεγώ απαιτεί από το άτομο να παραιτηθεί από την επιθυμία του, προσφέροντας ως αντάλλαγμα την ψευδαίσθηση της κοινωνικής αποδοχής μέσω της αυτοκαταπίεσης. Η άρνηση του ποιητή είναι απόλυτη. Η επιταγή «Τώρα σου πρέπει μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο» αποτελεί την αποθέωση της Αρχής της Ηδονής, η οποία όμως εδώ αποσπάται από τον ναρκισσιστικό της εγκλεισμό και μετατρέπεται σε συλλογικό δικαίωμα. Η φράση «Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε» δεν συνιστά έναν επιπόλαιο ηδονισμό, αλλά τη ριζική αποκατάσταση της επιθυμίας ως της βαθύτερης αλήθειας του υποκειμένου, απέναντι στις νευρώσεις που γεννά ο πολιτισμός της καταπίεσης.
Η παραμονή του Εμπειρίκου στο μεσοπολεμικό Παρίσι τον έφερε σε άμεση επαφή με τις διεργασίες της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού, όπου εκείνη την περίοδο αναδυόταν η εμβληματική μορφή του Ζακ Λακάν. Η συνύπαρξή τους στον ίδιο επιστημονικό και καλλιτεχνικό μικρόκοσμο, καθώς και η κοινή τους σχέση με την υπερρεαλιστική ομάδα, σφράγισε την κατανόηση του Εμπειρίκου για τη γλώσσα και την επιθυμία. Ο Λακάν, ο οποίος το 1932 είχε ολοκληρώσει τη διατριβή του για την παρανοϊκή ψύχωση και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τον Αντρέ Μπρετόν, υποστήριζε ότι το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα.
Αυτή η αντίληψη για τη γλώσσα και την επιθυμία διαπερνά υπόγεια και την ποιητική του Εμπειρίκου. Η επιθυμία δεν παρουσιάζεται ως μια άμορφη βιολογική ορμή, αλλά ως μια δύναμη που αναζητά έκφραση μέσα από τον ίδιο τον λόγο. Στο «Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει», η θεραπευτική λειτουργία του ποιήματος επιτελείται μέσω της γλωσσικής εκφοράς και της επιτακτικής ρυθμικότητας των ρημάτων («χτύπα», «πέταξε», «πολέμησε»). Ο λόγος δεν λειτουργεί απλώς περιγραφικά· παρεμβαίνει ενεργητικά στην ψυχική κατάσταση του υποκειμένου, επιχειρώντας να το αποδεσμεύσει από την ενοχή, τον φόβο και την αδράνεια. Υπό αυτή την έννοια, μπορούν εκ των υστέρων να διακριθούν συγγένειες με μεταγενέστερες λακανικές επεξεργασίες γύρω από τον «πλήρη λόγο» (parole pleine), δηλαδή έναν λόγο που δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα, αλλά επιτρέπει στο υποκείμενο να αρθρώσει την αλήθεια της επιθυμίας του απέναντι στις πιέσεις της κοινωνικής τάξης και των εσωτερικευμένων απαγορεύσεων.
Μέσα σε αυτή τη θεραπευτική γλωσσική αρχιτεκτονική, η έννοια του «ήλιου» εισάγεται όχι ως ένα απλό φυσιοκρατικό ντεκόρ, αλλά ως ένα ισχυρό ψυχαναλυτικό σύμβολο της συνείδησης και της ενόρασης. Η προτροπή «μα πρώτα πρέπει ν’ ανασάνης εμπρός στον ήλιο» σηματοδοτεί τη στιγμή της συνειδητοποίησης, την ανάδυση του απωθημένου υλικού στο φως του Εγώ. Αν το ασυνείδητο είναι το σκοτάδι των ενστίκτων και των τραυμάτων, ο ήλιος αντιπροσωπεύει τη διανοητική και ψυχική διαύγεια που επιφέρει η ανάλυση. Η «ανάσα» μπροστά στον ήλιο είναι η λύση της υστερικής ασφυξίας, η στιγμή που το υποκείμενο παύει να πνίγεται από τις εσωτερικευμένες ενοχές του και αντικρίζει την πραγματικότητα με καθαρό βλέμμα. Ο ήλιος γίνεται το σύμβολο μιας επανενεργοποιημένης συνείδησης, η οποία δεν καταστέλλει τις ορμές, αλλά τις φωτίζει και τις ενσωματώνει σε μια νέα μορφή ψυχικής συνοχής.
Η πολιτική κρίση του 1934 στην Ελλάδα, η οποία σημαδεύτηκε από τον ακραίο εθνικό διχασμό, τις απόπειρες δολοφονίας του Βενιζέλου και το εκρηκτικό κλίμα που προμήνυε το κίνημα του 1935, αποτυπώνεται ανάγλυφα και μεταφορικά μέσα στις εικονοποιίες του ποιήματος. Το «ξύδι» που προσφέρουν στον άνθρωπο εμπεριέχει μια βαθιά πολιτική αλληγορία για την πικρία, τον φανατισμό και τις ιδεολογικές αυταπάτες που επέβαλλαν οι πολιτικές ελίτ της εποχής, εγκλωβίζοντας τον λαό σε έναν στείρο ρεβανσισμό. Απέναντι σε αυτό το ασφυκτικό σκηνικό, η διεκδίκηση για «μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο» μετατρέπεται σε μια επαναστατική πράξη ανατροπής του κοινωνικού ζόφου, όπου η έξοδος «εμπρός στον ήλιο» συμβολίζει την ανάδυση μιας νέας, απελευθερωμένης συλλογικής συνείδησης που αρνείται να συνθλιβεί από τον επερχόμενο εκφασισμό.
Η υπαρξιακή αυτή γεωγραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου, αν και ριζωμένη στις επαναστατικές θεωρίες του εικοστού αιώνα, συνομιλεί υπόγεια με την ελληνική λογοτεχνική παράδοση, εμφανίζοντας μια αναπάντεχη εκλεκτική συγγένεια με την «Ιθάκη» του Κωνσταντίνου Καβάφη. Στον πυρήνα τους, και τα δύο κείμενα λειτουργούν ως παραινετικά μανιφέστα που επιχειρούν να ανασύρουν τον άνθρωπο από την αδράνεια, μετατρέποντας την πορεία στον κόσμο σε μια πράξη καθαρής αυτοπραγμάτωσης. Η σύγκλιση των δύο ποιητών εντοπίζεται πρωτίστως στη ριζική αποδόμηση του φόβου ως εσωτερικού εμποδίου. Εκεί όπου ο Καβάφης εξορκίζει τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, εξηγώντας ότι τα τέρατα αυτά αποτελούν γεννήματα μιας χαμηλής και φοβισμένης συνείδησης, ο Εμπειρίκος απαντά με την επιτακτική προτροπή να μην φοβηθεί ο άνθρωπος το πάτημά του στον δρόμο. Η απελευθέρωση από τις ενοχές και τις κοινωνικές συμβάσεις —το καβαφικό υψηλό φρόνημα και η εμπειρικική άρνηση του ξυδιού— συνιστά την κοινή τους ασπίδα απέναντι στον αστικό συμβιβασμό και την ψυχική μιζέρια.
Παράλληλα, η αναζήτηση της ηδονής αναδεικνύεται και στα δύο έργα ως η ύστατη επιβεβαίωση της ύπαρξης. Τα ηδονικά μυρωδικά στα φοινικικά εμπορεία της «Ιθάκης» μετουσιώνονται στον Εμπειρίκο σε μια καθολική, σχεδόν βίαιη ανάγκη για βίωση όλων των ηδονών που τραβάνε το υποκείμενο. Η απόλαυση δεν αντιμετωπίζεται ως αμαρτία ή επιπολαιότητα, αλλά ως οντολογικός πλούτος και αντίδοτο στον θάνατο. Ωστόσο, η ειδοποιός διαφορά τους έγκειται στη διαχείριση του χρόνου και της μεθόδου. Ο Καβάφης παραμένει ένας εγκεφαλικός ορθολογιστής, ένας ανατομικός στοχαστής που επενδύει στη διάρκεια και στην υπομονή, θεωρώντας τη σοφία προϊόν μιας μακράς, ώριμης γήρανσης. Αντίθετα, ο Εμπειρίκος, οπλισμένος με την υπερρεαλιστική ορμή, απαιτεί τη λύτρωση εδώ και τώρα. Δεν εισηγείται μια στωική φιλοσοφία, αλλά μια άμεση, ψυχαναλυτική έκρηξη, όπου το υποκείμενο δεν περιμένει να φτάσει σε κάποιο τελικό λιμάνι, αλλά μετατρέπει το ίδιο το πρώτο του βήμα στο φως σε μια νικηφόρα Ιθάκη.
Αυτή ακριβώς η ριζοσπαστική ορμή του Ανδρέα Εμπειρίκου, όταν μεταφέρθηκε από το χαρτί στη δημόσια σφαίρα της Αθήνας το 1935, προκάλεσε έναν πρωτοφανή πνευματικό σεισμό, αποκαλύπτοντας το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία και τον συντηρητισμό της τότε ελληνικής αστικής τάξης. Η αρχή έγινε στις 25 Ιανουαρίου 1935, όταν ο ποιητής έδωσε την ιστορική διάλεξη «Περί Σουρρεαλισμού» στη Λέσχη Καλλιτεχνών. Ο Οδυσσέας Ελύτης, περιγράφοντας την ατμόσφαιρα εκείνης της βραδιάς, διέσωσε το κλίμα της απόλυτης αμηχανίας και εχθρότητας, σημειώνοντας ότι η ομιλία έγινε μπροστά σε μερικούς βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τους κυρίαρχους πολιτικούς της εποχής, τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη, υπήρχαν στον κόσμο και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι που τους έλεγαν Φρόυντ ή Μπρετόν.
Όταν λίγους μήνες μετά, τον Μάρτιο του 1935, κυκλοφόρησε η «Υψικάμινος», η πρώτη αμιγώς υπερρεαλιστική συλλογή με τη μέθοδο της αυτόματης γραφής, η αντίδραση των παραδοσιακών κριτικών κύκλων μετατράπηκε σε ανοιχτό χλευασμό και σκεπτικισμό. Η προσπάθεια του Εμπειρίκου να σπάσει τις γλωσσικές και λογικές συμβάσεις, αναμειγνύοντας την καθαρεύουσα με τη δημοτική και απελευθερώνοντας το ασυνείδητο, αντιμετωπίστηκε από την πλειονότητα του αναγνωστικού κοινού ως συμπτωματολογία παραφροσύνης ή ως μια σκόπιμη ταχυδακτυλουργία απατεώνων. Η κοινωνία του μεσοπολέμου, τρομαγμένη από την πολιτική αστάθεια και την οικονομική κρίση, αδυνατούσε να κατανοήσει ότι αυτή η «ακατανόητη» ποίηση δεν ήταν μια στείρα πρόκληση, αλλά μια βαθιά πολιτική και ψυχολογική πράξη απελευθέρωσης από το κυρίαρχο κοινωνικό Υπερεγώ.
Η υποδοχή αυτή περιπλέχθηκε ακόμα περισσότερο από τη στάση των διανοουμένων της ελληνικής Αριστεράς της εποχής, οι οποίοι είδαν τον υπερρεαλισμό του Εμπειρίκου με έντονη καχυποψία και δογματική επίκριση. Για τους εκφραστές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όπως ο Γιάνης Κορδάτος και οι αρθρογράφοι των αριστερών περιοδικών της περιόδου, η βύθιση στο ασυνείδητο, η αυτόματη γραφή και η αποθέωση των ατομικών ψυχικών ορμών θεωρήθηκαν δείγματα μιας «παρακμιακής αστικής τέχνης» (ντεκαντάνς) που αποπροσανατόλιζε τη μάζα από την ταξική πάλη. Η Αριστερά του μεσοπολέμου απαιτούσε στρατευμένη, ρεαλιστική τέχνη με καθαρά κοινωνικά μηνύματα και αδυνατούσε να αντιληφθεί ότι η απελευθέρωση των ενστίκτων και η κατάρρευση των ηθικών φραγμών που ευαγγελιζόταν ο Εμπειρίκος αποτελούσαν, στον πυρήνα τους, μια βαθιά επαναστατική, αντι-εξουσιαστική πράξη. Χρειάστηκαν χρόνια ώστε η προοδευτική σκέψη να αναγνωρίσει ότι η διεκδίκηση της «Λίμπιντο» και της ηδονής ήταν εξίσου ανατρεπτική με τη διεκδίκηση των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Αυτή η άρνηση του Εμπειρίκου να υποταχθεί στο «μαράζι» και τον κοινωνικό ή ιδεολογικό κομφορμισμό είναι που προσδίδει στο ποίημα «Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει» μια αναπάντεχη διαχρονικότητα, η οποία γεφυρώνει το 1934 με τις σύγχρονες υπαρξιακές αναζητήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το κείμενο επιλέχθηκε ως το κεντρικό λογοτεχνικό θέμα στις εξετάσεις των Πανελληνίων, όπου λειτούργησε ως το απόλυτο νοηματικό αντίβαρο στο ζήτημα της σύγχρονης κοινωνικής απομόνωσης και της μοναξιάς. Στον 21ο αιώνα, η μοναξιά δεν πηγάζει πλέον από την έλλειψη φυσικής επικοινωνίας, αλλά από μια βαθιά, ψηφιακή και υπαρξιακή αλλοτρίωση που πλήττει οριζόντια όλες τις ηλικιακές ομάδες, από τους ηλικιωμένους της τρίτης ηλικίας έως τους εφήβους. Η σύγχρονη κοινωνία, εγκλωβισμένη σε ένα νέο είδος «μαραζιού» που τροφοδοτείται από την εσωστρέφεια, την κατάθλιψη και την εικονική πραγματικότητα, έρχεται αντιμέτωπη με τα ίδια αδιέξοδα που διέγνωσε ο Εμπειρίκος στην εποχή του.
Το ποίημα λειτουργεί σήμερα ως ένα επείγον ψυχοθεραπευτικό κάλεσμα για την καταπολέμηση αυτής της κοινωνικής παθητικότητας. Η κατάληξη του ποιήματος, «Έβγα στον δρόμο. […] Μην φοβηθείς το πάτημά σου», περιγράφει με ακρίβεια την τελική φάση της ψυχαναλυτικής θεραπείας: την ανάδυση ενός ισχυρού, αυτόνομου Εγώ. Το υποκείμενο, έχοντας επεξεργαστεί τα τραύματά του, εγκαταλείπει τον προστατευτικό αλλά καθηλωτικό ναρκισσισμό του ιδιωτικού χώρου και εισέρχεται με αυτοπεποίθηση στη δημόσια σφαίρα.
Στο σύγχρονο πλαίσιο της ψηφιακής αλλοτρίωσης, αυτή η «έξοδος» αποκτά μια νέα, κυριολεκτική σημασία επιστροφής στη ζωντανή, συλλογική εμπειρία. Ο Εμπειρίκος υπενθυμίζει ότι η μοναξιά και η κοινωνική υποταγή νικιούνται μόνο όταν το υποκείμενο βρει το θάρρος να «πατήσει σταθερά» στον δημόσιο χώρο, να διεκδικήσει την ανθρώπινη επαφή και να μετατρέψει την προσωπική του επιθυμία για ζωή σε συλλογική πράξη αντίστασης ενάντια στην αποξένωση. Η πολιτική διάσταση της ψυχανάλυσης συναντά έτσι την κοινωνική κριτική, αποδεικνύοντας ότι η ανάκτηση της λίμπιντο και της επιθυμίας δεν αποτελεί μια εγωιστική καταφυγή, αλλά μια κρίσιμη μορφή αντίστασης απέναντι στην πνευματική και κοινωνική αποσύνθεση.ReplyForward

