Αν το Πολυτεχνείο στις 17 Νοέμβρη έριχνε τη Χούντα – Μία φανταστική Ιστορία σε πραγματικά γεγονότα

Του Απόστολου Λουλουδάκη

 Ο θόρυβος του κινητήρα ήταν ο παλμός του φόβου. Στην αυλή, πίσω απ’ τις μπάρες, ο αέρας είχε γεμίσει σκόνη, φωνές, ιδρώτα. Η πύλη έτριζε, οι προβολείς έσκιζαν το σκοτάδι.Και τότε — ο χρόνος πάγωσε. Ο οδηγός μέσα στο τανκ σήκωσε το βλέμμα του· είδε πρόσωπα.Φοιτητές, κορίτσια με ματωμένα πανό, αγόρια με δάκρυα και οργή. Ένα μικρό ραδιόφωνο μέσα από τα παράθυρα της Σχολής ψιθύριζε:

« Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη…»

Η φωνή έτρεμε. Και ξαφνικά, μέσα στο μηχανικό βουητό,ακούστηκε ένα απαλό μεταλλικό “κλικ”.Το τανκ έκανε όπισθεν. Κανείς δεν ήξερε αν ήταν τυχαίο ή θεϊκό. Μερικοί έκλαψαν, άλλοι γονάτισαν, άλλοι ούρλιαξαν. Στην αρχή νομίσαμε ότι ήταν μια ψευδαίσθηση·ο φόβος μας είχε κουράσει τόσο που όλα μοιάζαν όνειρο.Κάποιος ψιθύρισε:— Ο στρατός είναι μαζί μας. Κάποιος άλλος:— Όχι… φοβήθηκαν. Αλλά εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχε πια φόβος. Υπήρχε κάτι βαθύτερο — ένα ρεύμα μέσα στο αίμα όλων, σαν να διαλύθηκαν τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή, στον φοιτητή και τον στρατιώτη, στη ζωή και τον θάνατο.

Το πλήθος πάγωσε. Κάποιος έσφιξε το μικρόφωνο και φώναξε: «Αδέρφια! Δεν μας πυροβόλησαν!». Και τότε, ένα κύμα χειροκροτημάτων, δακρύων, φωνών,ένα κύμα που δεν ήταν χαρά ούτε λύτρωση —ήταν κάτι πιο μεγάλο,σαν να άνοιγε η πόρτα της Ιστορίας.

Τις επόμενες ώρες, κανείς δεν ήξερε τι συμβαίνει.Το ραδιόφωνο συνέχισε, αλλά οι λέξεις είχαν αλλάξει νόημα. Κάθε «Ελευθερία», κάθε «Δημοκρατία» ακουγόταν αλλιώς —σαν να αποκτούσε σάρκα. Στους διαδρόμους, τα συνθήματα στους τοίχους άλλαζαν με κιμωλία: «ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΝΩΜΕΝΟΙ». «ΤΕΛΟΣ Η ΧΟΥΝΤΑ». Κάποιος πρότεινε να ανοίξουν την πύλη. Άλλος είπε να την κρατήσουν κλειστή — «δεν τελείωσε τίποτα».

Η ένταση μεγάλωνε. Κάποιοι φοιτητές κοίταζαν τον ουρανό και μιλούσαν για τη Γαλλική Επανάσταση.— Θυμάσαι τι έγινε τότε; είπε ένας.— Ο λαός έριξε τον βασιλιά κι ύστερα έφαγε τον εαυτό του.— Ναι, αλλά χωρίς ρίσκο, δεν υπάρχει αλλαγή. Ένας τρίτος, πιο σιωπηλός, πρόσθεσε:— Και στα Δεκεμβριανά είπαν ότι πολεμούσαν για λευτεριά… κι ύστερα ήρθε ο εμφύλιος.— Εμείς δε θα κάνουμε τα ίδια λάθη. Εμείς θα κρατήσουμε μαζί και τη λευτεριά και τη ζωή.

Το πλήθος άκουγε και δεν ήξερε αν ήταν όνειρο ή προφητεία. Όλα έμοιαζαν πιθανά. Ακόμα και το αδύνατο.Το πρωί, η είδηση διαδόθηκε σαν φλόγα: Το Πολυτεχνείο δεν γκρεμίστηκε — η Χούντα έπεσε. Οι στρατιώτες που στάλθηκαν να καταστείλουν, άρχισαν να κατεβάζουν τα όπλα, να πετάνε τα κράνη, να πλησιάζουν τους φοιτητές. Κάποιοι έκλαιγαν αγκαλιασμένοι. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους,να φωνάξουν στους γείτονες ότι «ο στρατός είναι με το λαό».

Η πόλη άνοιξε σαν αναπνοή. Τα ραδιόφωνα έπαιζαν «Παιδιά, σηκωθείτε».Οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν χωρίς λογοκρισία. Ο κόσμος γέλαγε και δάκρυζε ταυτόχρονα. Η Δημοκρατία γύρισε —όχι μέσα από πραξικόπημα, αλλά από μια στιγμή δισταγμού. Ένα άγγιγμα συνείδησης μέσα σε μια μηχανή πολέμου.Κι όμως, όπως πάντα, η Ιστορία δεν σταματά στη νίκη.

Μέσα στις πρώτες εβδομάδες,οι πλατείες γέμισαν με σημαίες και προκηρύξεις. Κόμματα ξεπήδησαν σαν αγριόχορτα μετά τη βροχή. Αριστεροί, κεντρώοι, ριζοσπάστες, φιλελεύθεροι — όλοι ήθελαν να μιλήσουν εξ ονόματος του λαού. Στα καφενεία συζητούσαν αν πρέπει να γίνει λαϊκό δικαστήριο,αν θα τιμωρηθούν οι συνταγματάρχες,αν πρέπει να απαγορευτούν οι βασιλικοί. Οι φοιτητές, όμως, είχαν άλλη έννοια. Δεν τους ένοιαζε η εξουσία .Ήθελαν να διαφυλάξουν εκείνη τη στιγμή της ενότητας,την όπισθεν του τανκ —το πιο ανθρώπινο βήμα μιας μηχανής. Αλλά η πολιτική είναι γρήγορη στην οικειοποίηση των θαυμάτων. Κάθε κόμμα ήθελε να πει ότι εκείνο έριξε τη Χούντα. Άλλοι φώναζαν για “λαϊκή εξουσία”, άλλοι για “εθνική συμφιλίωση”, άλλοι απλώς περίμεναν να δουν πού φυσά ο άνεμος. Μέσα σ’ αυτή την αναμπουμπούλα,οι παλιοί αγωνιστές ένιωθαν μια περίεργη ενοχή. Είχαν ρίξει τη Χούντα χωρίς αίμα, μα ένιωθαν πως κάτι έχαναν. Η ένταση, το πάθος, η αγωνία είχαν δώσει θέση σε ομιλίες, σε συνέδρια και επιτροπές.

Κάποιο βράδυ, ένας απ’ αυτούς —ο Νικήτας, φοιτητής της Αρχιτεκτονικής— περπατούσε μόνος στην αυλή του Πολυτεχνείου. Η πύλη στεκόταν ακόμα όρθια,μα πάνω της είχαν αρχίσει να μαυρίζουν τα γράμματα απ’ τα συνθήματα. Έγραψε σε ένα κομμάτι χαρτί :«Η ελευθερία δεν έχει παρελθόν. Έχει μόνο συνέχεια.» Το άφησε στο χώμα. Κι ύστερα σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό, όπου τα φώτα της πόλης είχαν σβήσει για λίγο.

Μέσα στη σιωπή άκουσε τη φωνή του ραδιοσταθμού,σαν ηχώ από άλλη εποχή: «Εδώ Πολυτεχνείο, Εδώ Πολυτεχνείο, σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζομένων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζομένων Ελλήνων…» Και κάπως έτσι άρχισε η νέα εποχή. Η Δημοκρατία επέστρεψε, μα κάθε τόσο, μέσα στα λόγια των πολιτικών,στα πρωτοσέλιδα, στις πλατείες, αντηχούσε ένα κρυφό ερώτημα: «Κι αν το τανκ δεν είχε κάνει όπισθεν; Κι αν η ελευθερία μας εξαρτάται πάντα από έναν δισταγμό;»

Οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με αυτό το παράδοξο: ότι η σωτηρία τους ήρθε όχι από τη σύγκρουση, αλλά από την παύση πριν από τη σύγκρουση. Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος μέσα σε ένα σιδερένιο τέρας θυμήθηκε πως εκεί απ’ έξω δεν ήταν “εχθροί”, αλλά πρόσωπα. Κι έτσι, εκείνη η νύχτα του Νοέμβρη έμεινε για πάντα στη συλλογική μνήμη — όχι σαν εξέγερση, αλλά σαν αναλαμπή συνείδησης. Η στιγμή που η Ιστορία, κουρασμένη απ’ το αίμα, έκανε κι αυτή ένα βήμα πίσω.

Κάποιο βράδυ, χρόνια μετά, ένας απ’ αυτούς πέρασε ξανά μπροστά απ’ την πύλη. Ήταν η ίδια ώρα —εκείνη η ώρα που το τανκ είχε πάρει διαταγή να σπάσει την πόρτα. Η πόλη κοιμόταν, μα ο αέρας ήταν βαρύς, όπως τότε. Και μέσα στη σιωπή,από κάπου βαθιά, σαν από τον χρόνο τον ίδιο,ακούστηκε η φωνή του Δημήτρη: «Αδέλφια μας στρατιώτες..

Ήταν αυτός που γκρέμισε τη Χούντα. Όχι με όπλο. Με τη φωνή του. Κι ακόμα, κάθε Νοέμβρη, ο αέρας μεταφέρει από τα Εξάρχεια ως την Πατησίων τη φωνή του να αντηχεί σαν υπόσχεση — ότι πάντα, πριν από το σκοτάδι, υπάρχει μια παύση που αλλάζει την πορεία, κι η ελευθερία ανασαίνει ανάμεσά μας.