Δευτέρα 22 Μαΐου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Αριστείδης Αλαφούζος: Έφυγε ο άνθρωπος που ήξερε πολλά

Του Γ. Λακόπουλου

Όπως σημείωσε η «Καθημερινή» ο Αριστείδης Αλαφούζος ήταν «άνθρωπος που έγραψε την δική του ξεχωριστή ιστορία». Εργολάβος την δεκαετία του 1960- μεταξύ άλλων έκτισε τον Μον Παρνές, τον Αστέρα και μονάδες της ΔΕΗ-  εφοπλιστής στη συνέχεια,  επιτυχημένος εκδότης και αναμορφωτής της ιστορικής εφημερίδας των Βλάχων, άφησε πίσω του έργο.

Ειδικά για την «Καθημερινή» -όπως πάλι σημείωσε η ίδια- «την κράτησε ανεξάρτητη μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, αγνοώντας τις ισχυρές πιέσεις που δέχθηκε».

Αυτή η τελευταία φράση περικλείει πολλά  για τον δημόσιο βίο της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες. Ειδικά για  τη συντηρητική παράταξη την οποία υποστήριξε η εφημερίδα , κυρίως από το 1988 και εντεύθεν που την ανέλαβε ο ίδιος -με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στο τιμόνι της ΝΔ  τότε.

Ο εκλιπών  ήταν «σκληρός παικτης» και ήξερε πολλά για τα παρασκήνια της πολιτικής  τις τελευταίες δεκαετίες.  Αλλά μόνο μια φορά μίλησε. Το 1993, όταν ο τότε πρωθυπουργός  βρέθηκε σε ανηλεή σύγκρουση μαζί του και αποκαλούσε» χαμαιτυπείο» τον  τον «Σκάι» – και  η κυβέρνηση δεν του έδινε τηλεοπτική άδεια.

Για τη ακρίβεια τίναξε στον αέρα το «Μητσοτακέικο» με  συνέντευξη του στα ΝΕΑ-  μεγάλη επιτυχία της  Τζώρτζιας Κοντράρου-  τότε που η ιστορική εφημερίδα του ΔΟΛ ειχε καθαρή θέση για την οικογένεια Μητσοτάκη.

Είναι η εποχή  που η πολιτική ατμόσφαιρα είναι βαριά, με υποθέσεις  σαν την ΑΓΕΤ, τον Παντσαβόλτα και  τις υποκλοπές Μαυρίκη, να κυριαρχούν. Επιπλέον στη  ΝΔ η οικογένεια Μητσοτακη κατηγορείται ότι προσπαθεί να αποδομήσει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και  αναφέρονται ως παραδείγματα, δημοσιεύματα του περιοδικού «Εποπτεία» -στη Συντακτική επιτροπή του οποίου μετείχε και ο  …Κυριάκος-εκτός πολιτικής τότε.

Στην επιφάνεια της επικαιρότητας ο  πόλεμος  εκφράζεται  με ανοικτή σύγκρουση του Μητσοτάκη με την οικογένεια Αλαφούζου. Η  «Καθημερινή» αναφερόταν συχνά σε » εκβιαστές» και «παραεξουσία», αποδίδοντας στο περιβάλλον Μητσοτάκη τη χάλκευση ενός κατηγορητήριου εναντίον των   Αλαφούζων. Ήταν η γνωστή υπόθεση για λαθρεμπόριο καυσίμων με τα πλοία «Ενάλιος Αίθρα» και «Ασπρονήσι», για την οποία η οικογένεια αθωώθηκε-   με στόχο να φιμώσει τα ΜΜΕ που ελέγχουν. Ο ραδιοφωνικός σταθμός των  Αλαφούζων  έλεγε  χειρότερα  για τη «φαμίλια «.

Ο Μητσοτάκης  τον Οκτώβριο του 1993  -λίγο πριν τις εκλογές που προκάλεσε η ανατροπή του από τον Αντώνη Σαμαρά, στον οποίο απέδιδε στενές σχέσεις με τον εκδότη της «Καθημερινής» και έναν ακόμη επιχειρηματία – επιτέθηκε ευθέως:

«Κατηγορώ την οικογένεια Αλαφούζου ότι βρίσκεται πίσω από τη συνωμοσία της ανατροπής της κυβέρνησης. Ο  κ. Αλαφούζος ενεπλάκη ευθέως στην υπόθεση ανατροπής της κυβέρνησης».

Την επομένη ο Αριστείδης Αλαφούζος απασφάλισε και έδωσε τη χαριστική  βολή στον καταρρέοντα έτσι κι αλλιώς αρχηγό της ΝΔ. Αφού εξιστόρησε ότι του  γνώρισε  τον Μητσοτάκη  ο Σαμαράς -όταν επρόκειτο να αποκτήσει την εφημερίδα και είχαν δια ένα διάστημα καλές σχέσεις με ανταλλαγές δείπνων  – κατέληξε.

«Οι σχέσεις μας άρχισαν να χαλάνε για τα χρηματοδοτικά. Τι εννοώ; Ο κ. Μητσοτάκης ζητούσε διαρκώς χρήματα και κάποια στιγμή το σταμάτησα. Κι έτσι επήλθε ψυχρότης».

Επήλθε πλήρης ρήξη γιατί «ο Μητσοτάκης ζητούσε λεφτα.   Στην αρχή ο Αλαφούζος   για να ενισχύσει το κόμμα έστειλε 600.000 δολάρια στην διαβόητη offshore εταιρεία Mayo Investments Corporation- για την οποία ο  Κ. Λαλιώτης,  αργότερα κατήγγειλε ότι η ΝΔ και η οικογένεια Μητσοτάκη διακινούσαν χρήματα  και στην οποία κατέθεσαν και εφοπλιστές στο Λονδίνο-την περίοδο 1989-1993.

Στα ΝΕΑ ο Αλαφούζος ήταν  επεξηγηματικός:

«Μετά από λίγο καιρό ο κ. Μητσοτάκης άρχισε να ζητάει χρήματα. Μου ζητούσε, σχετικώς με το αρχικό ποσό που έδωσα, μικρά ποσά. Και επειδή του κ. Μητσοτάκη τού ξεφεύγουν κουβέντες, κατάλαβα ότι αυτά τα μικροποσά τα διέθετε όχι για τόσο θεμιτούς σκοπούς.  …. Είπαμε να βοηθήσουμε στις εκλογές, αλλά όχι κι έτσι. Την προτελευταία φορά που τον συνάντησα, του είπα πως θα του δώσω ένα ποσό μεγάλο, κι εδώ τελειώνουμε. Τελεία και παύλα. Πράγματι, στις 12 Οκτωβρίου τού έδωσα μια επιταγή 1.000.000. δολαρίων».

Η εφημερίδα  ειχε τη φωτοτυπια της  επιταγής για την οποία ο εκδότης  είπε ότι

δεν πήρε απόδειξη όπως είπε, αλλά κάτι  κουπόνια της ΝΔ που … είχαν λήξει. Αργότερα υπήρξαν και άλλες μαρτυρίες για οικονομικές δοσοληψίες  «με τσάντες 30 εκατ. δρχ.-» με τον τότε αρχηγό της ΝΔ, αλλά και ο ίδιος ο Αρ. Αλαφουζος κατέθεσε σε ειδικό ανακριτή:

« Όμως διαπίστωσα ότι κόμμα και Μητσοτάκης είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ρώτησα κι άλλους και μου είπαν ότι τα χρήματα δεν πήγαν στο κόμμα. Γι’ αυτό όταν στα τέλη του 1989 με παρακάλεσε πάλι, του είπα ότι δεν είναι δυνατόν να του δίνω χρήματα και να μην πηγαίνουν στο κόμμα και δεν είμαι διατεθειμένος να βοηθήσω στις εκλογές. Αυτός θύμωσε και ήταν ο μοναδικός λόγος που άρχισε να με κυνηγάει».

Αργότερα η κατάθεση ανακλήθηκε και η υπόθεση δεν ερευνήθηκε ποτέ.

Ο  σκληρός πόλεμος που  κορυφώθηκε  με αυτές τις καταγελλίες έληξε  με επικράτηση της πλευράς Αλαφούζου. Σε λίγο ο Μητσοτάκης δεν ήταν Πρωθυπουργός , ούτε  αρχηγός της ΝΔ.  Αν έμεινε κάτι από τη θητεία του – μετά την ακύρωση της παραπομπής του στο Ειδικό Δικαστήριο  από τον Ανδρέα Παπανδρεου την Πρωτοχρονιά του 1994- ήταν η  καταπληκτική φράση του  για τα «διαπλεκόμενα  συμφέροντα» που  χρησιμοποιείται ακόμη.

Σήμερα το συγκρότημα Αλαφούζου υποστηρίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη.  Η  παροιμία «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα» δεν ισχύει  εν προκειμένω.

Σε  κάθε περίπτωση ο  Αριστείδης Αλαφούζος ήταν  άνθρωπος με ισχυρή βούληση, κυριαρχική προσωπικότητα και επιχειρηματικό  δαιμόνιο, αυτοδημιούργητος και  αποτελεσματικός, ριψοκίνδυος και επίμονος, πάτερ-φαμίλιας και   σημαντικός παράγοντας του επιχειρηματικού κόσμου, αλά  και καταλυτικός διαμορφωτής του δημοσίου βίου.

Ήταν δραστήριος «δημιουργός πλούτου» και ανήκε και στην κατηγορία των πλουσίων που έκαναν αγαθοεργίες -ειδικά για τον τόπο καταγωγής του, τη Σαντορίνη.  Αλλά χωρίς αμφιβολία ήταν ένας από αυτούς που ο νεότερος Καραμανλής ανέφερε ως «νταβατζήδες».

Από το γραφείο του πέρασαν αμέτρητοι πολιτικοί  όλων των παρατάξεων και κυρίως των δυο μεταπολιτευτικών κομμάτων.  Καθώς «ο νεκρός δεδικαίωται», το μόνο που μένει ανοικτό  είναι το ερώτημα αν άφησε απομνημονεύματα – ή αν η κατά τη συνήθεια των ανθρώπων της γενιάς του πήρε μαζί του όσα  είδε και γνώριζε για την εγχώρια πολιτική τάξη.