
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Αν ο Καρλ Μαρξ και ο Ζακ Λακάν κάθονταν σε ένα καφενείο στην πλατεία Κουμουνδούρου, πίνοντας διπλό ελληνικό βαρύ γλυκό και παρακολουθώντας τις θυελλώδεις συνεδριάσεις της Πολιτικής Γραμματείας, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είχαν παραγγείλει αμέσως και δεύτερο γύρο. Όχι βέβαια από γνήσιο πολιτικό ενδιαφέρον, αλλά από καθαρή επιστημονική περιέργεια για το πώς η ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί να ισοπεδώσει ταυτόχρονα την υλική πραγματικότητα και το συμβολικό της σύμπαν. Η άρνηση του Παύλου Πολάκη να συναινέσει στο σενάριο της αυτοδιάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί το απόλυτο σύγχρονο μνημείο όπου η ταξική πάλη συναντά την κλινική ψυχανάλυση και ο ρεφορμισμός μετατρέπεται σε μια απεγνωσμένη κραυγή προς έναν χαμένο πατέρα. Όταν ο Σφακιανός βουλευτής διαμηνύει με το γνωστό, δωρικό του ύφος ότι τα ιστορικά κόμματα δεν καταργούνται με ατομικές αποφάσεις, δεν κάνει απλώς μια δήλωση τακτικής. Εκτελεί μια χειρουργική επέμβαση χωρίς αναισθητικό στο συλλογικό ασυνείδητο μιας παράταξης που έχει μάθει να ζει ανάμεσα στην ψευδαίσθηση της εξουσίας και το μαρτύριο της έλλειψης.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την πλευρά της υλιστικής διαλεκτικής, εκεί όπου ο Μαρξ θα κουνούσε το κεφάλι του με βαθιά αποδοκιμασία, βλέποντας το εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα και της νέας του Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης να πλασάρεται ως η μεγάλη ιστορική λύση. Για έναν συνεπή μαρξιστή, αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι τίποτα λιγότερο από την κλασική, χιλιοπαιγμένη τραγωδία του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού, ο οποίος, αφού έχασε οριστικά τα ερείσματά του στην παραγωγική βάση και την εργατική τάξη, προσπαθεί τώρα να επιβιώσει ως καθαρό, αιωρούμενο εποικοδόμημα. Η τάση του Σωκράτη Φάμελλου και των υποστηρικτών της άμεσης συμπόρευσης δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αναζητά μια νέα διαχειριστική καρέκλα μέσα στο αστικό κράτος, βαφτίζοντας τη συνθηκολόγηση ως ευρύ μέτωπο. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει ο Πολάκης, ο οποίος, με το κείμενο των τριάντα επτά υπογραφών ανά χείρας, αρνείται να γίνει ο νεκροθάφτης του ίδιου του του οχήματος.
Μαρξιστικά, ο Πολάκης βλέπει την πρόταση για αυτοδιάλυση ως μια καθαρή απόπειρα ιδεολογικής ρευστοποίησης, έναν λικβινταρισμό που θυμίζει τις μεγάλες εσωκομματικές συγκρούσεις του περασμένου αιώνα, όπου το κόμμα, αντί να οργανώσει την τάξη, αποφασίζει να αυτοκτονήσει για να μην ενοχλεί το σύστημα. Η εμμονή του στην αυτόνομη κάθοδο είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανό ένα διακριτό πολιτικό υποκείμενο που, ακόμα κι αν δεν πρεσβεύει την άμεση ανατροπή του καπιταλισμού, τουλάχιστον αρνείται να του φιλήσει το χέρι με κοστούμι και γραβάτα.
Όμως, η υλική βάση δεν αρκεί για να ερμηνεύσει το μέγεθος του σουρεαλισμού που εκτυλίσσεται στους διαδρόμους της αριστερής πολυκατοικίας, και εκεί είναι που ο Λακάν παίρνει τον λόγο, ανάβοντας ένα τσιγάρο και χαμογελώντας ειρωνικά. Για τη λακανική ψυχανάλυση, ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι απλώς ένας πρώην πρωθυπουργός ή ένας νυν αρχηγός ενός νέου πολιτικού σχήματος. Είναι ο απόλυτος Μεγάλος Άλλος, το υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει και στο οποίο ολόκληρος ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εναποθέσει τη λίμπιντό του για πάνω από μια δεκαετία. Όταν ο Τσίπρας αποχώρησε από την πρώτη γραμμή, άφησε πίσω του μια τεράστια, μαύρη τρύπα, μια αφόρητη έλλειψη που προκάλεσε βαθύ υπαρξιακό ίλιγγο στα ορφανά στελέχη του κόμματος. Η βιασύνη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να τρέξει πίσω από το νέο του εγχείρημα δεν είναι μια συγκροτημένη πολιτική στρατηγική, αλλά μια καθαρή φαντασίωση συμπλήρωσης.
Είναι το παιδί που ψάχνει απεγνωσμένα τον χαμένο πατέρα για να του πει τι να κάνει, επειδή η ελευθερία και η αυτονομία του προκαλούν τρόμο. Και τι ακριβώς κάνει ο Πολάκης σε αυτό το ψυχαναλυτικό δράμα; Ορθώνει το ανάστημά του και, με μια φράση, ευνουχίζει συμβολικά τον Μεγάλο Άλλο. Λέγοντας ότι οι ατομικές αποφάσεις δεν σβήνουν την ιστορία, στερεί από τον Τσίπρα την ιδιότητα του παντοδύναμου Θεού και τον μετατρέπει σε έναν κοινό, θνητό παίκτη, σπάζοντας τον καθρέφτη της συλλογικής αυταπάτης.
Αυτή η στάση του σε στηρίζω για να πέσει ο Μητσοτάκης, αλλά το σπίτι μου δεν το κλείνω είναι η επιτομή αυτού που ο Λακάν ονόμασε ο Λόγος του Υστερικού. Ο Πολάκης δεν θέλει να γίνει ο Κυρίαρχος, ούτε διεκδικεί τη θέση του απόλυτου αρχηγού που θα ενώσει τα πλήθη κάτω από μια νέα, καθολική αλήθεια. Αντίθετα, η πολιτική του ύπαρξη τρέφεται από την αμφισβήτηση της εξουσίας, από το να δείχνει διαρκώς τα κενά, τις αδυναμίες και τις προδοσίες των άλλων. Αντλεί μια βαθιά, σχεδόν διαστροφική απόλαυση –τη γνωστή λακανική jouissance– μέσα από τη διαρκή σύγκρουση, προτιμώντας να παραμείνει ένας ανυπότακτος αντάρτης παρά ένας πειθαρχημένος στρατιώτης σε μια σοσιαλδημοκρατική παρέλαση. Η άρνησή του να συνθηκολογήσει με το σχέδιο Τσίπρα είναι η άρνησή του να χάσει αυτή την απόλαυση, διότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ διαλυθεί και ενσωματωθεί, τότε το Σημαίνον που τον καθορίζει θα πάψει να παράγει νόημα, και μαζί του θα εξαφανιστεί και το δικό του πολιτικό ασυνείδητο.
Εδώ, λοιπόν, ο Μαρξ και ο Λακάν τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους, καθώς συνειδητοποιούν ότι η ελληνική Αριστερά προσπαθεί να εφαρμόσει την τακτική του Ενιαίου Μετώπου της Τρίτης Διεθνούς, αλλά με όρους οικογενειακού καυγά σε μεσημεριανή εκπομπή. Το βαδίζουμε χώρια, χτυπάμε μαζί που ψελλίζει η πλευρά Πολάκη είναι μια κλασική λενινιστική ντρίμπλα, η οποία όμως στην πράξη μεταφράζεται στο λακανικό «il n’y a pas de rapport sexuel» (δεν υπάρχει σεξουαλική σχέση). Όπως ακριβώς ο Λακάν επέμενε ότι η τέλεια, αρμονική ένωση των δύο φύλων είναι μια κατασκευασμένη ψευδαίσθηση της γλώσσας, έτσι και η ανέφελη, ρομαντική επανένωση της Αριστεράς υπό τη σκέπη του Τσίπρα αποδεικνύεται μια πολιτική χίμαιρα. Η ταξική πραγματικότητα της χώρας απαιτεί λύσεις που η σοσιαλδημοκρατία εξ ορισμού δεν μπορεί να δώσει, και η ψυχική δομή των στελεχών της δεν επιτρέπει καμία πραγματική σύνθεση, παρά μόνο μια διαρκή ανακύκλωση του ίδιου ακριβώς τραύματος.
Το αποτέλεσμα είναι ένα θέατρο του παραλόγου, όπου η μαρξιστική ανάλυση για τις κοινωνικές συμμαχίες χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού για να κρυφτεί η καθαρή ναρκισσιστική καθήλωση της ηγεσίας στα μεγαλεία του παρελθόντος. Η βάση του κόμματος, η εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα που κάποτε είδαν στον ΣΥΡΙΖΑ ένα εργαλείο για την ανατροπή της λιτότητας, τώρα παρακολουθούν αποσβολωμένα μια εσωστρεφή μάχη για το ποιος κατέχει το αυθεντικό συμβολικό κεφάλαιο της προοδευτικής παράταξης. Ο Πολάκης, παίζοντας τον ρόλο του ταξικού τιμωρού και ταυτόχρονα του ψυχαναλυτικού ταραχοποιού, κρατά τα κλειδιά του κόμματος όχι γιατί έχει ένα σαφές σχέδιο για την ανατροπή του συστήματος, αλλά γιατί είναι ο μόνος που αντέχει ακόμη να κοιτάξει το κενό χωρίς να πάθει πανικό. Αρνείται τη ρευστοποίηση επειδή ξέρει πολύ καλά ότι, στον αμείλικτο κόσμο της πολιτικής αγοράς, όποιος ρευστοποιείται, απλώς εξαγοράζεται φτηνά από τον επόμενο διαχειριστή των ελπίδων του λαού.
Έτσι, το δράμα συνεχίζεται, με τον Μαρξ να κρατά σημειώσεις για το πώς η φάρσα διαδέχεται την τραγωδία και τον Λακάν να υπενθυμίζει με νόημα ότι η επιθυμία του υποκειμένου είναι πάντα η επιθυμία του Άλλου. Η Αριστερά, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην ανάγκη για ιστορική επιβίωση και την εμμονή με τους προσωπικούς της μύθους, αρνείται πεισματικά να κάνει την πραγματική της αυτοκριτική, προτιμώντας να αναζητά σωσίβια σε παλιές συνταγές και δοκιμασμένους αρχηγούς. Η παρέμβαση του Πολάκη, αναιδής, σκωπτική και απροσκύνητη, θυμίζει τελικά σε όλους ότι η πραγματικότητα –είτε είναι ταξική είτε είναι ψυχική– είναι πάντα εκεί, σκληρή, ανθεκτική και έτοιμη να εκδικηθεί όσους προσπαθούν να την παρακάμψουν με κομψά πολιτικά αφηγήματα και επικοινωνιακά τεχνάσματα της σειράς.
Καθώς η συζήτηση τελειώνει και το καφενείο ετοιμάζεται να κατεβάσει ρολά, ο Μαρξ και ο Λακάν σηκώνονται από το τραπέζι τους έχοντας ήδη καταναλώσει περισσότερη θεωρία απ’ όση αντέχει ένα μέσο κομματικό συνέδριο. Ο πρώτος, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά προς την Κουμουνδούρου, μοιάζει να αναρωτιέται ποια ακριβώς κοινωνική δύναμη εκπροσωπείται πλέον μέσα σε αυτόν τον ατελείωτο καβγά για σύμβολα, ονόματα και μηχανισμούς. Ο δεύτερος χαμογελά ειρωνικά και διερωτάται γιατί όλοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο επόμενος αρχηγός θα γεμίσει το κενό που άφησε ο προηγούμενος. Κανείς από τους δύο δεν περιμένει απάντηση.
Κάπου στο βάθος όμως, σαν φάντασμα της μεταπολιτευτικής ιστορίας, τους παρακολουθεί ατάραχη η γάτα των Ιμαλαΐων. Είναι ίσως το μοναδικό ον που έχει υπάρξει μάρτυρας όλων των μεγάλων μυστικών, όλων των ιστορικών συμβιβασμών και όλων των επερχόμενων επανεκκινήσεων της Κεντροαριστεράς.
Πληρώνουν τον λογαριασμό, αφήνουν μερικές σημειώσεις πάνω στο τραπέζι και φεύγουν γνωρίζοντας ότι, μέχρι την επόμενη συνεδρίαση, η ελληνική Αριστερά θα συνεχίσει να αναζητά στην αντανάκλαση του καθρέφτη αυτό που αρνείται πεισματικά να αναζητήσει στην πραγματικότητα.Reply

