Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Αφήστε το κινητό σας και διαβάστε ένα βιβλίο

Της Jenni Russell (*)

Εχουμε ακούσει πολλά τον τελευταίο καιρό για το πώς η ικανότητα του Facebook να αναλύει το κοινό του και να εκμεταλλεύεται τις κρυφές του ελπίδες ενδέχεται να έχει επηρεάσει πολλές εκλογικές αναμετρήσεις σε όλο τον κόσμο.

Η ικανότητα αυτή όμως έχει επιπτώσεις που εκτείνονται πέραν της πολιτικής. Το Facebook, όπως και άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενθαρρύνει τον εγωκεντρισμό και υπονομεύει την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης στην οποία στηρίζονται πολλές κοινωνίες.

Η ροή των αναρτήσεων και των likes αντανακλά τις ανησυχίες του χρήστη και οικοδομεί μια βαθιά και ναρκισσιστική αίσθηση ότι ο κόσμος πρέπει να συμφωνεί μαζί μας. Οσο πιο βραχύ και πιο ευχάριστο είναι το υλικό που παρουσιάζει το Facebook, τόσο μικρότερη είναι η τάση του αναγνώστη να διαβάσει κάτι πιο απαιτητικό, κάτι που αμφισβητεί τις πεποιθήσεις του και τον αναγκάζει να μπει στη θέση κάποιου άλλου.

Η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει εκτοξευτεί στα ύψη και οι πωλήσεις της λογοτεχνίας έχουν πέσει. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, ο χρόνος που δαπανούν οι άνω των 16 ετών online έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία 12 χρόνια: από 10 ώρες την εβδομάδα το 2005 σε 23 ώρες το 2017. Τα δύο τρίτα του χρόνου αυτού καταναλώνονται στο Facebook.

Το σκάνδαλο του Facebook μας δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα να εξετάσουμε το πραγματικό κόστος του εθισμού μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν θέλουμε να ζήσουμε αρμονικά μαζί, πρέπει να αφήσουμε το τηλέφωνο και την ταμπλέτα και να διαβάσουμε ένα βιβλίο.

Την ίδια περίοδο, οι πωλήσεις βιβλίων μειώνονται: από 230 εκατομμύρια λίρες το 2008 έπεσαν το 2016 κάτω από τα 150 εκατομμύρια. Αν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, η μείωση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η αγορά βιβλίων έχει μειωθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 40% – με εξαίρεση τα βιβλία μαγειρικής.

Ενας καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου μου είπε ότι δεν μπορεί να πείσει πλέον τους φοιτητές του να διαβάζουν βιβλία. Ελάχιστοι από αυτούς έχουν διαβάσει ένα βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος γιατί δεν είναι διατεθειμένοι να συγκεντρωθούν. Διαβάζουν κάποια κεφάλαια, κρατούν σημειώσεις στις διαλέξεις και απομνημονεύουν σημαντικές φράσεις για να πάρουν καλό βαθμό στις εξετάσεις.

Η τάση είναι γενική. Μια πρόσφατη μελέτη ενός εκατομμυρίου μαθητών από τον Κιθ Χόπερ του Πανεπιστημίου του Νταντί έδειξε ότι τα παιδιά σημειώνουν αξιοσημείωτη πρόοδο στην ανάγνωση στο Δημοτικό, αλλά αυτό σταματά στο Γυμνάσιο γιατί η ανάγνωση παύει να αποτελεί προτεραιότητα. Η εξέλιξη αυτή έχει σημαντικές επιπτώσεις, καθώς η λογοτεχνία μάς δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε τις ζωές και τα κίνητρα των άλλων.

Όταν ξεκίνησαν τα social media πίστεψα ότι επρόκειτο για έναν συναρπαστικό εναλλακτικό τρόπο κατανόησης των άλλων. Τι να τις κάνουμε τις ιστορίες όταν μπορούμε να ακούμε απευθείας κάποιον που θέλει να μιλήσει; Υπάρχουν όμως δύο εμπόδια. Το ένα είναι ότι κανείς από εμάς δεν παρουσιάζεται online όπως είναι στην πραγματικότητα: θυμωμένος ή ανασφαλής, σε σύγχυση ή σε κακά κέφια. Το άλλο είναι ότι δεν προσεγγίζουμε με καθαρό μυαλό αυτούς με τους οποίους διαφωνούμε.

Η καλή λογοτεχνία καταργεί αυτό το εμπόδιο, καθώς μας εισάγει με χίλιους τρόπους στις σύνθετες πλευρές της ανθρωπότητας. Ο αστυνομικός του Λουί ντε Μπερνιέρ στο βιβλίο «Ο Σενιόρ Βίβο και ο άρχοντας της κόκας» εξηγεί πώς ένας καλός άνθρωπος μπορεί να γίνει βασανιστής. Η Τζορτζ Ελιοτ εκθέτει με τέλειο τρόπο στο Middlemarch τις ματαιοδοξίες, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις μιας μικρής κοινότητας. Και η Ελίζαμπεθ Στράουτ μας κάνει στον «Κόσμο της κυρίας Ολιβ» να νιώθουμε αλληλεγγύη προς τη δασκάλα ακόμη και την ώρα που καταστρέφει μυστικά τα ρούχα της νύφης της.

Καμιά άλλη λογοτεχνική μορφή δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Το δράμα μας δείχνει τι κάνουν οι άνθρωποι, όχι πώς σκέπτονται. Αυτό πρέπει να το συμπεράνουμε από αυτά που καταλαβαίνουμε.

Το σκάνδαλο του Facebook μας δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα να εξετάσουμε το πραγματικό κόστος του εθισμού μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν θέλουμε να ζήσουμε αρμονικά μαζί, πρέπει να αφήσουμε το τηλέφωνο και την ταμπλέτα και να διαβάσουμε ένα βιβλίο.

(*) Η Τζένι Ράσελ είναι αρθρογράφος των Times

(Πηγή: The Times- ΑΠΕ ΜΠΕ)