Αφγανιστάν, εξηγήσεις και προοπτικές

Του Θόδωρου Τσίκα* 

Η κατάληψη της εξουσίας στο Αφγανιστάν δημιουργεί ερωτήματα για το πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο αλλά και τι αναμένεται να συμβεί από εδώ και πέρα. 

ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ:

–      Νέο Βιετνάμ;

Οι τρέχουσες εξελίξεις στο Αφγανιστάν – δυσμενείς αναμφίβολα – δεν μπορούν να παρομοιαστούν με τις αντίστοιχες στο Βιετνάμ το 1975. Από το Βιετνάμ οι ΗΠΑ αποχώρησαν μετά από στρατιωτική ήττα. 

Τέτοια στρατιωτική ήττα στο Αφγανιστάν υπέστη (και αποχώρησε ταπεινωτικά) η Σοβιετική Ένωση από τους Μουτζαχεντίν , 10 χρόνια μετά την στρατιωτική εισβολή της το 1979,  και την επιβολή νέου φιλοσοβιετικού καθεστώτος. 

Οι ΗΠΑ δεν υπέστησαν στρατιωτική ήττα. Αντιθέτως. 

Οι ΗΠΑ, επικεφαλής διεθνούς συνασπισμού, παρενέβησαν στρατιωτικά μετά από σχετικό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, για να εξουδετερώσουν την εξτρεμιστική ισλαμιστική οργάνωση Αλ Κάϊντα και τον ηγέτη της Οσάμα Μπιν Λάντεν, που ήταν υπεύθυνοι για τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους της Ν. Υόρκης την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Αυτό το επέτυχαν. 

Πέτυχαν επίσης να ανατρέψουν το καθεστώς των φανατικών Ταλιμπάν, που είχε δώσει καταφύγιο στην Αλ Κάϊντα στα εδάφη του Αφγανιστάν. Μετά από αυτό, στη χώρα έγιναν επανειλημμένα εκλογές για την ανάδειξη Βουλής και νόμιμης δημοκρατικής κυβέρνησης. 

Κατά την διάρκεια της 20ετούς παρουσίας τους, οι Αμερικανοί και οι ΝΑΤΟϊκοί σύμμαχοι τους είχαν απωθήσει τους μαχητές Ταλιμπάν από το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Παρά τις επιμέρους στρατιωτικές συγκρούσεις, οι Ταλιμπάν δεν αποτελούσαν βασική απειλή, όσο ο διεθνής συνασπισμός και οι ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις ήταν παρούσες. 

–      Ευθύνες Τραμπ

Αυτό που «πληρώνουμε» σήμερα, είναι η απρονοησία, ο εθνικισμός και ο απομονωτισμός του προηγούμενου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ιδιαιτέρως της υπερ-συντηρητικής πτέρυγας του. Για να εκπληρώσουν το εθνικιστικό σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», που στην πράξη σήμαινε «ΜΟΝΟ η Αμερική», άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν στο Κατάρ, για να διασφαλίσουν τα νώτα τους σε μια γρήγορη αποχώρηση από το Αφγανιστάν. 

Οι διαπραγματεύσεις αυτές έγιναν χωρίς συμμετοχή της νόμιμης αφγανικής κυβέρνησης. 

Η κυβέρνηση Τραμπ θεώρησε ότι έκανε συμφωνία με τους Ταλιμπάν, και ανήγγειλε αποχώρηση, αρχίζοντας μάλιστα να μειώνει τα στρατεύματα που διατηρούσε στη χώρα. 

Η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ ήταν σύμφωνη με την αποχώρηση αυτή, γεγονός που ώθησε και τον νέο πρόεδρο Μπάϊντεν να μην την ακυρώσει. 

–      Κρατικοί μηχανισμοί

Οι Αμερικανοί θεώρησαν ότι ο αφγανικός στρατός και η αστυνομία, που είχαν οι ίδιοι εκπαιδεύσει και εξοπλίσει, θα μπορούσαν για ένα ικανό τουλάχιστον χρονικό διάστημα να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά τους Ταλιμπάν. Σε αυτό οι εκτιμήσεις τους διαψεύστηκαν.

Επίσης, δεν έγινε δυνατόν την τελευταία 20ετία – και λόγω εσωτερικών προβλημάτων στο Αφγανιστάν- να διαμορφωθεί ένα σταθερό και αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα στην χώρα και να οικοδομηθούν αξιόπιστοι δημοκρατικοί θεσμοί στο κράτος και στην κοινωνία. 

Αυτοί οι δύο παράγοντες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις σημερινές εξελίξεις. 

ΑΠΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΠΕΡΑ:

–      Εμπέδωση εξουσίας

Οι Ταλιμπάν, παρότι εύκολα κατέλαβαν την κεντρική εξουσία, θα δυσκολευτούν να την εμπεδώσουν στο σύνολο της χώρας. Θα πρέπει να διαπραγματευθούν ανάμεσα στις διάφορες φράξιες τους και κυρίως με ηγέτες επιμέρους εθνικών ομάδων, μειονοτήτων, φυλών και περιοχών, ώστε να αποκτήσουν μια στοιχειώδη εσωτερική νομιμοποίηση. 

–       Ήπια συμπεριφορά;

Θα επιδιώξουν, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, να μην έχουν αντιπαράθεση με την διεθνή κοινότητα, και να αποφύγουν κυρώσεις και μελλοντικές επιθέσεις. 

Σε αυτό αποβλέπουν οι διαβεβαιώσεις ότι δεν θα επιτεθούν σε ξένες αποστολές, ότι δεν θα εμποδιστούν να αποχωρήσουν από την χώρα όσοι Αφγανοί πολίτες το επιθυμούν, ότι δεν θα υπάρξουν αντεκδικήσεις και ότι θα εφαρμοστεί μια «ήπια» εκδοχή του ισλαμικού νόμου (όπως αυτοί τον αντιλαμβάνονται), κυρίως όσον αφορά τις γυναίκες και τα κορίτσια στην εκπαίδευση, την εργασία κλπ 

Θα προσπαθήσουν να διατηρήσουν εμπορικές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες, ώστε να μην διακοπεί ο εφοδιασμός σε τρόφιμα, φάρμακα και άλλα προϊόντα

–      Διεθνείς επιπτώσεις

Ήδη η Ρωσία και η Τουρκία ανακοίνωσαν ότι δεν θα κλείσουν τις πρεσβείες τους στην Καμπούλ. Αυτό επιβεβαιώνει ότι έχουν ήδη διαπραγματευτεί με τους Ταλιμπάν. 

Ρωσία και Κίνα μπορεί να βλέπουν θετικά ότι ο ανταγωνιστής τους, οι ΗΠΑ, αποχωρεί από ένα κοντινό πεδίο τους, φοβούνται όμως την επέκταση του ισλαμικού φονταμενταλισμού στο εσωτερικό τους, όπου διαβιούν μουσουλμανικοί πληθυσμοί. Ειδικά η Ρωσία ενδιαφέρεται και για την σταθερότητα γειτονικών προς το Αφγανιστάν (πρώην σοβιετικών) χωρών της Κεντρικής Ασίας, όπως το συμμαχικό της Τατζικιστάν στο οποίο διατηρεί ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις. 

 Το Ιράν είναι χαμένο, καθώς ως ηγετική δύναμη των Σιιτών Μουσουλμάνων βλέπει δίπλα του να κερδίζει μια φανατική δύναμη του ανταγωνιστικού Σουνιτικού Ισλάμ. Ανησυχεί και για την τύχη της μειονότητας των επίσης Σιιτών Χαζάρων του Αφγανιστάν , που είναι αντίπαλοί των Ταλιμπάν. Αυτή η εξέλιξη πιθανόν να διευκολύνει την προσέγγιση του με τις μέχρι τώρα εχθρικές ΗΠΑ. 

Το Πακιστάν είναι κερδισμένο καθώς είναι γνωστοί οι δεσμοί των Μυστικών Υπηρεσιών του με τους Ταλιμπάν. Οι Ταλιμπάν φυλετικά προέρχονται από την πλειοψηφούσα στο Αφγανιστάν εθνοτική ομάδα των Παστούν, οι οποίοι επίσης κατοικούν και στο βόρειο Πακιστάν, που συνορεύει με το Αφγανιστάν. 

Η Ινδία ανησυχεί καθώς βλέπει να ενισχύεται το εχθρικό Πακιστάν, αλλά και λόγω της μουσουλμανικής μειονότητας στο εσωτερικό της. 

Η Τουρκία θα θελήσει να παίξει μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στην Δύση και το νέο αφγανικό καθεστώς. 

Το βασικό δίδαγμα είναι το εξής: 

Από εδώ και πέρα, η διεθνής κοινότητα και κυρίως οι «δυτικές» χώρες θα πρέπει να πρέπει να αναπτύξουν μηχανισμούς αντιμετώπισης προβλημάτων, σε περίπτωση που οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν ή δεν έχουν δυνατότητα να εμπλακούν (τουλάχιστον με πρωταγωνιστικό ρόλο). 

–      Προσφυγικό

Είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει μεγάλο προσφυγικό κύμα από το Αφγανιστάν. Ειδικά μάλιστα αν η κατάσταση εξελιχθεί σε εμφύλιο πόλεμο. Ορισμένοι παρατηρητές λένε ότι ο όγκος του μπορεί να φτάσει αυτόν από την Συρία.

Οι πρώτες χώρες που θα επηρεαστούν θα είναι το Ιράν και η Τουρκία.  Αλλά αν αυτό διογκωθεί, σίγουρα θα επηρεαστεί και η Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. 

Επειδή προέρχονται από εμπόλεμη ζώνη αυτοί οι πληθυσμοί δεν θα μπορούν να χαρακτηριστούν «μετανάστες», αλλά θα τυγχάνουν προσφυγικής ιδιότητας. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να κλείσουμε τα μάτια, θεωρώντας ότι το θέμα δεν μας αφορά. Το ανθρωπιστικό αυτό ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με ευαισθησία και με σχεδιασμό. 

Δεν αρκεί το τείχος που έχτισε η Τουρκία στα σύνορα με το Ιράν, για να «αντιμετωπίσει» το ζήτημα. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να αιφνιδιαστεί όπως με την Συρία.

Θα χρειαστεί να υποδεχτεί με οργανωμένο τρόπο αρκετούς από αυτούς τους ανθρώπους. Θα πρέπει να διασφαλίσει τους αναγκαίους χρηματικούς πόρους. Να ενισχύσει τους υπάρχοντες μηχανισμούς και θεσμούς διαχείρισης του θέματος. Να αποφασίσει μια ισορροπημένη κατανομή τους ανάμεσα στις χώρες – μέλη της. Να συμπεριλάβει στην προσπάθεια αυτή κι άλλες χώρες όπως ΗΠΑ, Καναδά κλπ. Και, φυσικά,  να ενισχύσει τις χώρες «πρώτης γραμμής» που είναι κοντά στο Αφγανιστάν.

* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος