Βάστα Schauble

Του Διογένη Λόππα

Οι προσευχές των απανταχού νεοθατσεριστών εισακούστηκαν.  Μπορεί ο αλησμόνητος μισάνθρωπος Γερμανός με το ύφος λοχία της Βέρμαχτ να αναπαύεται στα έδρανα της bundestag, παροπλισμένος από καιρό ως μια κίνηση καλής θέλησης των αφεντικών της Ε.Ε., όμως το πνεύμα του ζεί.  Όχι μόνο ζει, αλλά ακόμα και αν προσπαθήσεις να το πυροβολήσεις εξ επαφής, όπως προσπάθησαν να κάνουν οι Γερμανοί ψηφοφόροι δίνοντας ένα ισχνό 11% στους λάτρεις του Πινοσέτ, αυτό παραμένει ακλόνητο, σαν τη Μαϊμού του Μπαρμπόσα.  

Ο ολοφάνερα αντιπαθής Christian Lindner, κομματικός καρεκλοκένταυρος του πιο τοξικού πολιτικού κόμματος της δυτικής Ευρώπης, με ολοκληρωτικά παρωχημένες ιδέες που ο νομπελίστας κ. Stiglitz δε δίστασε να χαρακτηρίσει »προκατακλυσμιαίες» και »κίνδυνο για τη δημοκρατία στην Ευρώπη», ορίστηκε και επίσημα επικεφαλής του δημοσιονομικού  Νταχάου που οι φίλοι μας οι Γερμανοί έχτισαν μεθοδικά από την επαύριο της καταραμένης συνθήκης του Μάαστριχτ, που οδήγησε τις οικονομίες του νότου σιδηροδέσμιες στο γερμανικό οικονομικό ολοκληρωτισμό.

Δεδομένου ότι για να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση στην Ε.Ε. πρέπει πρώτα να τοποθετηθούν οι Γερμανοί και δεδομένου ότι το προγαμιαίο συμβόλαιο που υπέγραψαν οι σοσιαλιστές για να τους παραχωρηθεί η καγκελαρία είναι απολύτως σαφές, οι κυβερνήσεις του νότου θα παρακαλάνε να μην τελειώσει η πανδημία ποτέ.  Γιατί με τη λήξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η ντιρεκτίβα από το Βερολίνο θα περιλαμάνει δυσάρεστες λέξεις όπως πλεόνασμα, κόφτης, λιτότητα, καθώς και πολύ συγκεκριμένες κυρώσεις για τους αμελείς, όπως MOU, διακράτηση κονδυλίων, εκποιήσεις και γενικά πολλά από αυτά που θα έκαναν την εικόνα του δόκτορος Mengele να δακρύζει από συγκίνηση.

Όσον αφορά στη νέα γερμανική κυβέρνηση, η αναλγησία της τοποθέτησης Lindner στο οικονομικών, τελευταίο καρφί στο φέρετρο μιας Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας, επισκιάζει τα οποιαδήποτε ευχάριστα νέα και αυτό γιατί η κύρια δραστηριότητα της Ε.Ε. και προϋπόθεση για οποιαδήποτε περαιτέρω μετεξέλιξη είναι η οικονομία, το ευρώ και η κεντρική τράπεζα.  Άρα είναι δευτερεύον το αν ο καγκελάριος είναι χαρισματικός ή όχι και αν το υπουργείο εξωτερικών έχει πράσινο επικεφαλής, άλλωστε οι αναμνήσεις της Ευρώπης από τον ανερμάτιστο »πράσινο» Joschka Fischer δεν είναι οι καλύτερες.  Ο καγκελάριος θα είναι χαρισματικός για το εσωτερικό της Γερμανίας και θα προσθέσει σοσιαλιστικές πινελιές εκεί που χρειάζεται σε ένα ήδη καλά οργανωμένο κοινωνικό κράτος, αλλά δεν πρόκειται να μετακινηθεί από τη μεγάλη ιδέα της γερμανικής Ευρώπης.

Όσοι τώρα φαντασιώνονται αυστηρότητα ή ακόμα και ρήξεις της νέας γερμανικής κυβέρνησης με την Τουρκία, βρίσκονται σε άλλον πλανήτη.  Δεν είναι μόνο ο εφιάλτης του κ. Fischer και τα στοιχειωμένα φαντάσματα των θυμάτων του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου που συνειγορούν.  Είναι μια σειρά παραγόντων που εν συντομία ονομάζουμε μεταξύ μας realpolitik και συνίστανται, στην περίπτωση της Γερμανίας, στις εξής παραδοχές:

  • Η Τουρκία, ασχέτως κυβέρνησης, αποτελεί χώρα – κλειδί της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, όχι μόνο ως μια τεράστια αγορά για τις εξαγωγές, αλλά κυριότερα για λόγους γεωστρατηγικής που συνδέονται με την ανάγκη εξισορρόπηση της Ρωσίας και της Γαλλίας.
  • Η εξωτερική πολιτική της Γερμανίας δεν καθορίζεται μόνο από τα εκλογικά προγράμματα των πολιτικών κομμάτων.  Παραδοσιακά λόγο στα πράγματα έχει το κεφάλαιο, δηλαδή οι πανίσχυρες οικογένειες πίσω από τους βιομηχανικούς κολοσσούς, που λειτουργούν ως μια άτυπη »βουλή των λόρδων».  Κανένας ηγέτης στη Γερμανία δεν πρόκειται ποτέ να προχωρήσει σε δομικές αλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεση των βιομηχάνων και προσώρας η επιθυμία των καλών αυτών ανθρώπων είναι η στήριξη της Τουρκίας, ιδιαίτερα αυτές τις δύσκολες ώρες
  • Το πρόσωπο ή και το κόμμα που αναλαμβάνει το υπουργείο των εξωτερικών της Γερμανίας, δεν έχει καμία εξουσιοδότηση να μεταβάλει με οποιονδήποτε τρόπο τις κεντρικές επιλογές της κυβέρνησης, όπως αυτές καθορίζονται από τον καγκελάριο.  Η λαμπερή κυρία δεν επιθυμεί αλλαγές της παραδιοσιακής γερμανικής ακινησίας, αλλά ένα πόστο με παγκόσμια προβολή και πολιτικά ακίνδυνο, ώστε όταν έρθει η ώρα να παλέψει για την καγκελαρία, να το πράξει από θέση ισχύος.  Μπορεί αυτή η άσκηση δημοσίων σχέσεων να περιλαμβάνει και κάποιες συστάσεις, αν το καθεστώς Erdogan (για όσο καιρό ακόμα γαντζώνεται στην εξουσία) παρεκτρέπεται ευθαρσώς, αλλά μέχρι εκεί.

Έτσι η πικρή γεύση μιας έτσι και αλλιώς άγευστης συγκυβέρνησης, παραμένει η διαρκής κλωνοποίηση του πνεύματος Schauble, το οποίο φαίνεται ότι θα μας ταλαιπωρεί ίσως για δεκαετίες ακόμα, αν μέχρι τότε έχει μείνει τίποτα όρθιο από την ιδέα μιας ενωμένης Ευρώπης.  Και αυτό γιατί η σαδιστική αυτή ιδέα των Γερμανών, δηλαδή να εκχωρήσουν στο αναιμικό 11% τη διοίκηση της Ε.Ε., έχει μεγάλη ουρά, καθώς ακολουθούν οι ακόμα σημαντικότερες γαλλικές εκλογές, στις οποίες ο πρόεδρος Macron νοιώθει την ανάσα των εθνικιστών στο σβέρκο του, ενώ οι πάλαι ποτέ κραταιοί σοσιαλιστές είναι είδος εν ανεπαρκεία.  Έτσι είναι πολύ πιθανόν οι εξαγριωμένοι από τη λιτότητα, την πανδημία, την ανεργία και τη στεγαστική κρίση, Γάλλοι ψηφοφόροι, να λάβουν το διορισμό Lindner ως σήμα τευτονικής αδιαλλαξίας,  Και να απαντήσουν αναλόγως.

Στην Ελλάδα η ειρωνία της τύχης είναι ότι όλοι οι κατά φαντασίαν ευρωπαϊστές που συνωστίζονταν ποιός να γλύψει πρώτος τον γερμανό λοχία, βρίσκονται σήμερα στην εξουσία.  Και όχι μόνο αυτό, αλλά βρίσκονται στην εξουσία έχοντας παραλάβει πλεόνασμα το οποίο, με το ελαφρυντικό της πανδημίας, κατάφεραν να κάνουν έλλειμμα 10%, ενώ στο χρέος τα έχουν κάνει ακόμα χειρότερα εκτοξεύοντας το στο δυσθεώρητο 200%.  Όταν ο νέος υπουργός οικονομικών παραλάβει τα πρώτα στατιστικά, το πρώτο τηλέφωνο που θα κάνει θα είναι στην Αθήνα.  Και πολύ αμφιβάλλω αν στην άλλη άκρη της γραμμής αυτή τη φορά θα φωνάζουν ρυθμικά »Βάστα Lindner»…