Γαλλία – Τουρκία ολοταχώς προς την παγίδα του Θουκυδίδη

Του Διογένη Λόππα

Πολύ μελάνι χύθηκε τελευταία, έπειτα από την παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού της »ανδρικής σχολής» σχετικά με τη χρησιμότητα των διερευνητικών. Όπως συνήθως, όπως δηλαδή έχουμε μάθει να λειτουργούμε στην Ελλάδα, χάνουμε τη μεγάλη εικόνα και προσπαθούμε να επιδείξουμε τη μικροπολιτική μας δεινότητα, αν δηλαδή ο πρωθυπουργός είναι ενδοτικός, αν ο ηγέτης της αντιπολίτευσης διαπράττει ολίσθημα βοηθώντας μια ανάλγητη κυβέρνηση και αν τελικά οι μακεδονομάχοι αυτή τη φορά έχουν δίκιο.

Πρώτα από όλα, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς με την πραγματικότητα, ο κ. Σαμαράς εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι εκτός τόπου και χρόνου και ο κ. Τσίπρας αναδεικνύεται εξαιρετικά συνεπής και ώριμος, μέσα από την βαρύνουσας σημασίας παρέμβασή του και την ουσιαστική στήριξη που προσέφερε σε μια κυβέρνηση που ξαφνικά βρέθηκε να κλυδωνίζεται και μόνο από την υποψία ότι ο »πολύς» κ. Σαμαράς θα απέσυρε την εμπιστοσύνη του με αφορμή τους χειρισμούς στα ελληνοτουρκικά.  Είναι όμως έτσι;

Προφανώς και οι διερευνητικές αυτή τη στιγμή ευνοούν μόνο την Τουρκία και προφανώς η κυβέρνηση σύρθηκε σε αυτές από αγνή ανικανότητα. Ωστόσο, πριν φτάσουμε εδώ προηγήθηκαν τραγικοί χειρισμοί (ανενόχλητος πλους του Oruc Reis) και ασυγχώρητα λάθη (τουκολυβικό σύμφωνο) που κατέστησαν τον διάλογο διπλωματικό μονόδρομο. Εκτός αν αυτή ήταν από την αρχή η πολιτική βούληση του κ. Μητσοτάκη. Το σίγουρο είναι ότι σήμερα καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα ήταν σε θέση να αποφύγει τον διάλογο με την Τουρκία, ακόμα και αν πρωθυπουργός ήταν ο κ. Σαμαράς (άλλωστε ποια ακριβώς είναι η συνέπεια του ανδρός και ποιος μπορεί να ξεχάσει την κυβίστηση της δεκαετίας ενώπιον της αγαπητής μας Καγκελαρίου).

Η πραγματική διάσταση των διερευνητικών

Αυτό που συζητάμε όμως με τους Τούρκους δεν είναι ακριβώς οι θαλάσσιες ζώνες (περίπου ίσως) και βέβαια δεν είναι η προσφυγή στη Χάγη, κάθε τέτοιο ενδεχόμενο θα πρέπει να αποκλειστεί εξαρχής. Η επίκληση της Χάγης θέλει απλώς να ρίξει στάχτη στα μάτια στο εσωτερικό των δύο χωρών ακριβώς για να καθησυχάσει τους θερμόαιμους με τη λογική ότι στο τέλος, ότι και να συζητήσουμε, θα υπάρξει αμερόληπτος διαιτητής. Έτσι και οι δύο χώρες αποφεύγουν τα αχρείαστα συλλαλητήρια τύπου περικεφαλαίας και το κυριότερο ελαχιστοποιούν τις διαρροές.

Αυτό λοιπόν που βρίσκεται στην ατζέντα, δεν είναι τίποτα άλλο από το γνωστό αμερικανικό σχέδιο που βρίσκεται στο τραπέζι ήδη από την δεκαετία του ’80 και που αναζωπυρώθηκε αμέσως μετά την ήττα των Ιμίων και την επακόλουθη συνθηκολόγηση της Μαδρίτης. Το γνωστό σε όλους (μην στρουθοκαμηλίζουμε, όποιος έχει μιλήσει έστω και με τον τελευταίο υπάλληλο της διεύθυνσης νοτιοανατολικής Ευρώπης το γνωρίζει άριστα, είναι τόσο εκτεθειμένο που σε λίγο θα το βρίσκουμε ακόμα και στη Wikipedia, ούτε ποτέ το χαρακτήρισαν οι ίδιοι απόρρητο ή αρνήθηκαν να το εξηγήσουν σε όποιον τους ρώτησε) αμερικανικό σχέδιο για την οριστική επίλυση της διαφοράς που απειλεί μια από τις πιο ευαίσθητες περιοχές της συμμαχίας (ΝΑΤΟ) προβλέπει αρχικά την επίλυση του Κυπριακού (με τρόπο που να επιτρέπει τουρκική και ελληνική στρατιωτική παρουσία στο νησί) και στη συνέχεια τη συνεκμετάλλευση Αιγαίου και ανατολικής Μεσογείου, με ένα ποσοστό για τους Τούρκους γύρω στο 20% (ουσιαστικά η διαπραγμάτευση γίνεται γύρω από αυτό το ποσοστό).

Αυτό δηλαδή πρακτικά σημαίνει ότι μετά τη συμφωνία τα δύο κράτη θα αποδώσουν από κοινού τα θαλασσοτεμάχια σε μεγάλες εταιρείες και στη συνέχεια θα μοιράσουν μεταξύ τους το ποσοστό της αντιπαροχής, ενώ την ασφάλεια των εγκαταστάσεων θα εγγυάται η συμμαχία από κοινού. Αυτή η συμφωνία θα περιλαμβάνει όλη την ανατολική Μεσόγειο (συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου και θα εξηγήσουμε γιατί) και το Αιγαίο μέχρι τον 25ο μεσημβρινό. Στη συμφωνία αυτή τώρα οι Τούρκοι, ως γνήσιοι ανατολίτες, προσπαθούν να επιβάλλουν επιπρόσθετα ζητήματα, όπως η αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής (νησιά ανατολικά του 25ου και παράλια της Μικράς Ασίας), η εκχώρηση δικαιωμάτων έρευνας και διάσωσης καθώς και αεροναυτικών περιπολιών (για την υποτίθεται προστασία των κοινών επενδύσεων) ανατολικά του 25ου, η οριστική αποσαφήνιση του καθεστώτος των βραχονησίδων (όσον αφορά τα έξι ναυτικά μίλια σφικτής κυριαρχίας) και προσφάτως (μάλλον για κάψιμο) η αναγνώριση τουρκικής εθνικής ταυτότητας σε όσους ‘Ελληνες της δυτικής Θράκης επιθυμούν κάτι τέτοιο.

Γιατί τη φορά αυτή η Τουρκία βιάζεται και γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα εύρεσης λύσης ταυτόχρονα σε Κύπρο και Αιγαίο

Στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να παίζουμε κατενάτσιο στα ελληνοτουρκικά και κάτι μέσα μας λέει ότι τέτοια θέματα, ιδιαίτερα το Κυπριακό, δεν πρόκειται να επιλυθούν ποτέ. Αυτή τη φορά όμως είναι αλλιώς. Γιατί αυτή τη φορά οι Τούρκοι (και οι Γερμανοί πάτρωνες) έχουν κάθε λόγο να βιάζονται και έχουν κάθε λόγο να προβούν ακόμα και σε αδιανόητες παραχωρήσεις, άσχετα αν προσπάθησαν να προσέλθουν στις διερευνητικές με τον αέρα του νικητή έπειτα από την de facto κατοχύρωση της Ανατολικής Μεσογείου ως τουρκικής λίμνης, με τον επιβολή των ερευνών του Oruc Reis ως »τετελεσμένου».

Ο λόγος έχει να κάνει με τη θέση της Γαλλίας και με αυτό που στη γεωστρατηγική ονομάζουν «παγίδα του Θουκυδίδη». Οι δύο χώρες, Τουρκία και Γαλλία βαδίζουν ολοταχώς προς μία αεροναυτική σύγκρουση στη Μεσόγειο, που μοιάζει αναπόφευκτη. Είναι παραπάνω από προφανές ότι, απουσία των ΗΠΑ, οι Γάλλοι όχι μόνον είναι αποφασισμένοι να επιστρέψουν στην περιοχή ως νόμιμοι τοποτηρητές (με τις ευλογίες των ΗΠΑ και για λογαριασμό της συμμαχίας), αλλά και να κυριαρχήσουν ολοκληρωτικά επιβάλλοντας μια »Pax Mediterranea», οι αρχές της οποίας θα βασίζονται στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας.

Υπάρχει όμως μια τρίτη χώρα, η οποία γιγαντώνεται με το χρόνο, η οποία κτίζει με συνέπεια ένα αξιοζήλευτο ναυτικό, (συνεχείς εγχώριες ναυπηγήσεις κορβετών, αγορά hi-tech μονάδων από τους Γερμανούς, εγχώρια ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων και ηλεκτρονικών) με σκοπό να κυριαρχήσει αυτή, σε περιοχές που είτε σήμερα θεωρεί αμφισβητούμενης επιρροής, είτε θεωρεί κληρονομιά του αυτοκρατορικού της παρελθόντος. Η χώρα αυτή είναι η Τουρκία. Και βρίσκεται ήδη μέσα σε περιοχές που η Γαλλία θεωρεί δικής της επιρροής (Συρία, Λιβύη). Και ήδη σχεδιάζει να μετατρέψει την ανατολική μεσόγειο σε μια θάλασσα όπου το τουρκικό ναυτικό θα επιβάλλει κυριαρχία και μάλιστα με ναυτικές βάσεις, σήμερα στη Λιβύη και αύριο στην Τυνησία, από όπου θα μπορεί μελλοντικά να απειλεί, όχι μόνο το Magreb, αλλά ακόμα και την ίδια την ηπειρωτική Γαλλία (δυνητικά).

Η ικανότητα διείσδυσης της Τουρκίας στις χώρες της Μεσογείου είναι πραγματικά εντυπωσιακή με γεωστρατηγικά κριτήρια: Αφού πρώτα μανιπουλάρει δεξιοτεχνικά τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, στη συνέχεια χρηματοδοτεί »επαναστάσεις». Την ίδια ώρα έχει δημιουργήσει και χρηματοδοτεί ένα καθόλα αξιόμαχο πεζικό ισλαμιστών μισθοφόρων που έχει τη δυνατότητα να μετακινεί κατά το δοκούν. Αυτό που δεν έχει καταφέρει μέχρι τώρα είναι η ναυτική και αεροπορική υπεροχή, που θα έκανε το πεζικό αυτό πραγματικά ανίκητο. Συνεπώς όποια μεγάλη δύναμη επιτρέψει (ή απλά αδρανήσει) να αποκτήσει η Τουρκία τις δυνατότητες αυτές, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι θα δώσει ελευθέρας στις τουρκικές ορδές σταδιακά να επικρατήσουν μέχρι τον Ατλαντικό, αλλά και ενδότερα στην ανατολική Αφρική, μέσα από έναν συνδυασμό ήπιας ισχύος (τζαμιά, ιμάμηδες, τηλεοπτική προπαγάνδα), πορτοκαλί επαναστάσεων (μουσουλμανική αδελφότητα) και σκληρής στρατιωτικής επιβολής (αεροναυτική κυριαρχία, ένοπλο αντάρτικο τύπου Συρίας – Λιβύης, πολιτική στήριξη).

Ελληνογαλλικό αμυντικό σύμφωνο

Η συνθήκη αμυντικής συνδρομής ανάμεσα στην Γαλλία και την Ελλάδα, είναι περισσότερο επιθυμητή από τους Γάλλους, παρά από εμάς. Το ίδιο και η παραχώρηση των Rafale, μαζί με τα φονικά όπλα τους. Οι Γάλλοι αντιλαμβάνονται ότι η επερχόμενη σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και αντιλαμβάνονται επίσης ότι, αν και προς το παρόν υπερέχουν ποσοτικά και τεχνολογικά, μια αεροναυτική σύγκρουση τόσο κοντά στα τουρκικά παράλια ενέχει μεγάλο ρίσκο. Αν όμως στη σύγκρουση αυτή συμμετέχει ο ελληνικός στόλος και (το κυριότερο) οι ελληνικές ναυτικές εγκαταστάσεις της Κρήτης, τότε η υπόθεση μοιάζει περίπατος. Το ίδιο ισχύει και με την αεροπορία η οποία αναμφισβήτητα θα παίξει κυρίαρχο ρόλο: Εκχωρώντας τα Rafale στην Ελλάδα, η Γαλλία εξασφαλίζει αξιόπιστες βάσεις για τα δικά της αεροσκάφη, τα οποία θα μπορούν όχι μόνο να ανεφοδιάζονται, αλλά ακόμα και να συντηρούνται και να οπλίζονται μερικά μόλις μίλια μακριά από το θέατρο των συγκρούσεων.  Έτσι δημιουργεί έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την Τουρκία, που ίσως οδηγήσει τα πράγματα σε επωφελείς διαπραγματεύσεις, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. 

Αντίστοιχα οι Τούρκοι νιώθουν πολύ καλά τον κίνδυνο να ξεχάσουν πρόωρα και δια παντός τη Γαλάζια Πατρίδα τους. Γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι με τα σημερινά δεδομένα δεν θα είχαν καμία τύχη απέναντι στο συνδυασμό Γαλλικών και Ελληνικών αεροναυτικών δυνάμεων πέριξ της Κύπρου, χωρίς μάλιστα να υπολογίσουμε και το πιθανότατο ενδεχόμενο συμμετοχής των Rafale των Εμιράτων. Ούτε είναι πρόθεση των Τούρκων να προχωρήσουν σε επιθετικές ενέργειες πριν παραλάβουν το νεότευκτο Anadolu, μια σύγχρονη ναυτική πλατφόρμα με χαρακτηριστικά μικρού αεροπλανοφόρου που κατασκευάζουν οι Ισπανοί (αν και εφόσον εξασφαλίσουν μεταχειρισμένα αεροσκάφη καθέτου απονειώσεως, μετά το ναυάγιο των F35, πράγμα που διαπραγματεύονται με τους Βρετανούς), ούτε πριν παραλάβουν τα έξι »αόρατα» υποβρύχια που κατασκευάζουν οι Γερμανοί (οι Γερμανοί είναι φίλοι μας) και που θα τους δώσουν απεριόριστες δυνατότητες προσβολής στόχων σε βάθος της επιλογής τους.

Πρωτίστως για τους Τούρκους και για τα φιλόδοξα επεκτατικά τους σχέδια, το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η αμυντική ισχύς της Ελλάδας και η ύπαρξη κυρίαρχου Κυπριακού κράτους. Συνεπώς κάθε σκέψη για περαιτέρω προέλαση στην ανατολική μεσόγειο και για επιβολή τετελεσμένων στα σημερινά αφεντικά της περιοχής (Γαλλία και αποχωρούσες ΗΠΑ) είναι η καταρχήν εξάλειψη του Κυπριακού κράτους και στη συνέχεια η εξουδετέρωση (δια της συνεκμετάλλευσης) της ελληνικής αεροναυτικής απειλής. Το σενάριο έχει ως εξής: Άμεση επίλυση του Κυπριακού με την επιβολή, είτε δύο κρατών, είτε διάλυσης του σημερινού Κράτους και ίδρυσης συνομοσπονδίας. Πρόσδεση του νέου κράτους (που θα είναι άμεσα ελεγχόμενο από το καθεστώς Erdogan μέσα από τις ρήτρες της συμφωνίας, είτε λόγω εκ περιτροπής προεδρίας, είτε βέτο, είτε ασφυκτικού στρατιωτικού ελέγχου) στη συμφωνία συνεκμετάλλευσης με την Ελλάδα. Οριστική συμφωνία με την Ελλάδα για συνεκμετάλλευση Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου και ταυτόχρονη υπογραφή συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ των τριών κρατών.

Αφού λοιπόν η Τουρκία θα έχει ουδετεροποιήσει (φινλανδοποιήσει είναι ο σωστός όρος) την Ελλάδα και μάλιστα κάποιοι θα πανηγυρίζουν για αυτό ένθεν κακείθεν, τότε θα μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τους Γάλλους και είτε μέσα από μια ανοικτή αεροναυτική σύγκρουση, είτε μέσω των γνωστών τακτικών εκφοβισμού, θα έχει αρκετές πιθανότητες να επιβάλλει τη δική της ατζέντα, πάντοτε με τις πολιτικές και στρατιωτικές πλάτες των Γερμανών, οι οποίοι δεν καλοβλέπουν την παλινόρθωση της Γαλλικής επιρροής στη Μεσόγειο και τη μέση ανατολή.

Έτσι, αν θέλουμε να δούμε τη μεγάλη εικόνα, τα συμφέροντα της Ελλάδας βρίσκονται σε σταυροδρόμι. Αφενός, φαίνεται απολύτως ελκυστική, ιδιαίτερα με τα σημερινά τραγικά οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της πανδημίας, μια οριστική εξάλειψη του κινδύνου εξ ανατολών μέσα από την υπογραφή μιας έντιμης συμφωνίας, που ενδεχομένως μας επιτρέψει να εξοικονομήσουμε πολύτιμους πόρους για την αναγκαία μας ανάκαμψη. Αφετέρου όμως, η ιστορία μας διδάσκει ότι η απληστία των Τούρκων πιθανότατα να μη σταματήσει με μια συνθήκη και ίσως η επόμενη επίθεσή τους μας βρει σε δυσχερή θέση (αποστρατιωτικοποίηση νήσων, οριστική απώλεια βόρειας Κύπρου, μερικός αφοπλισμός, τραγικό έλλειμμα ισοζυγίου ισχύος), πράγμα που μας βάζει σε πειρασμό να προσδεθούμε στο Γαλλικό άρμα και να γονατίσουμε τον Τουρκικό επεκτατισμό εν τη γενέσει του.

Ωστόσο, τόσο η κυβέρνηση, όσο και η αντιπολίτευση στέλνουν διφορούμενα μηνύματα: Από τη μία πλευρά παίζουν το ύπουλο τουρκικό παιχνίδι των διερευνητικών και της πενταμερούς εμφανίζοντας τη χώρα περίπου ως δεσμώτη της γερμανικής παράνοιας και από την άλλη εξοπλίζονται με έναν τρόπο που δείχνει ότι η χώρα προετοιμάζεται για σκληρή σύγκρουση στην ανατολική μεσόγειο (Rafale και φρεγάτες αεράμυνας περιοχής) ενώ συντηρούν τη Γαλλική πρόταση αμυντικής συνδρομής, παρά τις όποιες αντιδράσεις.