Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Γιατί πρέπει να συγκλίνουν οι δημοκρατικές δυνάμεις απέναντι στη Δεξιά

ΦΩΤΟ: ΑΠΕ- ΜΠΕ

Του Γ. Λακόπουλου

Η μεγαλύτερη πολιτική κληρονομιά της Μεταπολίτευσης  είναι οι ομαλές πολιτικές εξελίξεις- με την διαδοχή των κομμάτων στην εξουσία, ανάλογα με τη λαϊκή ετυμηγορία. Ανεξάρτητα από τη χρήση της λαϊκής εντολής που έκαναν τα  συγκεκριμένα κόμματα -και απεδείχθη ότι δεν ήταν καλή- ο σεβασμός της λαϊκής βούλησης  είναι ιστορική κατάκτηση -αν ληφθεί υπόψη ο προγενέστερος ταραχώδης  πολιτικός βίος της χώρας.

Αυτό υπήρξε  έργο δυο ανδρών. Του Κωνσταντίνου  Καραμανλή που επέβαλε με το κύρος του το σεβασμό της συνταγματικής νομιμότητας  στον ευρύτερο χώρο της δικής του παράταξης που είχε αίσθηση «ιδιοκτησίας» του έθνους και της εξουσίας. Και του Ανδρέα Παπανδρέου που κατάφερε να συνενώσει  την κατακερματισμένη δημοκρατική παράταξη στο ΠΑΣΟΚ και τη διακυβέρνηση, έχοντας σταθερούς δίαυλους επικοινωνίας  με τα δυο κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς της εποχής.

Δεν έχει αναλυθεί ακόμη πόσο συνέβαλε στην εδραίωση του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτικού συστήματος η συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με την υπόλοιπη Αριστερά στο μαζικό χώρο, στα συνδικάτα και στην τοπική αυτοδιοίκηση, άσχετα αν δεν έφτασε ποτέ ως την κυβερνητική συνεργασία. Συνέβαλε γιατί δημιουργούσε έναν ισχυρό παραταξιακό πλέγμα απέναντι στη Δεξιά, που με τη σειρά της παρέμεινε συνασπισμένη στη ΝΔ για να αντιμετωπίσει αυτόν τον πόλο. Με κατακερματισμένες τις δυο παρατάξεις η Μεταπολίτευση θα κατέρρεε.

Η διατύπωση «το ΠΑΣΟΚ και οι άλλες δημοκρατικές δυνάμεις» ανέδειξε  τη διαχωριστική γραμμή που λειτούργησε σαν άξονας επιβίωσης της δημοκρατικής εναλλαγής στην εξουσία. Το πολιτικό σύστημα έχασε την ισορροπία του όταν οι επίγονοι του Ανδρέα Παπανδρέου παραβίασαν αυτή τη γραμμή.Η αντιδεξιά παράταξή την ικανότητα του κυβερνητικού πόλου,  με τη συσπείρωση της  κοινωνικής και πολιτική βάσης της στο μεγαλύτερο κόμμα της-το ΠΑΣΟΚ.

Αυτή η συσπείρωση μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου λειτούργησε και με τον Κ. Σημίτη, αλλά απαξιώθηκε από τον Γ. Παπανδρέου. Αβασάνιστα παραβίασε βασικές αξίες της με την προσφυγή στο ΔΝΤ χωρίς καμία εξουσιοδότηση. Η περίοδος Βενιζέλος απλώς ολοκλήρωσε εξευτελιστικά αυτή τη διολίσθηση με την ανιστόρητη πρόσδεση του ΠΑΣΟΚ στη Δεξιά του Σαμαρά και το κατέστησε δύναμη εχθρική προς την Αριστερά με την οποία βρίσκονται πάντα σε τακτική συμμαχία απέναντι στη Δεξιά.

Η ικανότητα  διακυβέρνησης ανακτήθηκε από την παράταξη με τον ΣΥΡΙΖΑ κυρίως χάρη στον Αλέξη Τσίπρα που κινήθηκε αποτελεσματικά στο περιβάλλον που δημιούργησε το Μνημόνιο.

Η Φώφη Γεννηματά παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ απαξιωμένο από  τους Παπανδρέου – Βενιζέλο. Αλλά αντί να το ανασυντάξει και να περιμένει την παλιννόστηση των ψηφοφόρων του από τον ΣΥΡΙΖΑ στον οποίο  κατέφυγαν όταν αισθάνθηκαν ότι οι ηγεσίες του Κινήματος τους προδίδουν το… κατάργησε. Χωρίς ιστορική αντίληψη των πραγμάτων και υπό την πίεση εξωτερικών παραγόντων κατέβασε από τη μαρκίζα το όνομα κατά τα σύμβολα του  Κινήματος. Η αποτυχία του εγχειρήματος  είναι εμφανέστατη.

Σ’ αυτή την αποτυχία ποντάρουν οι δυνάμεις που συνέβαλαν στην εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ για να οδηγήσουν αυτόν το χώρο σε πλήρη εκφυλισμό, μέσω της συνεργασίας της  Γεννηματά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μερικοί την προεξοφλούν κιόλας σα να είναι οι… ιδιοκτήτες του Κινάλ. Ορισμένοι από την  Κοινοβουλευτική ομάδα του μάλιστα ασχημονούν προτάσσοντας αυτή τη συνεργασία ως πράξη κατά της Αριστεράς. Παραβλέπουν ότι το ΠΑΣΟΚ από την ίδρυσή του βρέθηκε πάντα στα ίδια χαρακώματα με τις δυνάμεις της Αριστεράς εναντίον τη Δεξιάς.

Σ’ αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται για τη  Φώφη Γεννηματά- ως επικεφαλής  του κόμματος που έβαλε η ίδια στη θέση του ΠΑΣΟΚ –  ένα δίλημμα: Θα  διαπράξει την ιστορική ατιμία να συμπράξει με τη Δεξιά  και τον νεομητσοτακισμό; Ή θα χαράξει πορεία  ανάκτησης της ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας του κόμματος και θα συμπράξει  με τον ΣΥΡΙΖΑ που είναι πλέον ο κεντρικός φορέας της Δημοκρατικής Παράταξης;

Με τη ΝΔ το ΠΑΣΟΚ είχε από τη φύση του πραγματικές πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές. Με τον ΣΥΡΙΖΑ το συνδέουν κοινές ιστορικές αναφορές και οι διαχρονικοί αγώνες απέναντι στη Δεξιά και τις αντιλαϊκές αντιλήψεις της. Το ίδιο ισχύει και για το κόμμα που διαδέχεται το ΠΑΣΟΚ γιατί απλούστατα αυτή είναι η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας όσων ανήκουν σ’ αυτόν το χώρο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο η προοδευτική παράταξη- με τα νέα δεδομένα που διαμόρφωσαν στο εσωτερικό της οι δημοκρατικοί πολίτες στον ΣΥΡΙΖΑ -μετακινούμενοι από το ΠΑΣΟΚ- οφείλει να διατηρήσει τις κυβερνητικές προοπτικές της. Τι δεν καταλαβαίνουν στη Χαρ. Τρικούπη; Η ανταπόκριση σ’ αυτή τη πρόκληση θα είναι θετική εξέλιξη  για τη χώρα. Το προγραμματικό πλαίσιο  θα διαμορφωθεί με διαβουλεύσεις ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ, το Κινάλ, το Ποτάμι και τη ΔΗΜΑΡ – ενώ για τον Γ. Παπανδρέου  εκκρεμεί το θέμα της αυτοκριτική του και  για το ΔΝΤ και τη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ.

Η αντίθετη επιλογή θα είτε αυτοκαταστροφική, κυρίως για τη  Γεννηματά και το κόμμα της. Δεν είναι δυνατόν το ΠΑΣΟΚ να μετατρέπεται σε δύναμη εχθρική προς την Αριστερά και να ταυτίζεται με τη Δεξιά και τον νεομητσοτακισμό. Είναι ανιστόρητο να στοιχίζεται το κόμμα που διαδέχεται το ΠΑΣΟΚ με τις ελεεινολογίες κατά  τα του Αλέξη Τσίπρα. Κεντρικό παράγοντα στον δημοκρατικό χώρο τον ανάδειξε η προτίμηση των δημοκρατικών πολιτών που τον έχει κατ’ ουσία επικεφαλής της νέας Κεντροαριστεράς.

Τίθεται λοιπόν ζήτημα κοινής στόχευσης της ευρύτερης παράταξης με βάση τη διάταξη δυνάμεων που αποφάσισε η βάση της. Η διαμόρφωση όρων σύμπραξης των δυο κομμάτων της Κεντροαριστεράς – ΣΥΡΙΖΑ -Κινάλ- μπορεί να εγγυηθεί προοδευτικές μεταμνημονιακές εξελίξεις από τις οποίες θα ωφεληθούν όλα τα κόμματα του του αντιδεξιού τόξου.

Η δυναμική την νέας Κεντροαριστεράς θα ωθήσει στη δημιουργία της νέας Κεντροδεξιάς και αυτό θα αποδυναμώσει την Ακροδεξιά ενισχύοντας τη ΝΔ ως φορέα της συντηρητικής παράταξης με όρους και ηγεσία που θα αποφασίσουν οι οπαδοί της. Και από αυτό θα ωφεληθεί το πολιτικό σύστημα.

Εν κατακλείδι, η ιστορία δείχνει το δρόμο. Δίνει τις απαντήσεις για τη νέα διάταξη δυνάμεων στη πολιτική σκηνή. Απομένει στις ηγεσίες των κομμάτων της παράταξης- τον Τσίπρα και τη Γεννηματά- να τις διαβάσουν σωστά και να διαμορφώσουν στην Ελλάδα ένα νέο  σκηνικό. Αργά ή γρήγορα το ίδιο σκηνικό θα διαμορφωθεί και στην υπόλοιπη  Ευρώπη με την ανασύνταξη των παραδοσιακών ιδεολογικών ρευμάτων σε νέους σχηματισμούς.