Γυμνοί” στο μέλλον

Του Ιωάννη Δαμίγου

Η χρονιά που φεύγει μας φέρνει όλο και πιο κοντά στην αλήθεια του καθρέπτη. Όσο κι αν περνάμε γρήγορα από μπροστά του, αποφεύγοντας να ρίξουμε το βλέμμα  στο πραγματικό είδωλο, γνωρίζουμε πολύ καλά το “κενό” που αιωρούμαστε, ανάλαφροι και με την άγνοια του επάνω, του κάτω και των ορίων του χώρου.

Προσποιητά χαιρόμαστε και φαίνεται, στα μόνιμα χαμόγελα, στις ευχές που αστόχησαν ειρωνικά πέρυσι  με ξέφωτο την θέα του εορταστικού τραπεζιού και του λευκού κρασιού, για απόδραση από τις κλισέ φιλοφρονήσεις, που άρχισαν να στερεύουν ήδη.

Ντυμένοι με τις ανάλογες νέες αγορές που απαιτεί η εορταστική ατμόσφαιρα, για το ανεκτό σενάριο ανεκτικότητας συνεύρεσης διαφορετικών χαρακτήρων. Όμως, όμως, διακρίνουμε την ψυχική γύμνια κάτω από τα ρούχα όλων των άλλων, εκτός της δικής μας. Όλοι μα όλοι διαπερνούν με το βλέμμα τους τα καινούργια ρούχα και αντικρίζουν, με την βοήθεια των δεδομένων, την γύμνια των άλλων πάντα.

Μα και η συζήτηση περί των επίκαιρων θεμάτων που απασχολούν την κοινή γνώμη, στο σερβίρισμα του καφέ με το γλυκό, εστιάζει και αυτή στην εμπορική και ασύδοτη γύμνια της κοινωνίας των άλλων πάντα. Αυτοί οι άλλοι, οι τσίτσιδοι που είναι υπεύθυνοι για την πολιτική κατάντια που επέλεξαν και ταλαιπωρούν όλους εμάς τους ντυμένους.

Μα παπάδες, αστυνόμοι, στρατηγοί και ευρωβουλευτές βρε παιδί μου; Ρωτά η κυρία που το έχει εμπεδώσει, την άλλη που έμενε πιστή στο πατρίς, θρησκεία και μένουμε Ευρώπη, γιατί η οικογένεια είναι σκορπισμένη στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. 

Γυμνοί βαδίζουμε στο μέλλον, στην νέα χρονιά, στην γνώριμη ερημιά μας με τους πολλούς γύρω μας, που θορυβούν στο εφήμερο, που σπαταλούν τον χρόνο και ξοδεύουν την μίζερη απληστία τους, ψάχνοντας για ρούχο μάταια. Οι αιώνιοι άλλοι. Καταναλώνοντας νέες ανασφάλειες και φοβίες για το επερχόμενο, όπου η επιβίωση και η νέα ημέρα καταντά εφιάλτης! Μας τρομάζει η ίδια ζωή, αλλοίμονο! Μας έντυσαν τα λάθη μας.

Ευχή, μια: Ντύστε την γύμνια της ενοχής με το ρούχο της γνώσης. “Ντύστε” τα παιδιά και τους φίλους με βιβλία. Έως η ψυχή άφοβη και ελεύθερη να περιφέρεται φύση γυμνή.