Δίκαιο – Δίκιο – Δικαιοσύνη

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Στην καρδιά κάθε πόλης, πίσω από τις βαριές πόρτες των δικαστηρίων, τα ρολόγια μετρούν τον χρόνο σε λεπτά και δευτερόλεπτα. Εισαγγελείς αγορεύουν, δικαστές εκδίδουν αποφάσεις, καταδικασμένοι κοιτούν το μέλλον τους πίσω από κάγκελα…

 Εκεί, η Δικαιοσύνη μοιάζει να αποκτά συγκεκριμένη μορφή: αριθμούς, άρθρα, ποινές και σφραγίδες. Ένα σύστημα που υπόσχεται τάξη, ισορροπία και απονομή ευθυνών…

Κι όμως, η αληθινή Δικαιοσύνη δεν περιορίζεται σε αίθουσες και έδρες. Δεν εξαντλείται σε ποινές, πλειστηριασμούς και τόμους αποφάσεων. Δεν μετριέται μόνο σε χρόνια φυλάκισης ή σε οικονομικές αποζημιώσεις. Απλώνεται σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας: στην πρώτη σχολική τσάντα ενός παιδιού, στο τραπέζι μιας οικογένειας στο τέλος της ημέρας, στην πρόσβαση όλων στην υγεία, στη γνώση και την ασφάλεια.

Εκεί κρίνεται καθημερινά αν μια κοινωνία είναι πραγματικά δίκαιη.

Η Δικαιοσύνη αρχίζει από τον τρόπο που μοιράζονται ο πλούτος και οι ευκαιρίες. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε γειτονιά χωρίς σχολεία, βιβλία ή δασκάλους, όταν ένας ηλικιωμένος μετρά τα κέρματα για να αποφασίσει αν θα αγοράσει φάρμακα ή τρόφιμα, δεν πρόκειται για ατομική καχεξία, αλλά για συλλογική αποτυχία…

 Κάθε ανισότητα γίνεται πληγή στο σώμα της κοινωνίας. Και όσο κι αν μια κοινωνία δείχνει ισχυρή, δεν μένει ποτέ αλώβητη όταν αιμορραγεί από τέτοιες πληγές.

Η ουσία της Δικαιοσύνης βρίσκεται στην αξιοπρέπεια. Δεν αφορά μόνο την τιμωρία του ενόχου, αλλά κυρίως την προστασία του ανθρώπου. Είναι οι ίσες δυνατότητες των ανθρώπων να  ονειρεύονται δίχως να σκοντάφτουν  στη φτώχεια και τον αποκλεισμό. Είναι οι φωτισμένοι δρόμοι που επιτρέπουν την ασφαλή επιστροφή στο σπίτι, τα σχολεία που δεν παγώνουν τον χειμώνα, τα νοσοκομεία που δεν αναγκάζονται να διαλέξουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα περιμένει.

Στον κόσμο των ανθρώπων, Δίκαιο, Δίκιο και Δικαιοσύνη συναντιούνται σπάνια. Το Δίκαιο, γραμμένο σε νόμους και άρθρα, επιδιώκει την τάξη και τη σταθερότητα, όμως συχνά παραμορφώνεται από σκοπιμότητες και συμφέροντα. Λυγίζει μπροστά στην ισχύ, σιωπά μπροστά στην αδικία ή σκληραίνει απέναντι στους αδύναμους.  

Η εφαρμογή των Μνημονίων στην Ελλάδα οδήγησε σε σημαντική αλλοίωση του δικαίου και της νομοθετικής διαδικασίας. Υπό την πίεση της δημοσιονομικής κρίσης και των δεσμεύσεων έναντι των δανειστών, η εθνική νομοθετική κυριαρχία περιορίστηκε αισθητά, καθώς μεγάλο μέρος των νόμων ψηφίστηκε ως προαπαιτούμενο εξωτερικών συμφωνιών. Ο ρόλος της Βουλής συχνά υποβαθμίστηκε σε επικυρωτικό, με περιορισμένο χρόνο διαβούλευσης και ουσιαστικού ελέγχου. Παράλληλα, η συστηματική χρήση διαδικασιών κατεπείγοντος και πολυνομοσχεδίων αποδυνάμωσε βασικές αρχές του κράτους δικαίου, όπως η διαφάνεια, η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα των κανόνων. Στο πεδίο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καταγράφηκε έντονη υποχώρηση, ιδίως στα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, με επίκληση υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος.

Παράλληλα η επιταγή δημοσιονομικής προσαρμογής οδήγησε και σε  ελαστικότερη ερμηνεία του Συντάγματος από τη νομολογία, νομιμοποιώντας περιορισμούς που υπό κανονικές συνθήκες θα θεωρούνταν απαράδεκτοι.  Συνολικά, τα Μνημόνια δεν επέφεραν μόνο οικονομικές αλλαγές, αλλά μετέβαλαν και τη λειτουργία του δικαίου, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την προστασία δικαιωμάτων στη δημοσιονομική πειθαρχία. Αναφέρεται ότι έχουν ψηφιστεί συνολικά 714 «μνημονιακοί νόμοι», με περίπου 60.000 επιμέρους διατάξεις και 300.000 υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή τους. Μεγάλο μέρος αυτής της νομοθεσίας παραμένει ακόμη σε ισχύ με τυπικά  παραδείγματα την ΑΑΔΕ, το Υπερταμείο και το ΤΑΙΠΕΔ που εποπτεύονται από την Ε.Ε.

Η μνημονιακή αρχιτεκτονική εξουσίας εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς θεσμικής λεηλασίας, στο οποίο η δημόσια περιουσία παραδόθηκε σε μηχανισμούς που μπορούν να την εκποιούν κατά το δοκούν, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο, άνευ λογοδοσίας και δίχως πραγματική αποτίμηση. Περιουσιακά στοιχεία δεκαετιών ξεπουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές, όχι για να ωφεληθεί η κοινωνία, αλλά για να τροφοδοτηθεί ο μηχανισμός αποπληρωμής του αέναου χρέους. 

Για παράδειγμα, οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι παραδόθηκαν για μόλις 45 εκατ. ευρώ. Ήταν πολιτικό αντάλλαγμα. Όπως ο Σόιμπλε ομολόγησε κυνικά:  «Οι Ιταλοί έπρεπε να πάρουν κάτι από την Ελλάδα».

Αυτή η φράση δεν είναι ατυχής δήλωση. Αποτελεί το συμπίλημα της αποικιακής πραγματικότητας. Η  χώρα και οι υποδομές της αντιμετωπίζονται ως λάφυρο και οι πολίτες σαν θεατές  του μεγάλου πλειστηριασμού…

Το Δίκιο, αντίθετα, δεν κατοικεί σε κώδικες. Ζει στη συνείδηση των ανθρώπων και επιμένει ακόμη κι όταν αγνοείται. Είναι εκείνο που αναγνωρίζεται σιωπηλά, ακόμη κι όταν δεν δικαιώνεται…

Ανάμεσά τους στέκει εύθραυστη η Δικαιοσύνη απαιτώντας μέτρο, ισότητα και ανθρώπινο βλέμμα. Απαιτεί από τον νόμο να μην αποκόπτεται από την κοινωνική πραγματικότητα και από την κοινωνία να μη εθίζεται στην αδικία. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων συχνά κρύβουν βαθύτερες αιτίες που δεν αγγίζονται ποτέ.

Για παράδειγμα, ο  αγρότης που κλείνει τους δρόμους δεν είναι  παραβάτης της τάξης. Αποτελεί  θύμα της ανισότητας, της έλλειψης στήριξης, της εγκατάλειψης. Κι όμως, οι κυβερνήσεις συνήθως, θυμούνται τη Δικαιοσύνη μόνο όταν η σύγκρουση ξεσπά, όχι όταν αυτή γεννιέται σιωπηλά.

Η Δικαιοσύνη, όμως, δεν είναι κουτί με σφραγίδες και αποφάσεις. Είναι φωνή ζωντανή στους δρόμους, στις σχολικές αυλές, στα νοσοκομεία, στα σπίτια των ανθρώπων που αγωνίζονται να ζήσουν με αξιοπρέπεια.

 Είναι μια καθημερινή υπόσχεση που η κοινωνία των πολιτών οφείλει να την υπερασπίζεται καθημερινά και μαχητικά. Χωρίς Δικαιοσύνη, η Δημοκρατία είναι κολοβή, ανάξια των αναγκών και των ονείρων της κοινωνίας.

Υ.Γ. Λόγω δημοσιογραφικής εμπειρίας, γνωρίζω καλά τι σημαίνει «απορρύθμιση» του συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας.

Η ανικανότητα και η ιδιοτέλεια δεν είναι μόνο «λάθη»· Αποτελούν  εγκληματικές παθογένειες που σχετίζονται με ανθρώπινες ζωές και δημόσιο συμφέρον. Ο έλεγχος κρίσιμων συστημάτων, όπως η τηλεδιοίκηση στα τρένα, η εναέρια κυκλοφορία, καταρρέουν, ενώ οι υπεύθυνοι κρύβονται πίσω από διοικητικές δικαιολογίες. Άραγε, θα κλείσει κάποτε τα μάτια της η ελληνική Δικαιοσύνη;