
Του Σωκράτη Αργύρη
Από τον Χέγκελ στον Γκράμσι, η ταξική συνείδηση νοείται ως ιστορική, διαλεκτική και διαμεσολαβημένη διαδικασία, όπου η εκμετάλλευση λειτουργεί ταυτόχρονα ως μέτρο καταπίεσης και δυναμικό σημείο ανάδυσης πολιτικής αυτοσυνείδησης. Η προβληματική της ταξικής συνείδησης, ιδίως στο πλαίσιο του μαρξιστικού αναλυτικού σχήματος, συχνά οργανώνεται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο η εκμετάλλευση προσλαμβάνεται ως ποσοτικό και ποιοτικό μέτρο της κοινωνικής αντίφασης.
Ο δείκτης εκμετάλλευσης –η αναλογία ανάμεσα στον αναγκαίο και τον υπερεργασιακό χρόνο– δεν αποτελεί απλώς ένα οικονομικό μέγεθος. Αποτελεί ταυτόχρονα μια δομική κατηγορία που επιτρέπει στις υποτελείς τάξεις να αντιληφθούν τη θέση τους μέσα στην κοινωνία, καθώς αυτή η θέση καθορίζεται από ιστορικά προσδιορισμένες σχέσεις παραγωγής. Δηλαδή, η αντικειμενική τους υποταγή δεν είναι φυσική ή αιώνια, αλλά προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών, οι οποίες διαμορφώνουν τόσο τις υλικές συνθήκες της ζωής τους όσο και τη συλλογική τους κοσμοαντίληψη.
Αν δεχθούμε ότι η ταξική συνείδηση συγκροτείται στην ένταση που παράγεται ανάμεσα στο βίωμα της εκμετάλλευσης και στην δυνατότητα εννοιολόγησής της, τότε είναι κρίσιμο να διερευνήσουμε πώς η φιλοσοφική παράδοση που επηρέασε τον Μαρξ, δηλαδή η εγελιανή, νοηματοδότησε τη συνείδηση ως ιστορική διαδικασία. Η φιλοσοφική κατάθεση του Χέγκελ, τόσο στη Φαινομενολογία του Πνεύματος όσο και στη Φιλοσοφία του Δικαίου, συνιστά την πλέον συστηματική απόπειρα να κατανοηθεί η συνείδηση ως κίνηση, ως ανάπτυξη και τελικά ως ενσάρκωση της ελευθερίας. Έτσι, η αντιπαραβολή της με τον μαρξικό δείκτη εκμετάλλευσης –ως μέτρο της κοινωνικής αυτοκατανόησης– φωτίζει το πέρασμα από τον ιδεαλισμό στην υλιστική κριτική.
Για τον Χέγκελ, η συνείδηση δεν είναι ένα δεδομένο ψυχολογικό γεγονός, αλλά μια βαθιά ιστορική και διαλεκτική διεργασία. Εμφανίζεται αρχικά ως άμεση αίσθηση του εαυτού, προχωρά σε πιο σύνθετες μορφές αυτοσχέσης και τελικά μετασχηματίζεται σε πνεύμα, δηλαδή σε συλλογική μορφή αυτοκατανόησης μιας κοινότητας. Η συνείδηση, με αυτή την έννοια, δεν μπορεί να αναλυθεί ως απλό υποκειμενικό βίωμα· είναι η κίνηση με την οποία το υποκείμενο αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε έναν αντικειμενικό κόσμο που το ξεπερνά. Η περίφημη διαλεκτική του αφέντη και του δούλου συνοψίζει αυτή την υπέρβαση: το υποκείμενο αναδύεται μέσα από μια σχέση εξάρτησης και αγώνα αναγνώρισης. Αν ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του μέσω της εργασίας, τότε η συνείδηση δεν έχει απλώς γνωστικό χαρακτήρα, αλλά πρωτίστως πρακτικό και κοινωνικό.
Αυτός ο εγελιανός τόνος είναι κρίσιμος για να κατανοήσουμε την πολιτική διάσταση της συνείδησης. Για τον Χέγκελ, η ελευθερία δεν είναι η αυθαιρεσία του ατόμου, αλλά η ενσωμάτωσή του στον ορθολογικό ιστό των θεσμών. Η συνείδηση καθίσταται πραγματικά ελεύθερη μόνο όταν ανυψώνεται σε «ηθικότητα» (Sittlichkeit), δηλαδή όταν αναγνωρίζει τον εαυτό της ως μέρος μιας καθολικής δομής. Συνεπώς, η πολιτική συνείδηση δεν προκύπτει από κάποια εξωτερική επιβολή ούτε από μια αυθόρμητη εξέγερση, αλλά από την ιστορική ωρίμανση των μορφών του Πνεύματος. Η κοινωνική αλλαγή πηγάζει από την εσωτερική ανάπτυξη της λογικής της πραγματικότητας και όχι από το άθροισμα των αντιστάσεων που προκύπτουν από άνισες σχέσεις παραγωγής.
Ωστόσο, ακριβώς εδώ εντοπίζεται η ένταση μεταξύ Χέγκελ και μαρξισμού. Αν ο δείκτης εκμετάλλευσης λειτουργεί ως μέτρο ταξικής συνείδησης, αυτό σημαίνει ότι η συνείδηση δεν είναι απλώς αντανάκλαση λογικών μορφών ή της κίνησης του Πνεύματος, αλλά προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών.
Ο Μαρξ στέκεται στην αντίπερα όχθη: υποστηρίζει ότι η συνείδηση διαμορφώνεται υλικά, όχι ιδεατά, και ότι η ιστορική κίνηση προκύπτει από την αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. Η συνείδηση είναι μια πρακτική κατηγορία. Εδώ, η εκμετάλλευση δεν είναι μόνο φαινόμενο οικονομικής άνισης κατανομής, αλλά και η πηγή της δυνατότητας για συνειδητοποίηση του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης.
Οι Εγελιανοί της αριστεράς, και κυρίως ο Φόιερμπαχ και αργότερα οι νέοι Χεγγελιανοί, τονίζουν αυτή τη διάσταση του «αυτοκαθορισμού» και αναζητούν μια περισσότερο ανθρωποκεντρική εκδοχή της εγελιανής σκέψης. Η μετατόπιση που προτείνουν είναι ότι το υποκείμενο, και όχι το Πνεύμα, αποτελεί το προνομιακό σημείο αναφοράς της συνείδησης. Η ελευθερία δεν είναι ένα τηλεολογικό τέλος που επιβάλλει η ιστορία, αλλά μια πρακτική δυνατότητα του ανθρώπου να μεταμορφώνει τον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και οι αριστεροί Εγελιανοί δεν εγκαταλείπουν την ιδέα ότι η συνείδηση έχει δομικό χαρακτήρα: δεν είναι τυχαία ή αποσπασματική, αλλά μέρος μιας αναπτυσσόμενης ιστορικής ολότητας.
Αυτή η οπτική επιτρέπει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με τον δείκτη εκμετάλλευσης. Στη μαρξική σκέψη, η εκμετάλλευση δεν είναι μόνο η υλική βάση της ταξικής διάκρισης, αλλά και η αναγκαία προϋπόθεση για την ανάδυση μιας ιστορικά ώριμης συνείδησης. Το υποκείμενο δεν γίνεται συνειδητό μέσω λογικών μορφών, όπως στον Χέγκελ, αλλά μέσα από τις αντιφάσεις που το διαμορφώνουν. Η ταξική συνείδηση δεν αναδύεται απλώς από την αναγνώριση, αλλά από την εμπλοκή στους υλικούς όρους παραγωγής. Ωστόσο, εάν θεωρήσουμε την εκμετάλλευση το μέτρο της ταξικής συνείδησης, τότε χρειάζεται να αναζητήσουμε ένα φιλοσοφικό ανάλογο μέσα στην εγελιανή παράδοση. Και εδώ αναδεικνύεται η έννοια της «αλλοτρίωσης» (Entfremdung) στη χεγγελιανή Φαινομενολογία.
Η αλλοτρίωση για τον Χέγκελ είναι η στιγμή κατά την οποία η συνείδηση χάνει την αμεσότητά της, αντικειμενοποιείται και βλέπει τον εαυτό της ως κάτι ξένο. Αυτό το βιωματικό σχίσμα υποχρεώνει το υποκείμενο να επανιδρύσει τη σχέση του με την πραγματικότητα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, η εκμετάλλευση για τον Μαρξ λειτουργεί ως στιγμή αλλοτρίωσης: ο εργάτης παράγει έναν κόσμο που δεν του ανήκει, αντικειμενοποιείται σε μια διαδικασία που δεν ελέγχει. Ενώ όμως στον Χέγκελ η αλλοτρίωση είναι ένα αναγκαίο στάδιο προς την αυτοσυνείδηση, στον Μαρξ είναι δομικό στοιχείο της καπιταλιστικής παραγωγής και στοιχείο προς κατάργηση. Ο δείκτης εκμετάλλευσης θα μπορούσε, υπό ένα εγελιανό πρίσμα, να ορισθεί ως το σημείο στο οποίο ο βαθμός αλλοτρίωσης γίνεται διακριτός και, άρα, ανοίγει η δυνατότητα για συνείδηση.
Οι Εγελιανοί που ακολούθησαν τον Χέγκελ διαφωνούν για το αν η συνείδηση είναι πρωτίστως λογική μορφή ή πρακτική ιστορική δύναμη. Ο δεξιός εγελιανός χώρος τόνιζε το θεσμικό στοιχείο: έβλεπε τη συνείδηση ως νομιμοποίηση της υπάρχουσας κρατικής πραγματικότητας. Αντιθέτως, η αριστερή εγελιανή πλευρά προσέγγιζε τη συνείδηση ως δυναμική ιστορικού μετασχηματισμού. Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, διότι μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς η εκμετάλλευση μπορεί να λειτουργήσει ως μέτρο «ορθολογικής δυσαρμονίας» μέσα στην κοινωνία. Με άλλα λόγια, όπως στον Χέγκελ η αλλοτρίωση σηματοδοτεί μια στιγμή αναντιστοιχίας ανάμεσα στην ανάπτυξη της συνείδησης και την αντικειμενική πραγματικότητα, έτσι και για τον Μαρξ η εκμετάλλευση σηματοδοτεί την αντιστοιχία ανάμεσα στις δυνάμεις παραγωγής και τις ταξικές σχέσεις.
Η φιλοσοφική συνείδηση στον Χέγκελ είναι επομένως μορφή αυτοσχέσης που προϋποθέτει την ιστορική κίνηση προς την ελευθερία. Η πολιτική συνείδηση των Εγελιανών, ωστόσο, διαφοροποιήθηκε σε δύο κύριες κατευθύνσεις: την ορθολογική ενσωμάτωση στην κρατική τάξη και την κριτική προβολή της ανθρώπινης ελευθερίας πέρα από τις υπάρχουσες δομές. Και οι δύο, όμως, αναγνωρίζουν ότι η συνείδηση είναι κοινωνική: μόνο μέσω της σχέσης αναγνώρισης αποκτά ιστορική υπόσταση. Αυτό προσφέρει μια γόνιμη βάση για να σκεφτούμε την ταξική συνείδηση όχι ως ατομική κατάσταση, αλλά ως μορφή κοινωνικής αυτοαναφοράς.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο δείκτης εκμετάλλευσης μπορεί να θεωρηθεί ως μια υλιστική «μεταφορά αναγνώρισης». Η εργατική τάξη αναγνωρίζει τον εαυτό της μόνο στο μέτρο που συνειδητοποιεί τις σχέσεις εκμετάλλευσης που τη διαπερνούν. Η συνείδηση, επομένως, δεν είναι ένα γεγονός που έρχεται απ’ έξω ούτε μια λογική νομοτέλεια της ιστορίας, αλλά προϊόν της εντάσεως ανάμεσα στο υποκείμενο και τις κοινωνικές δομές που το περιορίζουν. Σε αυτό, ο Μαρξ ενσωματώνει την εγελιανή λογική χωρίς να δεσμεύεται από τον ιδεαλισμό της: η αλλοτρίωση και η αναγνώριση μετατρέπονται σε υλικές κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας.
Οι Εγελιανοί, από την πλευρά τους, προσφέρουν μια φιλοσοφική κατανόηση της συνείδησης ως διαδικασίας υπέρβασης των αντιφάσεων. Εδώ, η εκμετάλλευση θα μπορούσε να ιδωθεί ως η εμπειρική μορφή μιας τέτοιας αντίφασης. Αν η συνείδηση μετριέται με όρους εκμετάλλευσης, τότε ο εγελιανός ορίζοντας βοηθά στο να νοηθεί η ταξική πάλη όχι μόνο ως οικονομική διαμάχη, αλλά ως αγώνας για αναγνώριση, για κοινωνική ορατότητα, για πολιτική χειραφέτηση. Η ταξική συνείδηση είναι τότε το σημείο στο οποίο το υποκείμενο παύει να βιώνει την εκμετάλλευση ως φυσική αναγκαιότητα και την αντιλαμβάνεται ως ιστορικά υπερβατή μορφή αλλοτρίωσης.
Η αναδιάταξη της έννοιας της συνείδησης από τον Χέγκελ στον Μαρξ δεν αποτελεί απλώς ιστορική μετάβαση από τον ιδεαλισμό στον υλισμό· συνιστά μια βαθιά επανερμηνεία των όρων μέσα στους οποίους η ανθρώπινη πράξη αποκτά ιστορική αποτελεσματικότητα. Η εγελιανή διαλεκτική, προσανατολισμένη προς την αυτοανάπτυξη του Πνεύματος, μεταπλάθεται στον Μαρξ σε διαλεκτική των υλικών κοινωνικών σχέσεων. Το υποκείμενο, αντί να εμφανίζεται ως εκδήλωση της λογικής της αντικειμενικότητας, συγκροτείται ως προϊόν και φορέας συγκρούσεων εγγεγραμμένων στις δομές της παραγωγής.
Σε αυτό το σημείο, ο δείκτης εκμετάλλευσης αποκτά καθοριστική λειτουργία: δεν είναι απλώς οικονομική μέτρηση, αλλά το αντικειμενικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να αναδυθεί η ταξική συνείδηση ως ιστορικό φαινόμενο. Αν η συνείδηση στον Χέγκελ είναι μορφή ορθολογικής κατανόησης της θέσης του υποκειμένου στην καθολικότητα, στον Μαρξ η ταξική συνείδηση είναι μορφή κατανόησης της θέσης της τάξης μέσα στις σχέσεις παραγωγής και καταπίεσης. Η διαφορά είναι ουσιώδης: στον Χέγκελ η συνείδηση κινείται μέσα στη λογική· στον Μαρξ μέσα στην ιστορία.
Ο Λένιν αναλαμβάνει να συγκεκριμενοποιήσει το πρόβλημα της συνείδησης στην εποχή του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, αναγνωρίζοντας ότι η οικονομική εκμετάλλευση, αν και απαραίτητη προϋπόθεση, δεν αρκεί για την ανάπτυξη επαναστατικής συνείδησης.Ο Λένιν πίστευε ότι, αν και η οικονομική εκμετάλλευση αποτελεί την αντικειμενική βάση, η ανάπτυξη επαναστατικής συνείδησης δεν προκύπτει αυτόματα· απαιτείται η συνειδητή παρέμβαση ενός επαναστατικού κόμματος που οργανώνει και καθοδηγεί τις υποτελείς τάξεις. Αντίθετα, ο Πανεκούκ υιοθετούσε μια πιο «καθαρά μαρξιστική» οπτική, θεωρώντας ότι η ταξική συνείδηση αναπτύσσεται σε στενότερη σύνδεση με τις υλικές συνθήκες και τη δομή της εκμετάλλευσης.
Δηλαδή υπήρχε, κατά τον Λένιν, μια θεμελιώδης ασυμμετρία ανάμεσα στη δομική δυνατότητα συνειδητοποίησης της εκμετάλλευσης και στην πραγματική, ιστορική ανάπτυξη μιας πολιτικά οργανωμένης ταξικής συνείδησης. Με άλλα λόγια, ο δείκτης εκμετάλλευσης ως αντικειμενικός δείκτης δεν εγγυάται την πολιτική ωρίμανση των υποτελών τάξεων. Αυτή η θέση απηχεί, την εγελιανή ιδέα ότι η συνείδηση δεν προκύπτει αυτομάτως από την εμπειρία, αλλά απαιτεί μεσολάβηση, άρση και υψηλότερη εννοιολογική συγκρότηση.
Η γνωστή λενινιστική θέση ότι η σοσιαλιστική συνείδηση εισάγεται «από τα έξω» θεωρείται ως αναγνώριση του γεγονότος ότι η ταξική συνείδηση δεν είναι αυθόρμητο προϊόν της οικονομικής εκμετάλλευσης. Όπως στον Χέγκελ η ηθική συνείδηση απαιτεί τη μεσολάβηση θεσμών, έτσι και στον Λένιν η πολιτική συνείδηση απαιτεί τη μεσολάβηση του επαναστατικού κόμματος ως συλλογικού διανοουμένου.Αν ο Χέγκελ είχε αναθέσει στον Λόγο τον ιστορικό ρόλο της αυτοπραγμάτωσης της ελευθερίας, ο Λένιν τον αναθέτει σε μια υλική, οργανωτική μορφή: στο κόμμα. Η λογική της “εισαγωγής” της συνείδησης δεν είναι παρά η προσπάθεια να μεταφερθεί η εγελιανή έννοια της διαμεσολάβησης στο πεδίο της πολιτικής δράσης· δηλαδή, να δείξει πώς οι ιδέες και η ταξική συνείδηση δεν αναπτύσσονται μόνο θεωρητικά, αλλά ενεργοποιούνται και εφαρμόζονται μέσω συγκεκριμένων πολιτικών πρακτικών που αλλάζουν την κοινωνική πραγματικότητα. Ενώ όμως ο Χέγκελ βλέπει τη συνείδηση να αναπτύσσεται οργανικά μέσα από τις ιστορικές μορφές του Πνεύματος, ο Λένιν επιμένει ότι η ιστορία δεν εγγυάται καμία αυτόματη διαδικασία· η οργάνωση είναι η πρακτική διάσταση εκείνης της λογικής ανάπτυξης που, στον Χέγκελ, παραμένει θεωρητικά αναγκαία.
Η εξέλιξη αυτής της παράδοσης φθάνει σε ένα νέο επίπεδο με τον Γκράμσι. Εκείνος επιχειρεί να συνθέσει την εγελιανή έννοια της καθολικότητας με τη μαρξική υλιστική ανάλυση της εκμετάλλευσης. Για τον Γκράμσι, η συνείδηση δεν είναι απλώς γνώση· είναι «συνοχή». Είναι η δυνατότητα των υποτελών τάξεων να οργανώσουν μια αντίληψη του κόσμου που υπερβαίνει την κατακερματισμένη εμπειρία της εκμετάλλευσης. Εδώ ο δείκτης εκμετάλλευσης λειτουργεί όχι μόνο ως μέτρο του βαθμού υλικής καταπίεσης, αλλά και ως σημείο εκκίνησης για τη συγκρότηση μιας «ηγεμονικής» συνείδησης.
Γκράμσι, όπως και ο Χέγκελ, θεωρεί ότι η συνείδηση είναι καθολική: δεν μπορεί να παραμείνει απλώς εμπειρική ή ατομική, αλλά πρέπει να μετασχηματιστεί σε συλλογική αντίληψη του νοήματος της κοινωνικής ζωής. Σε αντίθεση όμως με τον Χέγκελ, η καθολικότητα δεν υπάρχει ως λογική προϋπόθεση· είναι πεδίο αγώνα. Η ταξική συνείδηση δεν είναι η σταδιακή ανύψωση μιας λογικής μορφής, αλλά η πολιτική σύγκρουση ανάμεσα σε ηγεμονικά και ανηγεμόνευτα πολιτισμικά σχήματα. Η εκμετάλλευση, έτσι, αποκτά πολιτισμική διάσταση: η ταξική συνείδηση δεν εξαντλείται στην αναγνώριση της οικονομικής ανισότητας, αλλά περιλαμβάνει την αναμέτρηση με τις ιδεολογικές μορφές που την αποκρύπτουν ή τη νομιμοποιούν.
Η γκραμσιανή έννοια του «οργανικού διανοούμενου» αποτελεί άμεση συνέχεια αυτής της σκέψης. Αν στον Χέγκελ ο φιλόσοφος λειτουργεί ως σημείο σύλληψης της εποχής του, και αν στον Λένιν το κόμμα αναλαμβάνει να συμπυκνώσει την πολιτική συνείδηση της τάξης, ο Γκράμσι προχωρά πιο πέρα: ο οργανικός διανοούμενος δεν είναι απλώς φορέας ιδεών, αλλά φορέας πρακτικών μορφών οργάνωσης της εμπειρίας. Αναλαμβάνει τον μετασχηματισμό της «κοινής λογικής» σε «κριτική συνείδηση». Με αυτό τον τρόπο, η σχέση ανάμεσα στον δείκτη εκμετάλλευσης και στην ταξική συνείδηση αποκτά μια νέα διάσταση: η εκμετάλλευση δεν είναι μόνο υλική δομή αλλά και πεδίο διανοητικής πάλης.
Στην εγελιανή παράδοση, η ιστορία είναι η διαδικασία με την οποία η συνείδηση ανέρχεται σε ορθολογικότητα. Στον Μαρξ, η ιστορία είναι η σύγκρουση των τάξεων. Στον Λένιν, είναι το πεδίο της οργάνωσης που υλοποιεί τις δυνατότητες της ιστορίας. Στον Γκράμσι, είναι ο χώρος της ηγεμονίας, όπου οι υλικές δομές και οι μορφές σκέψης συνυφαίνονται. Αυτή η αλληλουχία αναδεικνύει τη φιλοσοφική πολυπλοκότητα της ταξικής συνείδησης: δεν είναι απλώς αποτέλεσμα εκμετάλλευσης, αλλά και η δυνατότητα να νοηματοδοτηθεί η εκμετάλλευση ως ιστορικά υπερβατή.
Εδώ επιστρέφουμε στην αρχική προβληματική: αν η εκμετάλλευση είναι το μέτρο της ταξικής συνείδησης, τότε η φιλοσοφική συζήτηση από τον Χέγκελ έως τον Γκράμσι δείχνει ότι η μέτρηση αυτή δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και λογική, οργανωτική και πολιτισμική. Η συνείδηση είναι πάντοτε περισσότερο από την άθροιση των εμπειριών. Είναι η μορφή με την οποία μια τάξη συλλαμβάνει το ιστορικό της καθήκον. Και όπως στον Χέγκελ η συνείδηση γίνεται ελευθερία μόνο όταν κατανοεί την αναγκαιότητα, έτσι στον Μαρξ και στον Λένιν γίνεται πολιτική δύναμη μόνο όταν κατανοεί την εκμετάλλευση ως ιστορικό δεσμό που μπορεί να σπάσει.
Η εγελιανή παράδοση, λοιπόν, δεν είναι ξένη προς την υλιστική ανάλυση· αποτελεί το φιλοσοφικό υπόβαθρο που επιτρέπει να αναγνωρίσουμε τη συνείδηση ως κατηγορία κινήσεων και όχι ως στατική κατάσταση. Ο δείκτης εκμετάλλευσης, στο φως αυτής της παράδοσης, δεν λειτουργεί μόνο ως μέτρο καταπίεσης, αλλά και ως μέτρο δυνατότητας. Όσο αυξάνει η εκμετάλλευση, τόσο μεγάλο το χάσμα ανάμεσα στην αντικειμενική θέση της τάξης και στην ιδεολογική της αναπαράσταση· και τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη διαμεσολάβησης που θα ανατρέψει τη διάσταση. Έτσι η εκμετάλλευση, όπως η αποξένωση στον Χέγκελ, γίνεται όχι μόνο πρόβλημα, αλλά και κινητήρια δύναμη.
Με αυτόν τον τρόπο, η φιλοσοφική συζήτηση για τη συνείδηση, από τον Χέγκελ στους Εγελιανούς και από εκεί στον Μαρξ, στον Λένιν και στον Γκράμσι, αναδεικνύει μια ενότητα παρά την εμφανή διαφοροποίηση των προϋποθέσεων: η συνείδηση είναι πάντοτε ιστορική, πάντοτε διαλεκτική, πάντοτε διαμεσολαβημένη και πάντοτε πεδίο αγώνα. Η εκμετάλλευση, ως δομική μορφή αντιφατικότητας, αποτελεί το υλικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο δομείται αυτή η συνείδηση. Αν λοιπόν ο δείκτης εκμετάλλευσης είναι το μέτρο της ταξικής συνείδησης, αυτό συμβαίνει επειδή η συνείδηση είναι ιστορική διαδικασία που συγκροτείται όχι παρά αλλά χάρη στις αντιφάσεις της κοινωνίας.
- Reply
- ,
- Reply All
- or
- Forward

