
Του Βασίλη Κόκκα
” Εάν ταίς γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ καί τών αγγέλων,αγάπην δέ μή έχω,γέγονα χαλκός ηχών η κύμβαλο αλαλάζον.
( ΚΟΡΙΝΘ.Α’ 13.1)
” Εγώ κύριοι τή διασκεδάζω τήν αποτυχία μου στήν ύπαρξη….”
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Τό ταλέντο όσο πιό πηγαίο είναι,τόσο καί πιό αυτάρεσκο μπορεί νά γίνει.Είναι συχνά επιπόλαιο,κοντόθωρο,τού λείπει ή αίσθηση τού βάθους.Μόνο όταν τό ταλέντο συγκρουστεί μέ τήν αμφιβολία,γίνεται άξιο τού ονόματος.Ταλέντο είναι νά κοιτάζεσαι μέ απόφαση στό μάταιο τού καθρέφτη!Νά λαλείς α δεί καί ότε δεί καί υπέρ ών δεί.Καί βέβαια νά μήν αυτοεγκλωβίζεσαι στόν επαρχιωτισμό σου τήν ίδια στιγμή πού φαντάζεσαι τόν εαυτό σου κοσμοπολίτη…Νά μήν εξομοιώνεις τήν πολιτική μέ τή σκηνοθεσία της.
Μόνο κάποιος πού πεισματικά ξέρει νά τρέπει σέ δωρεά τήν κάθε αμφιβολία καί δέν αυτοικανοποιείται μέ ρηχές παραδοχές καί φτηνές δικαιολογίες δικαιούται καί μπορεί νά έχει μία αλαζονικώς ρωμαλέα φιλοδοξία νά ηγηθεί έκ νέου μέ κατακτημένη επιτέλους τήν επίγνωση τής απόστασης πού χωρίζει τό όραμα από τήν πραγματικότητα καί μέ αίσθηση τού ότι ή βούληση από τό συμβάν έτη φωτός απέχει!
Όταν όμως καταφεύγεις στήν κοινολεξία καί ξεπέφτεις στό μουντό ενδιάμεσο τότε τά γραφόμενα σου καταλήγουν να απευθύνονται μόνο σέ ιδανικούς αναγνώστες πού πάσχουν από τήν ιδανική αυπνία…..Ελάχιστα αφορούν όλους αυτούς πού αναζητούν απεγνωσμένα νά ενσκήψουν πάλι στίς κληρονομημένες εκδοχές τών προοδευτικών ιδεών όπου κατά καιρούς συναντήθηκαν κοινωνικες ελπίδες, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις καί λαικές προσδοκίες,δίνοντας ένα περιεχόμενο πού κατά κάποιο τρόπο συνάδει μέ τήν εικόνα ενός καλύτερου κόσμου γιά μάς καί τά παιδιά μας.
Προαιώνιο τό ερώτημα: πού τελειώνει τό πρόσωπο καί από πού αρχίζει τό προσωπείο κάθε ανθρώπου; Πόσο δέ μάλλον ενός προβεβλημένου καί φιλόδοξου πολιτικού.Πού απ’ότι φαίνεται έχει μάθει πλέον νά καλύπτει τά ακάλυπτα μέ εξουσιαστικό λόγο καί νά διερμηνεύει τά πράγματα κατά τό δοκούν.
Ίσως κατάφερε νά εντρυφήσει λίγο καί στή σκέψη τού μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή:
” Μέ λόγια,μέ φυσιογνωμία καί μέ τρόπους/
μιά εξαίρετη θά κάνω πανοπλία/ καί θ’αντικρύζω έτσι τούς κακούς ανθρώπους/
χωρίς νά έχω φόβο η αδυναμία./
Θά θέλουν νά μέ βλάψουν.Αλλά δέν θά ξέρει/
κανείς απ’όσους θά μέ πλησιάζουν/
πού κείνται η πληγές μου,τά τρωτά μου μέρη/
κάτω από τά ψεύδη πού θά μέ σκεπάζουν. “

