Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η ανεξιχνίαστη υπόθεση Πολκ

Του Ιωάννη Ο. Ιατρίδη

Η εργασία του καθηγητή Γιάννη Ιατρίδη για τον George Polk,

 θα δημοσιευθεί προσεχώς στο Journal of Cold War Studies.

Το κείμενο  αυτό δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή.

 

Ο Τζωρτζ Πολκ, Αμερικανός ανταποκριτής που δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο 1948, ήταν ο πρώτος δυτικός δημοσιογράφος που έχασε τη ζωή του καλύπτοντας την εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου. Αποδοκίμασε την κομμουνιστική βία στην Ελλάδα, κατήγγειλε την ελληνική κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τη φτώχεια και τη μιζέρια της χώρας και άσκησε κριτική στην Ουάσιγκτον για τη στήριξη ενός διεφθαρμένου καθεστώτος.

Ενας αθώος, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, καταδικάστηκε τελικά για τον θάνατο του Πολκ από ένα πολιτικά διαστρεβλωμένο νομικό σύστημα. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, η τραγική μοίρα των δύο ανδρών αξίζει να μνημονευθεί, βάσει και νέων στοιχείων. Κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη, ούτε και υπήρξαν στοιχεία για τους ενόχους. Το σώμα του Πολκ βρέθηκε στη θάλασσα, με τραύμα από πυροβολισμό στο κεφάλι. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ληστείας, αλλά η δημοσιογραφική του ταυτότητα, από το CBS, ταχυδρομήθηκε ανώνυμα στην αστυνομία. Αν και διάφορες θεωρίες διατυπώθηκαν για το έγκλημα, οι περισσότεροι Ελληνες θεωρούσαν ότι ο Πολκ είχε δολοφονηθεί από τους κομμουνιστές, οι οποίοι, στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου, προσπαθούσαν να εγκαθιδρύσουν διά της βίας ένα χωριστό κρατίδιο και να αποκτήσουν διεθνή αναγνώριση.

Η δολοφονία από τους κομμουνιστές ενός Αμερικανού δημοσιογράφου, πολίτη μιας χώρας που εξόπλιζε και στήριζε το ελληνικό κράτος, φαινόταν ως αληθοφανής εξήγηση. Οι περισσότεροι Ελληνες πολιτικοί, στρατιωτικοί αξιωματούχοι και το Στέμμα απέρριπταν το ενδεχόμενο να είναι η Δεξιά υπεύθυνη για την πράξη. Ο Γ. Α. Βλάχος, εκδότης της «Καθημερινής», έγραφε σε κύριο άρθρο του: «Υψιστε Θεέ, δώσε να είναι οι δολοφόνοι κομμουνισταί, διότι εχαθήκαμε αν δεν είναι».


Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, δακρυσμένος, κατά τη διάρκεια της δίκης του. Ομολόγησε έπειτα από βασανιστήρια.
Το ΚΚΕ αρνήθηκε την ευθύνη. Βάσει των στοιχείων που είναι διαθέσιμα σήμερα, είναι σαφές ότι δεν είχε κίνητρο να δολοφονήσει τον Πολκ, του οποίου η δημόσια κριτική είχε ενοχλήσει Ελληνες και Αμερικανούς αξιωματούχους και ο οποίος προσπαθούσε να πάρει συνέντευξη από τον κομμουνιστή στρατιωτικό ηγέτη, Μάρκο Βαφειάδη.

Αλλοι ξένοι δημοσιογράφοι και αξιωματούχοι που είχαν έρθει σε επαφή με τους αντάρτες δεν είχαν πειραχτεί.

Πανικός, πιέσεις και προσπάθεια για  εύρεση ενόχου

Οι ελληνικές αρχές θεώρησαν ότι (α) ο θάνατος του Πολκ οφειλόταν στην πρόθεσή του να πάρει συνέντευξη από τον Μάρκο, και (β) όσοι βοήθησαν τον Πολκ στην προσπάθεια αυτή είχαν σχέσεις με τους κομμουνιστές, μιλούσαν αγγλικά, γνώριζαν τις κινήσεις του Πολκ και πιθανόν είχαν μετάσχει στο έγκλημα. Εν πολλοίς, αυτή η αυθαίρετη υπόθεση προκλήθηκε από ξένες πιέσεις. Οι Βρετανοί απαίτησαν να μην αναφερθούν βρετανικοί οργανισμοί, όπως το πρακτορείο Ρώυτερ, κατά την έρευνα και τη δίκη, και επέβαλαν να αναλάβει την υπόθεση ο αντικομμουνιστής ταγματάρχης Νικόλαος Μουσχουντής. Η βρετανική αστυνομική αποστολή παρακολουθούσε την κομμουνιστική δραστηριότητα στη Μακεδονία και ισχυριζόταν ότι είχε εντοπίσει έναν από τους δολοφόνους. Ενας Αμερικανός αξιωματούχος της αντικατασκοπείας επίσης ενέκρινε τον Μουσχουντή, έδωσε στοιχεία σχετικά με τους δολοφόνους και ποικιλοτρόπως παρενέβη στην έρευνα.

Ο στρατηγός Ουίλιαμ Ντόνοβαν, γνωστός ως αρχηγός του OSS (της παλαιότερης μορφής της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας), προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα έκριναν την Ελλάδα με κριτήριο τη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Ο βοηθός του κυκλοφόρησε μια λίστα ατόμων που έπρεπε να ερευνηθούν και υπερηφανεύθηκε για το ότι περιέλαβε τον Στακτόπουλο στους υπόπτους. Ενας Αμερικανός διπλωμάτης πίεσε τον εισαγγελέα να επισπεύσει τη δίκη.

Σε αυτό το κλίμα, οι Αρχές υπέδειξαν τέσσερα άτομα που πιθανόν είχαν βοηθήσει τον Πολκ να αποκτήσει επαφή με τον Μάρκο. Ο Κώστας Χατζηαργύρης, ανταποκριτής του Ρώυτερ, ήταν βοηθός και στενός συνεργάτης του Πολκ. Ανακρίθηκε και κλήθηκε να καταθέσει στη δίκη του Στακτόπουλου. Αλλά καθώς διέθετε καλές διασυνδέσεις (ήταν θετός γιος του πρωθυπουργού Θ. Σοφούλη) και απείλησε να αποκαλύψει πιθανή βρετανική ανάμειξη στην υπόθεση, δεν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Η Ελένη Μάμας, μια Ελληνοαμερικανίδα δημοσιογράφος που εθεωρείτο ότι είχε σχέσεις με τους κομμουνιστές, συνέστησε τον Πολκ στον Στακτόπουλο.

Απειλήθηκε με σύλληψη και υποχρεώθηκε να καταθέσει στη δίκη, αλλά επίσης τελικά απέφυγε τις κατηγορίες. Η νεαρή χήρα του Πολκ, Ρέα, αρνήθηκε να συνεργαστεί με τις Αρχές, ανακρίθηκε με σκληρότητα και απειλήθηκε με άσκηση δίωξης, αλλά τελικά της επετράπη να φύγει για τις ΗΠΑ.

Η καταδίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου

Ο τέταρτος ύποπτος, Γρηγόρης Στακτόπουλος, άσημος δημοσιογράφος και απόφοιτος του Κολλεγίου Ανατόλια της Θεσσαλονίκης, του οποίου ο αδελφός είχε σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο, στήριζε τη χήρα μητέρα του και τις αδελφές του γράφοντας και κάνοντας μεταφράσεις για τον τοπικό Τύπο. Ανέπτυσσε επαφές με ξένους δημοσιογράφους και είχε γνωρίσει τον Πολκ μέσω της Μάμα. Μετά τη δολοφονία, ο Στακτόπουλος μεταφέρθηκε στη Γενική Ασφάλεια όπου, έπειτα από μακρά ανάκριση από τον Μουσχουντή, αλλά και βασανιστήρια, ομολόγησε ότι είχε συνοδεύσει τον Πολκ και δύο γνωστούς κομμουνιστές, κατά τη νύκτα, σε μια βάρκα όπου ο Αμερικανός δημοσιογράφος δολοφονήθηκε και πετάχτηκε στη θάλασσα. Κατόπιν, έλαβε την εντολή να αποστείλει τη δημοσιογραφική ταυτότητα του Πολκ στην αστυνομία.


Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος.

Στη δίκη, ο Στακτόπουλος παρουσιάστηκε ως στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος που παρέσυρε τον Πολκ στον θάνατο ακολουθώντας εντολές. Η κατηγορία βασίστηκε αποκλειστικά στην αντιφατική, αποσπασματική ομολογία του. Οι δικηγόροι του δεν αμφισβήτησαν την κατηγορία και απλώς ζήτησαν να μην επιβληθεί η ποινή του θανάτου. Το μόνο πρόσθετο στοιχείο που παρουσιάστηκε –η κατάθεση της μητέρας του ότι είχε ταχυδρομήσει την ταυτότητα του Πολκ στην αστυνομία– κατέρρευσε όταν το δικαστήριο την αθώωσε. Με βάση την ομολογία του, ο Στακτόπουλος καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, ως συνεργός. Οι δύο σύντροφοί του καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο.

Ο Στακτόπουλος παρέμεινε στο κελί της Γενικής Ασφάλειας για τέσσερα ακόμη χρόνια και μεταφέρθηκε στις φυλακές μόνον αφού ο Τύπος ανακάλυψε την τοποθεσία της κράτησής του. Η ποινή του μειώθηκε το 1956 και τελικά απελευθερώθηκε το 1960. Στα απομνημονεύματά του ανακάλεσε την ομολογία του και έδωσε λεπτομέρειες για τις ταλαιπωρίες που υπέστη, ονομάζοντας και ορισμένους από τους βασανιστές του. Μεταξύ τους, ο βοηθός του Μουσχουντή και κατόπιν επικεφαλής της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ο Ευθύμιος Καμουτσής, ενεπλάκη αργότερα στη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη.

Το 1977, ο Αρειος Πάγος απέρριψε την προσφυγή του Στακτόπουλου για αναψηλάφηση της δίκης του. Τρεις ακόμη αιτήσεις που υπέβαλε η χήρα του (1999, 2002, 2004) επίσης απορρίφθηκαν. Λίγο μετά την εκδίκαση της μιας, το 2002, ο αντεισαγγελέας Αθανάσιος Καφίρης, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της αποδοχής της αίτησης, παραιτήθηκε. Στο βιβλίο του, ο Καφίρης εκθέτει τις πολλαπλές αποτυχίες του νομικού συστήματος, για τις οποίες θεωρεί υπεύθυνους τους ανίκανους, σκληρούς έναντι των αδυνάτων, αλλά και δειλούς αξιωματούχους που υπέκυψαν στις ξένες πιέσεις. Αποδίδει την απόρριψη των τεσσάρων αιτήσεων από τον Αρειο Πάγο στη συλλογική νοοτροπία των δικαστών –πολλοί εκ των οποίων είχαν αναλάβει τις θέσεις τους κατά τη χούντα– που δεν δέχονταν να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις των προκατόχων τους.

Η σκοτεινή περίπτωση του Ράντολ Κόατ

Ενα πρόσωπο στο οποίο είχε αποταθεί ο Πολκ, αλλά οι Αρχές δεν αναζήτησαν, ήταν ο Ράντολ Κόατ, Βρετανός αξιωματούχος πληροφοριών αλλά και πράκτορας στη Μακεδονία. Βετεράνος της SOE, θεωρείτο ο καλύτερα ενημερωμένος ξένος για τις κομμουνιστικές δραστηριότητες στη Βόρεια Ελλάδα. Το 1947, έγινε αποδέκτης μιας πρόσκλησης από τους κομμουνιστές για ξένους δημοσιογράφους που θα ήθελαν να πάρουν συνέντευξη από τον Μάρκο, την οποία και προώθησε σε διάφορους ανταποκριτές. Μέρες πριν βρεθεί το πτώμα του Πολκ, ο Κόατ έφυγε ξαφνικά από την Ελλάδα.

 


18 Μαΐου 1948. Στην ιατροδικαστική έκθεση για τη δολοφονία του Τζωρτζ Πολκ και την επικήρυξη των δραστών με 25 εκατ. δραχμές αναφέρεται το ρεπορτάζ της «Κ».

Οταν ερωτήθηκε από διπλωμάτες του Foreign Office για τη φημολογούμενη ανάμειξή του στη δολοφονία, επιβεβαίωσε ότι ο Πολκ είχε ζητήσει τη βοήθειά του για να αποκτήσει επαφή με τον Μάρκο, αλλά επέμεινε ότι είχε αρνηθεί να τον διευκολύνει. Χρόνια αργότερα, αφού συνομίλησε με τον Κόατ, ο πρώην επικεφαλής της SOE στην Ελλάδα, ο Κ. Μ. Γουντχάουζ, συμπέρανε ότι, «τυχαία, ανεύθυνα, αλλά χωρίς δολοφονική πρόθεση», ο Κόατ μπορεί να διαδραμάτισε ένα ρόλο στην υπόθεση, αλλά «ήταν πολύ φοβισμένος για τις συνέπειες ή έλαβε ρητώς εντολή να μην το παραδεχθεί».

Μια περίεργη επιστολή

Το αρχείο του Κόατ περιλαμβάνει μια επιστολή από έναν Γάλλο δημοσιογράφο προς τον «αρχιαντάρτη του Ολύμπου», συνιστώντας «τον σύντροφο Κόατ, παλαιό μέλος του ΕΛΑΣ, που επιθυμεί να αποκαταστήσει επαφή […] Ολοι οι αντάρτες πρέπει να συνοδεύσουν τον κομιστή αυτής της άδειας στον Αρχηγό χωρίς καθυστέρηση». Η σημασία του εγγράφου αυτού δεν μπορεί να αποτιμηθεί όσο τα σχετικά αρχεία των μυστικών υπηρεσιών της Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Ελλάδας παραμένουν κλειστά.

Η δολοφονία του Πολκ παραμένει ένα μυστήριο που μπορεί να μη λυθεί ποτέ. Αλλά κανένα μυστήριο δεν υπάρχει για τη μοίρα του Στακτόπουλου. Υπήρξε το αθώο θύμα αξιωματούχων σκληρών και χωρίς αρχές και ενός ελλειμματικού δικαστικού συστήματος που άφησε ένα ανεξίτηλο στίγμα στην ελληνική Δικαιοσύνη.

* Ο κ. Ιωάννης Ο. Ιατρίδης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Southern Connecticut State University.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ