Η αντιπολίτευση της οργής και τα λάβαρα του παρελθόντος

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Υπάρχει μια παλιά ελληνική συνήθεια η οποία επιστρέφει κάθε φορά που το πολιτικό σύστημα μυρίζει φθορά. Σχετίζεται με τη βεβαιότητα ότι το καινούργιο θα προκύψει αυτόματα από την αποστροφή προς το παλιό. Ότι τάχα, αρκεί η οργή για να θεωρηθεί πρόγραμμα και η  απογοήτευση  να  βαφτιστεί προοπτική.

 Και πάνω απ’ όλα η (ψευδ)αίσθηση, ότι όποιος αλαλάζει σαν κύμβαλο απέναντι στην εξουσία, δικαιούται και να τη διαδεχθεί.

Αναμφισβήτητα, η  κυβέρνηση Μητσοτάκη στροβιλίζεται ζαλισμένη στη δίνη της μεγαλύτερης κρίσης αξιοπιστίας της. Τα Τέμπη λειτούργησαν ως ιστορικό ρήγμα και οι υποκλοπές ως τεκτονικός σεισμός. Και οι δυο περιπτώσεις αποκάλυψαν αφενός την κρατική ανεπάρκεια και αφετέρου διέλυσαν το τελευταίο ίχνος εμπιστοσύνης της συντριπτικής πλειονότητας της κοινωνίας απέναντι σε θεσμούς, υποσχέσεις και αφηγήματα περί «επιτελικού κράτους». Η φθορά είναι πρωτοφανής και η κοινωνική κόπωση μη αναστρέψιμη.

Οψέποτε γίνουν εκλογές, η Ν.Δ. θα υποστεί ποσοτική και ποιοτική καθίζηση αλλά η  φθορά ενός συστήματος δεν συνεπάγεται αυτόματα γέννηση εναλλακτικής.

Και κάπου εδώ αρχίζει να σχηματίζεται ένα ιδιότυπο μέτωπο προσώπων, συμβολισμών και πολιτικής δυσαρέσκειας. Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας  επανεμφανίζεται στον δημόσιο χώρο, επιχειρώντας να θυμίσει ότι παραμένει παίκτης. Η Μαρία Καρυστιανού εξελίσσεται σε πρόσωπο με ηθικό αποτύπωμα με αφετηρία και την προσωπική τραγωδία της. Και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς  που πιθανότατα θα επιλέξει  πιο ενεργό ρόλο, θα κινηθεί σχεδόν βέβαια πάνω στις γνώριμες γραμμές: πατρίδα, ταυτότητα, εθνικά θέματα, καταγγελία της μετάλλαξης της κεντροδεξιάς.

Τρία διαφορετικά πρόσωπα. Τρεις διαφορετικές αφετηρίες. Μία κοινή πρώτη ύλη: η δυσφορία.

Αλλά η απαρέσκεια και η καταδίκη της κυβέρνησης δεν αποτελούν πολιτικό σχέδιο.

Η εμφάνιση ενός νέου πολιτικού φορέα με την επωνυμία «ΕΛΑΣ» προκαλεί αναπόφευκτα συμβολικούς συνειρμούς. Το όνομα παραπέμπει στον ΕΛΑΣ, ανεξάρτητα από το αν αυτό αποτελεί ιδεολογική δήλωση ή επικοινωνιακή επιλογή. Στην πολιτική, τα ονόματα δεν είναι αθώα. Επιλέγονται για να ενεργοποιούν μνήμες, ταυτότητες, αντανακλαστικά.

Το ζήτημα όμως δεν είναι αν επιχειρείται στροφή προς τα αριστερά ή αναβίωση συμβολισμών άλλων εποχών. Το ερώτημα είναι πολύ πιο καθημερινό και άμεσο: τι ακριβώς προτείνεται;

Πέρα από γενικές αναφορές στη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική ισότητα και την πατρίδα, ποια είναι η συγκεκριμένη πρόταση για την οικονομία, την παραγωγή, το  δημογραφικό, τους θεσμούς, την ασφάλεια, την εξωτερική  πολιτική και για το κράτος  που υποτίθεται πως πρέπει να αλλάξει;

Δε άκουσα για παράδειγμα τι θα γίνει με την ιδιωτική ΔΕΗ, τις ιδιωτικές τράπεζες, τα δάνεια ιδιοκτητών ακινήτων, τα ξεπουλημένα λιμάνια, αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομους…

Τίποτε όμως. Μόνο γενικόλογες αναφορές δίχως ουσία και περιεχόμενο. 

Η ελληνική κοινωνία έχει χορτάσει από αντιμνημονιακές επαναστάσεις χωρίς σχέδιο, από εθνικές κορώνες δίχως  αποτέλεσμα και από ηθική ανωτερότητα που εξατμίστηκε  μόλις πλησίασε την εξουσία. Είναι παροιμιώδης η φράση του Ανδρέα Παπανδρέου ότι  «οι ονειροπόλοι αγωνιστές, τη βραδιά των νικηφόρων εκλογών, μετατρέπονται αυτόματα σε διαχειριστές προσωπικών συμφερόντων».

Η Καρυστιανού έχει  κάτι που κανένας επαγγελματίας πολιτικός δεν μπορεί να αποκτήσει τεχνητά. Διαθέτει αυθεντικότητα που γεννήθηκε μέσα από την απώλεια. Αυτό της δίνει ηθικό βάρος. Δεν της προσφέρει αυτόματα όμως, πολιτικό πρόγραμμα. Η μετάβαση από το σύμβολο στη διακυβέρνηση είναι η πιο δύσβατη απόσταση στη δημόσια ζωή.

Διότι άλλο να εκφράζεις την οδύνη μιας κοινωνίας και άλλο να διαχειρίζεσαι με επάρκεια και δικαιοσύνη τις αντιφάσεις της.

Από την άλλη, ο Σαμαράς γνωρίζει καλά το έδαφος της αποκαλούμενης «πατριωτικής δεξιάς». Μπορεί να μιλήσει σε ψηφοφόρους που νιώθουν αποξενωμένοι από τη σημερινή Νέα Δημοκρατία. Αλλά και εδώ υπάρχει το ίδιο ερώτημα. Είναι τάχα  αυτό επιστροφή στο παρελθόν ή πρόταση μέλλοντος;

Όσο για τον Τσίπρα, το παράδοξο παραμένει εντυπωσιακό. Επιχειρεί να εμφανιστεί ως φορέας υπέρβασης του συστήματος ενώ υπήρξε πρωταγωνιστής του επί σχεδόν μία δεκαετία. Στην πολιτική η μνήμη μπορεί να αποδυναμώνεται αλλά  δεν εξαφανίζεται…

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της αντιπολίτευσης συνολικά δεν είναι ότι ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση. Η κριτική είναι εύκολη. Και στην περίπτωση της Κυβέρνησης Μητσοτάκη απολύτως δικαιολογημένη.

Η καταγγελία είναι εύκολη. Το δύσκολο αρχίζει όταν ζητηθεί σχέδιο. Εκεί που τελειώνουν τα συνθήματα, εμφανίζονται οι γενικολογίες. Και στο σημείο αυτό ξεκινά ο λαϊκισμός. Γιατί πολιτική δεν είναι να δείχνεις τον ένοχο, αλλά να εξηγείς με ακρίβεια τι θα κάνεις διαφορετικά.

Η Ελλάδα μοιάζει παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από  τη μία η  αυτάρεσκη και αποκομμένη εξουσία  και από την άλλη οι επίδοξοι εκφραστές της κοινωνικής δυσαρέσκειας που  επενδύουν περισσότερο στην αγανάκτηση παρά στην πολιτική πρόταση.

Αλλά κανένας δεν εμπνέει πολίτες απλώς λέγοντας ότι είναι λιγότερο κακός από τον προηγούμενο. Και κανένας δεν κινητοποιεί το λαό μόνο υποδεικνύοντας ενόχους. Οι κοινωνίες συνεγείρονται  όταν  εμπνευστούν και ελπίσουν ότι υπάρχει δρόμος. Δεν αρκεί ο θυμός και η εκδίκηση για να φέρουν τους «παρκαρισμένους» πολίτες στην κάλπη.

Το πολιτικό κενό είναι υπαρκτό. Το αν θα καλυφθεί από νέα πρόσωπα, παλιά ονόματα ή προσωρινές εκρήξεις οργής παραμένει ανοιχτό. Εκείνο που δεν έχει αποδειχθεί ακόμη είναι αν οι πρωταγωνιστές της επόμενης ημέρας μπορούν να μιλήσουν για το μέλλον ή αν απλώς ανακυκλώνουν τραύματα, σύμβολα και δυσαρέσκεια.

Και τελικά, η  αποδοκιμασία μιας κυβέρνησης μπορεί να γκρεμίζει εξουσίες. Δεν αρκεί όμως για να χτίσει μια χώρα.