Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η βιαστική έξοδος θα φέρει νέο μνημόνιο  

Του Νίκου Χριστοδουλάκη*

Το πρόβλημα όμως με την «καθαρή έξοδο» είναι διπλό: Το μεν κόστος δανεισμού θα ανέλθει περίπου στο 4%, πολύ πάνω από το 1,50% που πληρώνει σήμερα η χώρα για τα δάνεια των θεσμών, με συνέπεια οι μελλοντικές πληρωμές τόκων να επιβαρυνθούν σημαντικά, ακόμα και αν οι εξοφλήσεις μετατεθούν.

Ας υποθέσουμε ότι ένας φοιτητής μένει σε μια φοιτητική εστία, με παροχές αλλά και υποχρεώσεις. Το ενοίκιο και το φαγητό είναι φθηνά, αλλά δεν μπορεί να φωνάξει φίλους του για μπίρες και να γλεντήσουν. Κάποτε σκέφτεται να μείνει έξω σε κανονικό διαμέρισμα και η εστία συμφωνεί προκειμένου να εξυπηρετήσει νέους φοιτητές. Χρωστάει όμως πολλά και πρέπει να εργάζεται για να τα εξοφλεί και επίσης να καλύπτει τα παραπάνω έξοδα της ελεύθερης αγοράς. Αν δεν είναι προετοιμασμένος να δουλέψει, καλύτερα να μη βιαστεί γιατί θα αναγκαστεί να επιστρέψει και θα βρει την πόρτα κλειστή.

Σε αδρές γραμμές, η μικρή αυτή ιστορία συμπυκνώνει το πρόβλημα με το Μνημόνιο που λήγει τον προσεχή Αύγουστο και έκτοτε η χώρα πρέπει να δανείζεται από τις αγορές. Η κυβέρνηση δεν επιθυμεί ούτε καν την προληπτική γραμμή πίστωσης, μήπως έτσι μπουν όροι από το παράθυρο και χαλάσουν το αφήγημα της «καθαρής εξόδου». Φανερή αντίθεση δεν συναντά γιατί, κατά σύμπτωση, καμία χώρα στην Ευρώπη δεν έχει διάθεση να πληρώσει ένα τέταρτο μνημόνιο για την Ελλάδα τώρα που τα πράγματα έχουν αγριέψει με την άνοδο των εθνικιστών.

Το πρόβλημα του δανεισμού

Το πρόβλημα όμως με την «καθαρή έξοδο» είναι διπλό: Το μεν κόστος δανεισμού θα ανέλθει περίπου στο 4%, πολύ πάνω από το 1,50% που πληρώνει σήμερα η χώρα για τα δάνεια των θεσμών, με συνέπεια οι μελλοντικές πληρωμές τόκων να επιβαρυνθούν σημαντικά, ακόμα και αν οι εξοφλήσεις μετατεθούν. Σε περίπτωση διεθνούς αναταραχής, ο δανεισμός θα γίνει ακόμα ακριβότερος, ίσως και αδύνατος, οπότε θα καταφύγουμε πάλι στο ΔΝΤ αλλά με χειρότερους όρους, όπως έγινε πρόσφατα στην Αργεντινή.

Το πρόβλημα θα ήταν πιο διαχειρίσιμο αν γινόταν σημαντική ονομαστική διαγραφή χρέους, αλλά προς το παρόν αυτό είναι απίθανο γιατί αντιδρούν οι φορολογούμενοι των άλλων κρατών, αρκετοί εκ των οποίων είναι κατά μέσο όρο φτωχότεροι των Ελλήνων. Στη γωνία καραδοκεί πλέον και η Ιταλία με χρέος επταπλάσιο από το δικό μας. Επειδή το κατά κεφαλήν χρέος, 38.000 ευρώ ανά Ιταλό, είναι αισθητά μεγαλύτερο από τα 29.000 ευρώ ανά Ελληνα, θα προβάλει την ανάγκη ισότιμης μεταχείρισης για να ζητήσει «κούρεμα» 250 δισ. ευρώ από το δικό της. Αν και το ποσό αντιπροσωπεύει μόλις το 11% του ιταλικού χρέους, η διαγραφή του θα απειλήσει πολλές τράπεζες και θα πλήξει την ανάκαμψη της ευρωζώνης. Καθόλου τυχαία, τις προηγούμενες ημέρες είδαμε τα ιταλικά και ελληνικά ομόλογα να δέχονται ισχυρή πίεση στις αγορές.

 Χρήσιμο ιστορικό προηγούμενο

Βλέποντας αυτά, αρκετοί – εντός και εκτός Ελλάδος – φοβούνται ότι μόλις η τρόικα μπει στο αεροπλάνο για Βρυξέλλες, θα ακολουθήσει τέτοια καταιγίδα παροχών, διορισμών και αυξήσεων, που θα ανατρέψουν τις μέχρι τώρα βελτιώσεις στα δημοσιονομικά. Για να την αποφύγουν, προτείνουν μια μορφή συνέχισης με κάπως διαφορετική εποπτεία, για να τηρηθούν τα προσχήματα λήξης του τωρινού προγράμματος. Ομως το πρόβλημα με την συνέχιση του Μνημονίου είναι ότι όπως δεν διόρθωσε τις κακοδαιμονίες της ελληνικής οικονομίας τα προηγούμενα οκτώ χρόνια, έτσι δεν θα τις διορθώσει και τώρα. Απλώς θα φρενάρει τα δημοσιονομικά συμπτώματα με νέους φόρους, ενώ θα κυριαρχεί η ίδια ακριβώς ανησυχία για το τι θα κάνει η Ελλάδα όταν λήξει η νέα αναβολή.

 Η προσεκτική έξοδος από τα μνημόνια χωρίς κρυφά ή φανερά υποκατάστατα είναι μεν η σωστή επιλογή για τη χώρα, αλλά έχει σοβαρές προϋποθέσεις και απαιτεί ένα δεσμευτικό πλαίσιο συναίνεσης για τα επόμενα χρόνια.

 

Το πιο σημαντικό βήμα είναι η διαπραγμάτευση εξόδου να γίνει μόνο με τον ESM, ο οποίος έχει δηλώσει ότι θα αναλάβει όλο το επίσημο χρέος και θα διευκολύνει την αποπληρωμή του με χαμηλά επιτόκια και μαζική επέκταση λήξεων στο απώτερο μέλλον.

Η επιλογή της χώρας δεν πρέπει να γίνει μεταξύ μιας ανεδαφικής απαλλαγής από δεσμεύσεις και μιας αδιέξοδης συνέχισής τους. Η προσεκτική και σταδιακή λήξη της εποπτείας από τα μνημόνια είναι η μόνη σοβαρή στρατηγική,αλλά χρειάζεται να συντρέξουν μια σειρά από ενέργειες και πολιτικές που σήμερα δεν είναι δεδομένες. Ενα χρήσιμο ιστορικό προηγούμενο αποτελεί η συμφωνία του 1898 με τον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο. Αρχικά οι όροι ήταν επαχθείς, όμως  η προσήλωση της χώρας στην ανάπτυξη και στις μεταρρυθμίσεις την οδήγησαν το 1910 ξανά στην ομάδα του Χρυσού Κανόνα και έκτοτε οι παρεμβάσεις του ΔΟΕ πρακτικά έπαυσαν. Ετσι εξασφάλισε νέα δάνεια και χρηματοδότησε τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους.

Το πιο σημαντικό βήμα είναι η διαπραγμάτευση εξόδου να γίνει μόνο με τον ESM, ο οποίος έχει δηλώσει ότι θα αναλάβει όλο το επίσημο χρέος και θα διευκολύνει την αποπληρωμή του με χαμηλά επιτόκια και μαζική επέκταση λήξεων στο απώτερο μέλλον. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να συμφωνηθεί και μια γραμμή άμυνας σε περίπτωση κερδοσκοπικών επιθέσεων στα ελληνικά ομόλογα, περίπου όπως η πιστωτική χαλάρωση της ΕΚΤ που εφαρμόστηκε τα προηγούμενα χρόνια. Εννοείται ότι ο σχεδιασμός θα γίνει εμπιστευτικά και όχι με τις πρωτοφανείς δημόσιες αντεγκλήσεις που παρακολουθήσαμε το προηγούμενο διάστημα και άφησαν τους διεθνείς αναλυτές έκπληκτους από τη μανία αυτοκαταστροφής που δείχνουμε σε κάθε ευκαιρία.

Δεσμευτικό πλαίσιο συναίνεσης

Ταυτόχρονα η συμφωνία πρέπει επιτέλους να περιλαμβάνει και την οριστική έξοδο του ΔΝΤ, το οποίο, αν μείνει, θα βάζει διαρκώς ζητήματα νέων μέτρων με πρόσχημα την ανάγκη μείωσης του χρέους προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όχι όμως και του δικού του. Ομως οι διεθνείς αγορές εμπιστεύονται πιο πολύ το ΔΝΤ από τον ESM και αν συνδυάσουν την έξοδό του με την πολιτική αστάθεια που ελλοχεύει την επόμενη διετία με τις πέντε εκλογικές αναμετρήσεις, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί και πάλι στη δίνη της αβεβαιότητας. Για να την αντιμετωπίσει, θα χρειαστεί θεσμικές διασφαλίσεις της σταθερότητας, όπως οι εξής:

Πρώτον, η άμεση κατάργηση της απλής αναλογικής και ταυτόχρονα ο εκσυγχρονισμός του εκλογικού συστήματος με λιγότερους βουλευτές, μικρότερες περιφέρειες και σταθερές θητείες θα οικοδομούσε εμπιστοσύνη στη χώρα και θα εξάλειφε τον φόβο ακυβερνησίας και χάους.

Δεύτερον, ο καλύτερος τρόπος για την αποφυγή κύματος νέων πελατειακών παροχών είναι η ψήφιση κανόνων στο Σύνταγμα που να απαγορεύουν τα προεκλογικά ελλείμματα και την αύξηση του χρέους. Ετσι η Ελλάδα θα σβήσει τη στάμπα του καθ’ έξιν δημοσιονομικού παραβάτη και την ανάγκη κηδεμονίας που επισείουν οι κάθε λογής καλοθελητές.

Συμπερασματικά, η προσεκτική έξοδος από τα μνημόνια χωρίς κρυφά ή φανερά υποκατάστατα είναι μεν η σωστή επιλογή για τη χώρα, αλλά έχει σοβαρές προϋποθέσεις και απαιτεί ένα δεσμευτικό πλαίσιο συναίνεσης για τα επόμενα χρόνια, όπως έγινε και στις άλλες χώρες της ευρωζώνης που βγήκαν από την εποπτεία και ξαναμπήκαν σε τροχιά μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης. Ετσι βέβαια θα καταρρεύσουν τα απλοϊκά αφηγήματα του κάθε κόμματος εναντίον του άλλου, οπότε για να τα στηρίξουν δεν αποκλείεται να ζήσουμε νέους συνδυασμούς εσωτερικής αγριάδας και διεθνούς απομόνωσης. Ο καθένας και οι ευθύνες του.

Ο  Νίκος Χριστοδουλάκης είναι πρώην υπουργός, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο.

 * Από ΤΟ ΒΗΜΑ