Υπόψη βουλευτή Κ. Μπογδάνου: Η ελευθερία του λόγου και οι πολιτικοί που θεωρούν την πολιτική κριτική… αδίκημα!

Του Γ. Λακόπουλου

Δεν γνωρίζω προσωπικά τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο.  Γνωρίζω μόνο την πολιτική φιγούρα που εμφανίσθηκε στο δημόσιο βίο, ως υποψήφιος βουλευτής -που δεν θα συμπεριλάμβανε η ΝΔ στα ψηφοδέλτια της, κατά δήλωση της τότε εκπροσώπου της, αλλά τελικά τον συμπεριέλαβε- και οι ψηφοφόροι τον έστειλαν  στη Βουλή.

Με τη συμπεριφορά του εξελίσσεται σε πολιτικό φαινόμενο. Με ύφος δημόσιας παρουσίας, πολιτικές απόψεις και τοποθετήσεις που κινούνται στον αντίποδα του δικού μου πολιτισμού. Με ενοχλούν γιατί συγκρούονται με την πολιτική, την ηθική και την αισθητική μου αντίληψη.

Ως πολίτης και δημοσιογράφος -δουλειά που έκανα επί δεκαετίες με όση ευθύνη και ευαισθησία μπορούσα, κατά τις  δημοκρατικές αρχές μου- αντιπαραθέτω  την κριτική και την αντίθεσή μου. Με οξύτητα ίσως. Αλλά  πολιτική κριτική δεν είναι να στέλνεις τριαντάφυλλα σε πολιτικούς. 

Δεν έχω τίποτε προσωπικό με τον Κ. Μπογδάνο. Όπως δεν έχω προσωπικά με κανέναν στην πολιτική σκηνή, είτε τον επικρίνω, είτε τον υποστηρίζω.

Τι να πει και ο «φίλος» μου ο Άδωνις  Γεωργιάδης, τον οποίο δεν έχω αφήσει σε χλωμό κλαρί εδώ και χρόνια. Αυτό δεν εμποδίζει κανέναν από τους δυο μας να κάνει αυτό που θεωρεί σωστό για το ρόλο του στο χώρο της δημοσίας σφαίρας που του αναλογεί.

 Του εξήγησα κάποτε ότι δεν υπάρχει τίποτε προσωπικό μεταξύ μας και το δέχεται, όπως έκαναν οι παλιοί πολιτικοί. Οταν παίζεις σκληρά πρέπει να περιμένεις οτι θα σε αντιμετωπίσουν σκληρά και όσοι διαφωνούν μαζί του. Αλλιώς πας σε unfair

Με την αρθρογραφία μου δεν αντιδικώ με το πρόσωπο του Κ. Μπογδάνου- , τον οποίο αντιμετωπίζω ως άνθρωπο όπως αξίζει σε κάθε άνθρωπο, όποιος και αν είναι – αλλά με τις θέσεις του πολιτικού της ΝΔ.

Ως σχολιαστή, με το θάρρος της γνώμης μου, με βρίσκει αντίθετο η  ιδεολογία που αναδύουν οι παρεμβάσεις του και ο εμπρηστικός  λόγος του, που απευθύνεται στα κατωτέρα αισθήματα της κοινωνίας.

 Ό,τι έκανε και ό,τι έλεγε ως δημοσιογράφος δεν με απασχόλησαν ποτέ.  Τη δουλειά του έκανε, όπως την αντιλαμβανόταν. Ως την ώρα που ένας από τους εργοδότες του τον απομάκρυνε ακριβώς για τον τρόπο που την αντιλαμβανόταν.

 Προφανώς δεν συμφωνούν όλοι μαζί μου και πρωτίστως οι ψηφοφόροι του.

Ενδεχομένως υπήρξα αυστηρός στις διατυπώσεις  μου για τις απόψεις του  που επέλεξα να  σχολιάσω.

Αλλά τι μπορεί να είναι κανείς απέναντι σε μέλος του Κοινοβουλίου που διακινεί ότι …»πρώην σύντροφοι» του Τσίπρα «αποπειράθηκαν  να δολοφονήσουν» τον Λουκά Παπαδήμο; Με αυτή την αφορμή άλλωστε τον επέκρινα.

Τι να του αναγνωρίσω; Την ευθύνη του λόγου, ως μέλος μεγάλου κόμματος  ή μήπως την εγκυρότητα; Τι προσπαθεί να κάνει, αν όχι να υποκινήσει το μίσος εναντίον ενός πρώην Πρωθυπουργού και να εξάψει τα πολιτικά πάθη; Πώς ακριβώς αξιολογείται αυτή η συμπεριφορά, αν όχι ως ακραία;

Δεν αντιλαμβάνομαι όμως τι υποχρεώνει  ένα δημόσιο πρόσωπο που δέχεται σκληρή κριτική – όχι μόνο από εμένα- να λέει ότι «θα κληθώ να υποστηρίξω νομικά» όσα υπέγραψα.  Ό,τι είχα να υποστηρίξω το έκανα ήδη δημοσίως.  

Αν στα πραγματικά περιστατικά κάνω σε κάτι λάθος, να το διορθώσω- όπως έχω υποχρέωση. Αλλά οι κρίσεις είναι δικαίωμά μου.

Δεν έχει παρά να υπερασπιστεί και ο ίδιος τον εαυτό του στο πεδίο που κρίνει ότι εθίγη: στο Ανοιχτό Παράθυρο.

Τα υπόλοιπα μόνο ως εκφοβισμός μπορεί να έχουν νόημα.

Σ’ αυτή την περίπτωση όμως είναι κάτι που δεν αφορά προσωπικά εμένα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διασταυρώνονται η πολιτική με τη δημοσιογραφία στη χώρα.

Ήδη παρακάλεσα την πρόεδρο του επαγγελματικού σωματείου μας Μαρία Αντωνιάδη να δει το θέμα.

Σε ό,τι με αφορά σέβομαι τους ανθρώπους της πολιτικής. Δούλεψα χρόνια μαζί τους. Συζήτησα, συγκρούστηκα, συμφώνησα και διαφώνησα-  και οι κανόνες του παιχνιδιού τηρήθηκαν εκατέρωθεν.

Δεν κάνω ότι δεν ακούω όταν διατυπώνονται τις πολιτικές θέσεις που βρίσκω αντιδημοκρατικές και επικίνδυνες για την  κοινωνία. Και στα «Άπαντα» του Κ. Μπογδάνου υπάρχουν πολλές. Και επικρίνονται ακόμη και από το κόμμα του.

Σε κάθε περίπτωση, είτε έχω δίκιο είτε άδικο, η κριτική μου κινείται στο πεδίο της ελευθερίας μου και με κίνητρο τον δημόσιο έλεγχο. 

Εκεί όποιος θέλει, ας κοπιάσει.