
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η συζήτηση που άνοιξε πρόσφατα στο Μέγαρο Μαξίμου για πιθανή προσφυγή στις κάλπες τον Σεπτέμβριο του 2027 δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη πολιτικό σενάριο, αλλά αντιθέτως, αποτυπώνει τη βαθύτερη αγωνία του κυβερνητικού επιτελείου για το πώς μπορεί να ελεγχθεί ο πολιτικός χρόνος σε μια περίοδο κατά την οποία η φθορά της εξουσίας συσσωρεύεται, ενώ η αντιπολίτευση εξακολουθεί να αδυνατεί να εμφανιστεί ως πειστική εναλλακτική δύναμη διακυβέρνησης.
Πιο συγκεκριμένα, ο πρωθυπουργός σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφορούν στο κυβερνητικό και κομματικό παρασκήνιο, δεν έχει εγκαταλείψει τον επίσημο σχεδιασμό για εκλογές την άνοιξη του 2027. Ωστόσο, το γεγονός ότι άκουσε εισηγήσεις για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες τον Σεπτέμβριο χωρίς να τις απορρίψει ακαριαία, δείχνει ότι το σενάριο βρίσκεται πλέον στο τραπέζι ως μια υπαρκτή πολιτική επιλογή και αυτό από μόνο του έχει σημασία τόσο για τη Νέα Δημοκρατία όσο και για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Το βασικό επιχείρημα όσων εισηγούνται πρόωρες εκλογές, είναι ότι το φθινόπωρο του 2027 μπορεί να αποτελέσει ένα παράθυρο πολιτικής ευκαιρίας. Εφόσον το καλοκαίρι εξελιχθεί ομαλά, χωρίς καταστροφικές πυρκαγιές, με ισχυρή τουριστική περίοδο και χωρίς μεγάλη κοινωνική αναταραχή από την ακρίβεια ή τις διεθνείς κρίσεις, τότε η κυβέρνηση θα μπορούσε να προσέλθει στις κάλπες έχοντας ακόμη πολιτικό έλεγχο της κατάστασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποκτά χαρακτήρα πολιτικού εφαλτηρίου. Με αυτό το σενάριο, το κυβερνητικό αφήγημα θα βασιστεί σε ένα πακέτο παροχών προς τη μεσαία τάξη, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αγρότες και τους νέους, δηλαδή στα κοινά που έδωσαν τη νίκη στη ΝΔ το 2023 αλλά εμφανίζουν πλέον σημάδια κόπωσης και αποστασιοποίησης.
Παράλληλα, οι υποστηρικτές του σεναρίου θεωρούν ότι μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση θα μπορούσε να αιφνιδιάσει την αντιπολίτευση. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αναζητά σαφή στρατηγική κυριαρχίας στον χώρο του Κέντρου, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ακόμη σε φάση αναζήτησης ταυτότητας, ενώ νέες πολιτικές κινήσεις που έχουν ανακοινωθεί από πρόσωπα όπως ο Αλέξης Τσίπρας και η Μαρία Καρυστιανού, παραμένουν αχαρτογράφητες ως προς το εύρος της διείσδυσης που θα έχουν πολιτικά.
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι όσο περνά ο χρόνος, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες δημιουργίας νέων πολιτικών σχηματισμών που θα μπορούσαν να απορροφήσουν δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της ΝΔ, ιδίως από τα δεξιά της.
Από την άλλη πλευρά, οι κίνδυνοι μιας πρόωρης κάλπης είναι επίσης μεγάλοι. Μία εκλογική αναμέτρηση πριν από τη λήξη της τετραετίας θα μπορούσε να εκληφθεί από μέρος της κοινωνίας ως ένδειξη ανασφάλειας ή πολιτικού τακτικισμού. Επιπλέον, η οικονομία παραμένει εκτεθειμένη στις συνέπειες των διεθνών γεωπολιτικών κρίσεων, με τον πληθωρισμό, την ενέργεια και το κόστος ζωής να συνεχίζουν να πιέζουν τα νοικοκυριά. Αν η καθημερινότητα επιδεινωθεί αισθητά μέχρι το φθινόπωρο, τότε το κυβερνητικό αφήγημα περί σταθερότητας μπορεί να χάσει μεγάλο μέρος της δυναμικής του.
Ταυτόχρονα, η ίδια η Νέα Δημοκρατία καλείται να διαχειριστεί εσωτερικές ισορροπίες, καθώς η απόσταση του Κώστα Καραμανλή από την κομματική ηγεσία και η κινητικότητα του Αντώνη Σαμαρά για ένα πιθανό νέο πολιτικό φορέα στα δεξιά της ΝΔ δημιουργούν ένα σύνθετο σκηνικό. Το κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζει ότι μια εκλογική μάχη απαιτεί πλήρη κομματική συσπείρωση και όχι εσωστρέφεια.
Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η συζήτηση περί πρόωρων εκλογών αποκαλύπτει ότι η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε μια άτυπη προεκλογική περίοδο, καθώς το πολιτικό σύστημα μοιάζει να κινείται πλέον με ορίζοντα την επόμενη κάλπη και όχι μόνο τη διακυβέρνηση της καθημερινότητας.
Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι το σενάριο πρόωρων εκλογών τον Σεπτέμβριο του 2027 δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ειλημμένη απόφαση, αλλά μια σοβαρή πολιτική επιλογή που αξιολογείται με όρους ισχύος και κατάλληλου timing.
Σε κάθε περίπτωση, το αν αυτό το σενάριο θα πραγματοποιηθεί, θα εξαρτηθεί τελικά από τρεις κρίσιμους παράγοντες, που είναι η πορεία της οικονομίας και η ακρίβεια, η συνοχή της Νέας Δημοκρατίας και η ικανότητα της αντιπολίτευσης να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη εναλλακτική λύση διακυβέρνησης.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

