Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η Ελλάδα στο Κάσελ

Του Μάνου Στεφανίδη

 

(Στον Χρήστο Αντωναρόπουλο)

Κοιτάζω την φωτογραφία  και σκέφτομαι κάνοντας χιούμορ: Ζογγολόπουλος στο Κάσελ! Ο θορυβώδης αν και ημιτελής, μεταλλικός Παρθενώνας των απαγορευμένων βιβλίων είναι πιο ουσιαστικός ως διάφανη, ποιητική κατασκευή του Έλληνα γλύπτη παρά ως πολιτική καταγγελία. Η ντοκουμέντα πάσχει από αυτό που ανέκαθεν έπασχε: την υπερπολιτικοποίηση.

 Μπράβο πάντως σε όσους εργάστηκαν για ένα τέτοιο αποτέλεσμα που προβάλλει την δημιουργία μας εκτός του βαλκάνιου κρατιδίου μας. Οι ξένες κριτικές αβαντάρουν την ελληνική συμμετοχή εκθειάζοντας καλλιτέχνες όπως ο Ακριθάκης ή ο Κανιάρης και  διαπιστώνοντας παράλληλα την παρακμή των παγκόσμιων εκθέσεων – ποταμών αφού εξέλειπαν οι κριτικές θεωρίες και τα ιστορικά κινήματα που θα μπορούσαν να τις δικαιολογήσουν. Οι αντιφάσεις υπερκαλύπτουν τις προθέσεις. Κατά την άποψη μου ζούμε ήδη στην περίοδο της karaoke Art μετά την εποχή της Coca-Cola Art μετά δηλαδή το – προσωρινό ασφαλώς αν και πολυδιαφημισμένο – «τέλος της ιστορίας».

… Δηλαδή σήμερα οι πάντες, θεσμοί, φυσικά πρόσωπα κλπ , επιχειρούμε να  αποδώσουμε με την δική μας φωνή κι όπως – όπως την επιτυχία που πρωτοτραγούδησε το ίνδαλμα μας παλιότερα. Η, τότε, συγκίνηση  -διαμεσολαβημένη πια – έχει καταστεί σήμερα υδαρής ουσία έκφρασης. Ιδίως μετά το πρώτο, το μαχητικό στάδιο του μεταμοντέρνου, ήγουν της στάσης της επελαύνουσας ως τότε ιστορίας, της post modern διακοπής της προς χάριν της απόλαυσης!

 Η «μεταπρατική» αυτή διαδικασία ταιριάζει στα παγκοσμιοποιημένα ήθη, στην θηριώδη μαζικότητα της τέχνης σε όλον τον πλανήτη, στην πλατιά ενημέρωση των πάντων ως προς τα πάντα αλλά και στην επιπολής, οριζόντια συγκίνηση που όλοι δημοκρατικά μοιραζόμαστε. Αφού όλοι  αποφασίσαμε πως είμαστε μικροί καλλιτέχνες αδιαφορώντας για εκείνον, τον  ένα, τον μεγάλο που έχει δραματικά εκλείψει. Η κάθε εποχή έχει τον  Vermeer ή έστω τον Picasso της. Εμείς;

 

ΥΓ. Μέσα Νοεμβρίου θα ξαναθυμηθούμε τον Παναγιώτη Κονδύλη και τις θέσεις του για την παρακμή του αστικού πολιτισμού στην γενέτειρα του Αρχαία Ολυμπία. Η διημερίδα έχει τεθεί συμβολικά υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων. A propos αυτό το κλειστό και άδειο ΕΜΣΤ λίγες μόνο μέρες μετά τον πολυπληθή του θρίαμβο λόγω της ντοκουμέντα μού προξενεί θλίψη.

Αποδεικνύεται πάντως ότι η αδυναμία μας να στήσουμε ένα μουσείο που να αντανακλά την εποχή μας δεν είναι μόνο θεσμική ή προσωπική αλλά εκφράζει την ανικανότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας να δει τον εαυτό της από μιαν ιστορική απόσταση. Ένδεια -βαθιά και δομική – θεωρίας τελικά.

Έτσι οι ποικίλοι «ειδικοί και ανίδεοι» συνεχίζουν ακόμη τον αναχρονιστικό και ανιστόρητο πόλεμο ανάμεσα σε μιαν κατασκευασμένη πρωτοπορία και μία κατασυκοφαντήμενη παράδοση καταδικάζοντας τους πιο επιδραστικούς δημιουργούς μας εκτός μουσείου. Και ενώ η Ντοκουμέντα τίμησε σε βαθμό εξωφρενικό τον Τσαρούχη, οι εδώ αφισιονάδος δεν αποδέχονται πως το τελάρο παραμένει όχι μόνο το πιο δημοφιλές αλλά και το πιο επιτυχημένο εκφραστικό μέσο της τέχνης μας σήμερα. Η χειροποίητη διαδικασία κι όχι η τεχνολογία μνημειώνεται σε τόσο διαφορετικούς  δημιουργούς όπως ο Μποστ, ο Μπάικας, ο Σταύρος Ιωάννου ή ο Δημήτρης Παπαϊωάννου. Και είναι φυσικό σε έναν τόπο που δεν εξοικειώθηκε ποτέ με την τεχνολογία αλλά μόνο με την καταναλωτική της αξιοποίηση. Θα το πω απλά: Η ζωγραφική ή το θέατρο καλύπτουν ακόμη έστω και με αδυναμίες εκείνη την μεταφυσική ανάγκη που αδυνατεί να καλύψει το βίντεο ή το σινεμά. Η προφάνεια δηλαδή απέναντι στο δέος και την υποβολή.