Η ελληνική δημοσιογραφία ως τροπικό δάσος: τρέφεται από τη σήψη της

Του Γ. Λακόπουλου

Ας μου επιτραπεί μια προσωπική αναφορά: Πρόλαβα τη δημοσιογραφία όταν είχε ακόμη τρία χαρακτηριστικά:

Το πρώτο ήταν ότι η σταδιοδρομία του δημοσιογράφου άρχιζε από το «μονόστηλο». Για καιρό έγραφες πενήντα λέξεις, που δεν ήταν σίγουρο ότι θα δημοσιευτούν. Ουρανοκατέβατοι δεν υπήρχαν.

Το δεύτερο ήταν η επιστροφή του χειρόγραφου στον συντάκτη. Με την εντολή «ξαναγράψτο». Η χρήση της ελληνικής γλώσσας μετρούσε εξ ίσου με το ρεπορτάζ. Ή έκανες για τη δουλειά ή δεν έκανες.

Το τρίτο ήταν η εγκυρότητα χάριν των αναγνωστών και η εντιμότητα χάριν του νόμου.

«Έχεις στοιχεία γι’ αυτά που γράφεις; Μην μας κόψουν την ατέλεια –» μου έλεγε ο αυστηρός Δημήτρης Τσαλίδης, ως διευθυντής σύνταξης, όταν πρωτοπήγα στο «Βήμα».

Η «ατέλεια χάρτου» ήταν βασικός πόρος -ο άλλος ήταν η διαφήμιση- επιβίωσης των εφημερίδων. Προτού μπουν οι εργολάβοι στα ΜΜΕ και τα κάνουν παραρτήματα άλλων δραστηριοτήτων τους.

Με τον καιρό, καθώς το είδος του γηπέδου, δεν ορίζει μόνο το είδος του παιχνιδιού, αλλά και την ταυτότητα των παικτών, διαμορφωθήκαν δυο είδη δημοσιογράφων.

Το ένα το περιέγραψε έξοχα ο Γιάννης Μαρίνος: « «Ο  καλός δημοσιογράφος, δεν έχει φίλους  πολιτικούς και επιχειρηματίες, οι ισχυροί επιδιώκουν την επαφή μαζί του, αλλά τον φοβούνται»

Το άλλο ήταν απλώς το αντίθετό του: δημοσιογράφοι που επιδιώκουν την εύνοια των ισχυρών και αυτό μεταφέρεται στη δουλειά τους.

Κάτω από αυτή τη διαφορά κρύβονται -ως παράγωγά της- άλλοι διαχωρισμοί. Ο δημοσιογράφος που ζει με το μισθό του και αυτός που έχει εισόδημα πολλαπλάσιο της φορολογικής του δήλωσης.

Ο δημοσιογράφος – βαποράκι που διακινεί ό,τι υπαγορεύουν οι «πηγές» – ο Θεός να τις κάνει- ήτοι, κόμματα, πολιτικοί, κυβερνήσεις, επιχειρηματίες , συμφέροντα και δρα ως διαμεσολαβητής -με το αζημίωτο.

Αλλά και ο δημοσιογράφος που ελέγχει την αναξιοπιστία των πηγών, σέβεται τον αναγνώστη και, ακόμη όταν δεν καταφέρνει να τον ενημερώσει επαρκώς, δεν τον παραπλανά.

Αυτός ο δημοσιογράφος -που συχνά πένεται στις μέρες μας- μπορεί επικρίνει, να επαινέσει, ακόμη και να καθυβρίσει έναν πολιτικό-, αν αυτή είναι η γνώμη του -και τα υπόλοιπα επαφίονται στους αναγνώστες.

Ποτέ όμως δεν θα κατασκευάσει, στοιχεία, καταστάσεις, πράξεις και γεγονότα για να του ζητήσει στη συνέχεια να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας.

Και στα ΜΜΕ το βάρος της απόδειξης φέρει αυτός που γράφει ή εκπέμπει κάτι. Δεν απολογείται ο πολιτικός, αλλά αποδεικνύει ο δημοσιογράφος.

Τουλάχιστον για κάθε έντιμο άνθρωπο. Αλλά η εντιμότητα χάθηκε από την εποχή που τα ΜΜΕ πέρασαν σε ισχυρούς του χρήματος. Η ιδιοκτησία μετατράπηκε σε πηγή της κακοδαιμονίας τους, που δεν καλύπτει απλώς, αλλά υποκινεί την ασυδοσία.

Ο Λαμπράκης και η Βλάχου απέλυαν όποιον μετέφερε ψευδείς πληροφορίες. Και δεν υποχρέωναν ποτέ κανέναν να ψευδολογήσει. Με όποιον είχαν αντιδικία τον αντιμετώπιζαν με την πένα τους. Όχι με μαϊμού ρεπορτάζ συντακτών τους και φιλοξενία non papers. Η ομοιομορφία σε ένα θέμα τους υποψίαζε…

Σήμερα το μέσο στρατεύεται στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ιδιοκτήτη και οι δημοσιογράφοι πειθαναγκάζονται να το λαμβάνουν υπόψη τους. Όταν δεν το κάνουν με προθυμία για να γίνουν αρεστοί στο αφεντικό.

Κάποτε τη διεύθυνση των εφημερίδων αναλάμβαναν προσωπικότητες. Τα τελευταία χρόνια παραδίδεται σε «μπιστικούς» του ιδιοκτήτη, χωρίς δημοσιογραφική κουλτούρα.

Μπορούν να κάνουν τα πάντα, αλλά ένα δεν μπορούν: να διαπαιδαγωγήσουν δημοσιογράφους ασκώντας έλεγχο εγκυρότητας, ορθής χρήσης της γλώσσας, αξιοπιστίας και ακεραιότητας. Αντίθετα ενίοτε τους κάνουν σαν τα μούτρα τους…

Έτσι λοιπόν ένα τμήμα της ελληνικής δημοσιογραφίας σαπίζει από την κορυφή ως κάτω. Ο ιδιοκτήτης είναι διαπλεκόμενος, ο διευθυντής ασυνείδητος, ο δημοσιογράφος αμοραλιστής.

Σ’ αυτή την κλίμακα δεν υπάρχει ίχνος δημοσιογραφίας και είναι μάταιο να μιλήσει κανείς για τον Κώδικα Δεοντολογίας του επαγγελματικού σωματείου των δημοσιογράφων.

Ιδίως όταν στους κόλπους του έχει δημοσιογράφους που είναι ταυτόχρονα και εκδότες, επιχειρηματίες πάσης φύσεως , έχουν εταιρίες και συνδέονται ποικιλοτρόπως με συμφέροντα. Ή όταν κλείνει τα μάτια στα προφανή: π.χ. όταν μέλη του παρουσιάζουν -στο ραδιόφωνο -πάσης φύσεως διαφημίσεις σαν… πληροφορίες.

Οι συνέπειες είναι δραματικές στην ενημέρωση, στην ποιότητα της Δημοκρατίας και τον δημόσιο έλεγχο κάθε εξουσίας.

Ένα συγκεκριμένο είδος δημοσιογραφίας συναλλάσσεται, δεν ελέγχει. Χειραγωγεί, δεν ενημερώνει. Υποτάσσεται, δεν αποκαλύπτει. Επιδιώκει τον άνομο πλούτο και όχι την καλή επαγγελματική φήμη.

Η χειρότερη εκδήλωση στη συμπεριφορά αυτής της κατηγορίας δημοσιογράφων είναι η έπαρση, η αίσθηση ισχύος και η άσκηση του ρόλου τους καταχρηστικά ή εκβιαστικά.

Είναι αποκρουστικό το φαινόμενο της δημοσιογραφίας που εξελίσσεται σε νταβατζιλίκι. Ο δημοσιογράφος που απειλεί και εκβιάζει για λόγους που αρχίζουν από την ιδιοτέλεια και καταλήγουν στο σύμπλεγμα επικυριαρχίας . Έτσι η δουλειά του μετατρέπεται σε αντικοινωνικό επάγγελμα.

Αυτές τις μέρες η κοινή γνώμη συγκλονίζεται ξανά από τις αποκαλύψεις της διεθνούς ερευνητική δημοσιογραφικής δημοσιογραφίας για το – προφανώς κλεμμένο- χρήμα που κρύβεται σε εξωχώριες εταιρίες.

Είναι τιμή για τη χώρα ότι υπάρχουν και Έλληνες δημοσιογράφοι ανάμεσα τους. Αλλά η χώρα δεν μπορεί να είναι υπερήφανη: σε μεγάλο βαθμό η ενημέρωση στο εσωτερικό της παραμένει ανάπηρη, τριτοκοσμική και στην υπηρεσία συμφερόντων.

Διόλου τυχαία στις μέρες της σημερινής κυβέρνησης η ενημέρωση διολισθαίνει στην κλίμακα της αξιοπιστίας και βρίσκεται στην 70ή θέση.

Εύλογο. Διαρκώς έρχονται στο προσκήνιο υποθέσεις που επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική δημοσιογραφία είναι πλέον σαν τα τροπικά δάση: τρέφεται από τη σήψη της.