Η ηθική κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Του Γιαννάκη Ομήρου

Η σύλληψη από τη Βελγική Αστυνομία της πρώην Υπάτου Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εξωτερική πολιτική Φεντερίκα Μαγκερίνι και άλλων αξιωματούχων της Ε.Ε για πιθανές πράξεις διαφθοράς, δεν είναι το πρώτο ούτε το μοναδικό σκάνδαλο στην ιστορία της Ε.Ε.

Είχε προηγηθεί το σκάνδαλο Qatargate το 2022 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το σκάνδαλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν), που οδήγησε στην παραίτηση της Επιτροπής υπό τον Πρόεδρο της Σαντέρ.

Ακολούθησαν και άλλα μεγαλύτερα ή μικρότερα σκάνδαλα. Μη εξαιρουμένης και της περίπτωσης Βρετανίδας Ευρωβουλευτού η οποία ανέλαβε να εκθειάζει εντός Ευρωκοινοβουλίου την Τουρκία και το ψευδοκράτος. Μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι η κυρία Ευρωβουλευτής είχε δωροδοκηθεί με πολυτελή έπαυλη στην κατεχόμενη Κύπρο.

Το πρόσφατο και υπό διερεύνηση σκάνδαλο, που αφορά την Ε.Ε, φαίνεται πλέον ότι συνταράσσει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Οι μεγάλες ελπίδες των Ευρωπαίων πολιτών για μια Ευρωπαϊκή Ένωση με ηθική υπεροχή και αδιάβλητους δημοκρατικούς θεσμούς υφίστανται βαρύτατη δοκιμασία. Η απροκάλυπτη παραβίαση των κανόνων έντιμης και χρηστής διοίκησης και ανεπίληπτης πολιτικής συμπεριφοράς, οδηγούν την Ε.Ε σε διεθνή ανυποληψία. Φαινόμενα δε, που αποτελούν «βούτυρο στο ψωμί» των ακροδεξιών κύκλων εντός της Ένωσης, που καραδοκούν για την αποδόμηση της.

Επειδή δεν είναι η πρώτη φορά που εκδηλώνονται φαινόμενα άπληστης συμπεριφοράς Ευρωπαίων αξιωματούχων  και καταλήστευσης δημοσίου πλούτου και Ευρωπαϊκών ταμείων, είναι καιρός και επιτακτική ανάγκη λήψης δρακόντειων μέτρων κατά της διαφθοράς. Η αποκατάσταση της ηθικής υπεροχής και η δημιουργία ενός απροσπέλαστου αμυντικού τείχους απέναντι σε καιροφυλακτούντα «τρωκτικά» και δόλιους «λομπίστες» αποτελεί επιτακτική προτεραιότητα.

Πέραν της πλειοδοσίας σε λόγους καταδίκης και απαξίωσης φαινομένων διαφθοράς και διαπλοκής, αυτό που επιβάλλεται είναι συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες που θα πείθουν ότι διαμορφώνεται ένα θεσμικό πλαίσιο απολύτως αποτρεπτικό παρόμοιων συμπεριφορών. Η αποδοκιμασία και λεκτική καταδίκη φθοροποιών φαινομένων στη λειτουργία των Ευρωπαϊκών θεσμών, γίνονται κατά κανόνα, με κηρύγματα ηθικολογίας και γενικόλογες ρητορείες, που συνήθως συνιστούν υποκριτικές υπεκφυγές. Μεγαλόστομες διακηρύξεις, καταγγελτικός λόγος και έωλες υποσχέσεις, που ηχούν ως «έπεα πτερόεντα». Μέχρι να ξεσπάσει το επόμενο σκάνδαλο.

Αυτό που χρειάζεται είναι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, δημοκρατικός έλεγχος και λογοδοσία.

Αναμόρφωση του συνολικού θεσμικού πλαισίου για να είναι υπηρέτης των Ευρωπαίων πολιτών και όχι των επιτήδειων και των διεφθαρμένων. Και επειδή είναι αδιανόητο να αναμένεται μόνο από τις εθνικές ανακριτικές και διωκτικές αρχές, όπως συμβαίνει τώρα με την Εισαγγελία των Βρυξελλών, να εντοπίζουν αυτά τα βδελυρά φαινόμενα, επιβάλλεται η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κατά της διαφθοράς, του οποίου Πρόεδρος και μέλη να διορίζονται πρώην ανώτατοι δικαστικοί υψηλού κύρους και ανεπίληπτης ηθικής ακεραιότητας από τις χώρες – μέλη. Σκοπός αυτού του Συμβουλίου θα είναι η μελέτη του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου και η διατύπωση προτάσεων εισαγωγής νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων για πρόληψη, καταστολή και ποινικό κολασμό πράξεων διαφθοράς και διαπλοκής.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες αναμένουν συγκεκριμένες δράσεις και όχι ανέξοδες ρητορείες καταγγελτικού λόγου. Διαφορετικά η κατολίσθηση στη διαφθορά θα συνεχίζεται ακάθεκτη και θα κατατρώει τα σωθικά του Ευρωπαϊκού οράματος.

Σημ: Προφανώς ισχύει πάντοτε το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι να αποφανθούν τελεσίδικα τα αρμόδια Δικαστήρια.

Πρώην Προέδρου της Βουλής Των Αντιπροσώπων