Η θεσμική αλαζονεία της εξουσίας

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Το Σύνταγμα και οι νόμοι αποτελούν το έδαφος πάνω στο οποίο οφείλει να στέκεται η εξουσία. Τουλάχιστον, στις ευνομούμενες πολιτείες. Εκεί όπου ο κανόνας προηγείται της βούλησης και η ισχύς έχει κόκκινες γραμμές…

Σήμερα, όμως, το θεσμικό πλαίσιο- ακόμη και υπερεθνικοί οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο ΟΗΕ, ο ΠΟΕ ή το ΝΑΤΟ-  μοιάζουν όλο και περισσότερο με καθρέφτες: γυαλί που στρεβλώνεται, αντανακλά ό,τι βολεύει τους  και σπάει όταν δείχνει την αλήθεια. Κυριαρχεί μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη των κρατούντων ότι ο νόμος παρακολουθεί σαν  θεραπαινίδα την εξουσία.

Το φαινόμενο αυτό δεν αφορά μόνο τις ηγεσίες των υπερδυνάμεων. Εξαπλώνεται. Αγκαλιάζει ολοένα και περισσότερους κυβερνητικούς παράγοντες ανά τον κόσμο.  Και, προφανώς, δεν αφήνει εκτός την Ελλάδα…

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προηγήθηκε και έδειξε από νωρίς τις προθέσεις της. Δεν περιορίστηκε στην εφαρμογή των νόμων. Τους τέντωσε, τους έκοψε και τους έραψε στα μέτρα της. Σαν λάστιχο που τραβιέται λίγο ακόμη «για να χωρέσει».

Η περίπτωση Κοντολέοντα στην ΕΥΠ δεν ήταν απλώς ένα «λάθος». Αποτελούσε δήλωση ανεξέλεγκτης ισχύος. Όταν αποκαλύφθηκε ότι ο εκλεκτός του Μαξίμου δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για να ηγηθεί της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, δεν υπήρξε ίχνος αυτοκριτικής. Ο νόμος άλλαξε. Και άλλαξε γρήγορα. Γιατί στην Ελλάδα του επιτελικού κράτους δεν απομακρύνεται ο ακατάλληλος· προσαρμόζεται το θεσμικό πλαίσιο για να βαφτιστεί «άριστος».

Αυτή η επιλογή δεν ήταν μεμονωμένη. Αποτελούσε το πρώτο ράγισμα στον καθρέφτη.

Στο σκάνδαλο των υποκλοπών, όταν η αλήθεια απείλησε να περάσει το κατώφλι της εξουσίας, η απάντηση δεν ήταν η διαφάνεια, αλλά η σκιά. Όχι φως, αλλά κουρτίνες. Νομοθετικές παρεμβάσεις για να μη μαθαίνουν οι πολίτες αν παρακολουθήθηκαν. Απαξίωση ανεξάρτητων αρχών, όπως η ΑΔΑΕ, επειδή τόλμησαν να επιτελέσουν τον ρόλο για τον οποίο θεσπίστηκαν – κάτι πολιτικά επικίνδυνο για την εξουσία του Μαξίμου.

«Στην Ελλάς του 2026», η δημοκρατία ταυτίζεται με καθεστώς εξαίρεσης. Οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τα κοινοβουλευτικά έδρανα, οι πολίτες παρακολουθούνται και ελέγχονται, ενώ η λογοδοσία υποκαθίσταται από επικοινωνιακά τεχνάσματα. Η πολιτική γίνεται μηχανισμός συγκέντρωσης εξουσίας, όχι συλλογικής συμμετοχής, και το δημόσιο συμφέρον υποτάσσεται στο κράτος των ημετέρων.

Ο εκφυλισμός της δημοκρατίας φανερώνεται επίσης στον τρόπο που η εξουσία διαχειρίζεται την ευθύνη. Η τραγωδία των Τεμπών υπήρξε κορυφαία στιγμή αυτής της κατάρρευσης. Όχι μόνο για το έγκλημα της εγκατάλειψης ενός δημόσιου συστήματος μεταφορών, αλλά για την προσπάθεια συγκάλυψης και μπαζώματος της πολιτικής ευθύνης. Αντί για λογοδοσία, υπήρξε  επικοινωνιακή επίθεση και έναντι της αληθείας προβλήθηκε το αφήγημα.

Αλλά, όταν ακόμη και ο θάνατος δεκάδων πολιτών αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δημοσίων σχέσεων, τότε η δημοκρατία ήδη έχει πληγωθεί βαριά.

Προσφάτως, στην υπόθεση συνεπιμέλειας τέκνων, η κυβέρνηση επέδειξε ξανά την ίδια αλαζονική ευελιξία. Επειδή η πραγματικότητα δεν βόλευε, ερμηνεύτηκε «δημιουργικά». Επειδή  ο κανόνας ενοχλούσε, προσαρμόστηκε!

Από το 2019 όταν  το πολιτικό κόστος πλησίαζε, η παρέμβαση βαφτιζόταν  θεσμική ανάγκη. Η εξουσία έμπαινε  στο εδώλιο ως κατήγορος του εαυτού της και αυτοαθωώνόταν. Ο νόμος όλο αυτό το διάστημα παρακολουθεί, σιωπηλός.

Μαζί με αυτά και οι  αλλεπάλληλες φωτογραφικές ρυθμίσεις για ημετέρους, οι  παρεμβάσεις στο πλαίσιο λειτουργίας των ΜΜΕ, οι  αλλαγές στη Δικαιοσύνη μέσω μετακινήσεων, διορισμών και τροποποιήσεων οργανισμών. Κάθε ανεξάρτητος θεσμός που τόλμησε να σηκώσει κεφάλι βαφτίστηκε «πρόβλημα προς επίλυση». Και η λύση είναι  πάντα η ίδια: ένα άρθρο, μια τροπολογία, ένα ΦΕΚ νύχτας.

Προϊόντος του χρόνου καθίσταται διαυγέστερο,  ότι το επιτελικό κράτος δεν οικοδομήθηκε για να ενισχύσει τη λογοδοσία. Ορθώθηκε ως περίκλειστο κάστρο της εξουσίας. Εκεί όπου οι αποφάσεις προηγούνται και οι νόμοι ακολουθούν για να τις νομιμοποιήσουν εκ των υστέρων. Και όταν η εξουσία συγκεντρώνεται, οι νόμοι παύουν να αποτελούν κοινωνικό συμβόλαιο. Μετατρέπονται σε έκτακτα διατάγματα διαχείρισης κρίσεων. Κρίσεων που η ίδια η κυβέρνηση γεννά.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η κάθε μεμονωμένη αλλαγή νόμου.  Αποτελεί η «κανονικοποίηση». Η ιδέα ότι «έτσι γίνεται η δουλειά». Ότι η δημοκρατία αντέχει ακόμη λίγη μεταστοιχείωση.

Αλλά όταν μια κυβέρνηση αλλάζει τους νόμους για να δικαιολογήσει τις πράξεις της, δεν κυβερνά. Κυριαρχεί. Και όταν η κυριαρχία βαφτίζεται κανονικότητα, η δημοκρατία δεν καταλύεται με τανκς. Διαβρώνεται. Σιωπηλά.  Με ένα νόμο και ένα άρθρο…