Η «Κιβωτός του Τρόμου» και ο «Νώε» που μας εξαπάτησε: η φιλανθρωπία δεν μπορεί να αντικαθιστά το κοινωνικό κράτος

Του Νίκου Λακόπουλου

Ένας φυσιογνωμιστής στο Open κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Πατήρ Αντώνιος έδειχνε στο κο΄ύτελο πως δεν είναι ένας άνθρωπος που δίνει, αλλά που παίρνει. Πώς δεν το είχαν δει τόσοι και τόσοι που βοήθησαν να γίνει η Κιβωτός του Τρόμου;

Μπορεί η εκ των υστέρων αναλύσεις να είναι μέρος του προβλήματος καθώς όσοι τον καθαγίαζαν τον πετροβολούν πριν ακόμα ξεκαθαρίσει η υπόθεση -που έχει πολλά ακόμα ανατριχιαστικά να βγάλει στο φως.

Πολλά όμως θα μείνουν στο σκοτάδι καθώς μια άλλη συγκλονιστική ιστορία θα βγά΄λει από την επικαιρότητα ένα σκάνδαλο που χτυπάει την καρδιά της ελληνικής κοινωνίας και τινάζει την «φιλανθρωπία» στον αέρα με την απλή υποψία πως υπάρχουν κι άλλοι θύλακες μεσαιωνισμού που συνδυάζουν τον φιλέσπλαχνο ταλιμανισμό με το σύγχρονο life style.

Μέσα σε όλα τα άλλα υπήρχαν λέει τιμωρίες ακόμα και με καταναγκαστικά έργα σε παιδια γιατί κάποιο από αυτά άκουγε… τραπ. Ο Μεσσίας -ένας τρίτος ιερέας με αγάπη για τα παιδιά- χρησιμοποίησε τις δωρεές για να κατασκευάσει μικρά εργαστήρια φρίκης κάτω από την μύτη της αστυνομίας, της δικαιοσύνης και των δομών του κράτους που το βράβευε για ένα έργο που τα μέσα ενημέρωσης που τον καταδικάζουν παρουσιάζαν ως θεάρεστο.

Κι όμως κάποιοι ήξεραν και σιωπούσαν γιατί ο Πάτερ Αντώνιος φαίνεται πως κατάλαβε νωρίς πως να απαλλάξει από τις ενοχές τους όσους θέλαν πολύ κάποιον άλλο να αναλάβει τις δικές τους ευθύνες απέναντι στα «προβληματικά παιδιά» που δεν είχαν οικογένεια ή είχαν οικογένειες που τους ασκούσαν βία.

Κοινό στοιχείο στην υπόθεση της Κιβωτού και του Κολωνού είναι πως αυτοί που αγαπούσαν τόσο τα παιδιά -μάλλον ως εργαλεία- ήταν πως κινούνται στις παρυφές της Εκκλησίας ιερέας ο ένας νεωκόρος ο άλλος -επαγγε΄λματίες και οι δύο της φιλευσπλαχνίας.

Δυστυχώς πίσω από το παγκάρι της Εκκλησίας υπάρχουν πάντα λεφτά και τελικά η αγαθοεργία αποδεικνύεται μεγάλη κομπίνα -γνωστό κι από όλες υποθέσεις τόσο όσο το ότι συχνά πίσω από έναν ευεργέτη -ειδικά εθνικό- κρύβεται ένα καθίκι.

Πού ήταν τα παιδιά;

«Περνώντας συχνά φέτος το καλοκαίρι έξω από τον μεγάλο ελαιώνα με την εντυπωσιακή βίλα (δωρεά οικογένειας Καρέλια στην Κιβωτό), σε απόσταση αναπνοής από τη θάλασσα της Καλαμάτας, μ’ άρεσε να κοκορεύομαι στους εντυπωσιασμένους επισκέπτες μας. Να, κοιτάξτε, εδώ, εδώ, το λέει και η ταμπέλα!» γράφει στα Νέα η Ρούλα Γεωργακοπούλου. » Η μέσα μου φωνή ωστόσο με έστελνε, όπως πάντα, στην κόλαση. Και πρώτα απ’ όλα, πού ήταν τα παιδιά; Προσωπικά δεν είχα δει ποτέ κανένα να βολτάρει στο κτήμα, να παίζει, να τρέχει, να μπουγελώνεται με τ’ άλλα».

«Σήμερα βέβαια πληροφορούμεθα ότι τα θαλάσσια λουτρά ήταν νυχτερινά, πράγμα που άρεσε και σε μας όταν ήμασταν έφηβοι ή προέφηβοι με τις ορμόνες μας να ξεχαρβαλώνουν το φωτορρυθμικό, να μην ξέρουμε κατά πού είναι το φως και κατά πού το σκοτάδι. Τέτοιο ευαίσθητο υλικό πώς έφτασε στην απόλυτη δικαιοδοσία ενός παιδαγωγικά αστοιχείωτου ιερέα και της πρεσβυτέρας του; Συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες, θα μου πεις, αλλά δεν θα ‘χεις δίκιο. Γιατί η Κιβωτός δεν ήταν ιδιωτική, να κάνει όπως νομίζει τα κουμάντα της. Είμαστε κι εμείς εδώ, οι δωρητές, οι εθελοντές, οι πάροχοι δημοσιότητας, οι εξιδανικευτές, οι ένοχοι, οι ενοχοποιημένοι, οι όποιοι».

«Μόνον μια μικρή κλωστούλα θα τραβήξω κι ύστερα θα ξεπαρκάρω σπινιάροντας. Πώς είναι δυνατόν στον 21ο αιώνα, ένας παπάς με το αντερί ή μια παπαδιά του κατηχητικού να χαστουκίζει και να στέλνει στην απομόνωση έναν 16χρονο από προβληματική οικογένεια και ποιος ξέρει τι εμπειρίες, πώς είναι δυνατόν, λέγω, να τον φυλακώνει, να τον τιμωρεί και να τον σταμπάρει ως «παραβατικό» αποπάνω, μόνον και μόνον επειδή… κάπνιζε; Ο Θεός να μας φυλάει από τους πιστούς του. Αυτό λέω μόνον, κι έφυγα».

Ο Σεραφείμ Κοτρώτσος θα γράψει στο Anatropi News:

«Η Κιβωτός ήταν το υπερωκεάνειο της υποκρισίας, κι ας είχε ρωγμές από την πρώτη στιγμή της ναυπήγησής του. Διότι ήρθε βολικά να υποκαταστήσει την παντελή απουσία του κοινωνικού κράτους, τοποθετήθηκε στην προθήκη επειδή δεν είχαμε να δείξουμε τίποτε στα πίσω ράφια, εκεί όπου ένα ευνομούμενο και οργανωμένο κράτος πρέπει να διατηρεί οργάνωση, ανθρώπινο δυναμικό, έλεγχο, συνεχή εποπτεία και περίσσευμα κοινωνικής ευαισθησίας».

Το κράτος και η φιλανθρωπία

Προφανώς η υπόθεση αυτή αρχίζει από τη στιγμή που το επίσημο κράτος- πρόνοιας το κάνει τελικά ο Θεός με τους εκπροσώπους του- επιτρέπει σε ιδιώτες να δράσουν φιλανθρωπικά με αδιαφανή κίνητρα δίνοντας τους έδαφος για να φτιάξουν ιδρύματα φυλακές με το αζημίωτο: ο παππάς με την μεγάλη καρδιά για όλα τα παιδιά του κόσμου κατηγορείται τώρα ως παιδεραστής με ερωτήματα για τα εκατομμύρια που εισέπραττε και αναζητούνται.

Οι καταγγελίες είναι πολλές και δεν είναι τωρινές καθώς η αστυνομία κώφευε, η δικαιοσύνη αργούσε και πολλοί καταγγέλοντες απειλούνταν ή ξυλοκοπούνταν. Κάποιοι έκαναν έλεγχο, αλλά δεν έβρισκαν τίποτε περιέργως. Ο «Πάτερ» δεν εισέπραττε μόνο λεφτά και βραβεία, αλλά και την εξουσία να ελέγχει, να απειλεί και να εφαρμόζει στις δομές τον δικό του νόμο -σύμφωνα με τον οποίο απαγορευόταν και η τραπ μουσική και τα παιδάκια ήταν εξ αρχής ένοχα.

«Η αντιμετώπιση των κάθε είδους εγκλείστων (και επ΄ ουδενί, σύμφωνα με τον συνήθως χρησιμοποιούμενο λεκτικό ευφημισμό, «ωφελουμένων») είναι πάντα βασισμένη στους κανόνες της πειθαρχημένης διαβίωσης και στον άνωθεν έλεγχο, διαχείριση και χειραγώγηση κάθε στιγμής της ζωής τους – με τη λεκτική και τη σωματική κακοποίηση ν΄ αποτελούν δομικά και συστατικά στοιχεία της πειθαρχημένης διαβίωσης και τη σεξουαλική κακοποίηση, αγοριών και κοριτσιών, μια από τις πιο συχνές «παρενέργειες» αυτού του περίκλειστου εξουσιαστικού συστήματος λειτουργίας γράφει ο ψυχίατρος Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου στην Εφημερίδα των Συντακτών.

«Παντού, το όποιο επιδιωκόμενο, και εν πολλοίς προβαλλόμενο, ως «χαμόγελο του παιδιού», μετατρέπεται σε «κλαυσίγελος του παιδιού», όταν, εκτός από τις τιμωρητικές πρακτικές στα παιδιά, ακόμα και στους χώρους των εργαζομένων υπάρχουν κάμερες για τον διαρκή πανοπτικό έλεγχό τους».

Η Κιβωτός του Τρόμου -όπως αποδεικνύεται με την κυβέρνηση να λύνει το πρόβλημα μέσα σε δύο μέρες -ή να το κλείνει- είναι μόνο μια περίπτωση όπου το ανύπαρκτο κοινωνικό κράτος αναθέτει τις δικές του ευθύνες σε φιλάνθρωπους ιδιώτες.

Ο Πάτερ Αντώνιος δεν έκανε παρά αυτό που του επέτρεψαν να κάνει ως Νώε: ένα δικό του βασίλειο όπου ο ίδιος λατρευόταν ως θεός και ταυτόχρονα πλούτιζε ενώ ασελγούσε σε μικρά παιδιά. Αλλά δεν ήταν μόνος καθώς τα λεφτά είναι πολλά: ένα μικροσύστημα γύρω του ζούσε από αυτή την πατέντα: την φιλανθρωπία και την αγάπη για τα εγκατελειμένα παιδιά που φυσικά υπεραγαπούσε. Όπως ο κανίβαλος που αγαπάει αυτόν που τρώει.