
Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου
Φαίνεται ότι η διελκυστίνδα των τελευταίων μηνών γύρω από την εμμονή του Αμερικαού Προέδρου Ντόναλτ Τραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία οδηγείται σε κάποιου είδους συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός βασίζεται, όπως μεταδόθηκε μετά τις διαβουλεύσεις στο Νταβός, «στο νομικό μοντέλο των κυρίαρχων Βρετανικών βάσεων στην Κύπρο (Ακρωτήρι και Δεκέλεια), προσφέροντας μια εναλλακτική λύση στην αρχική ιδέα της πλήρους αγοράς της νήσου».
Τα κύρια σημεία της συμβιβαστικής πρότασης είναι:
Πρότυπο Κυριαρχίας: Όπως οι βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας θεωρούνται βρετανικό έδαφος από το 1960, έτσι και οι ΗΠΑ επιδιώκουν την απόκτηση πλήρους κυριαρχίας σε συγκεκριμένους «θύλακες» της Γροιλανδίας όπου βρίσκονται στρατιωτικές εγκαταστάσεις (όπως η βάση Pituffik).
Στρατηγικός Έλεγχος: Το μοντέλο αυτό επιτρέπει στις ΗΠΑ να ελέγχουν μόνιμα τις περιοχές αυτές χωρίς να αναλαμβάνουν το κόστος και τις ευθύνες διακυβέρνησης ολόκληρου του πληθυσμού της Γροιλανδίας.
Φυσικοί Πόροι: Η συμφωνία θα μπορούσε να παρέχει στις ΗΠΑ το δικαίωμα εξόρυξης σπάνιων γαιών και ορυκτών χωρίς την ανάγκη άδειας από τη Δανία.
Η πρόταση αυτή φέρεται να συζητήθηκε σε συναντήσεις στο Νταβός και με στελέχη του ΝΑΤΟ, ως μια προσπάθεια εκτόνωσης της έντασης μεταξύ ΗΠΑ, Δανίας και Καναδά.
Έτσι μετά από 66 χρόνια ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, η χώρα μας γίνεται θλιβερό πρότυπο ακρωτηριασμένης κυριαρχίας και νεοαποικισμού.
Δυστυχώς παρά την σταδιακή εξάλειψη καταλοίπων της αποικιοκρατίας τις τελευταίες δεκαετίες, εξαιτίας της Βρετανικής επιμονής αλλά και της διαχρονικής αδράνειας των Κυπριακών Κυβερνήσεων, η Κύπρος παραμένει με τα βάρη του αποικισμού και της ξένης κηδεμονίας. Και όμως, ακόμα και πρόσφατα, σημειώθηκαν σεισμικές εξελίξεις στο πεδίο εξάλειψης των αποικιοκρατικών καταλοίπων τις οποίες οφείλαμε και οφείλουμε να αξιοποιήσουμε. Στις 22 Μαΐου του 2025 υπεγράφη ιστορική συμφωνία για την παραχώρηση των νήσων Τσιάγκος από το Ηνωμένο Βασίλειο στο κράτος του Μαυρικίου.
Προηγήθηκε η γνωμοδότηση – απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην προσφυγή του κράτους του Μαυρικίου. Μια απόφαση θρίαμβος του Διεθνούς δικαίου αλλά και ηθική και νομική δικαίωση των αντιαποικιακών αγώνων των λαών, που ουσιαστικά εξέπεμψε το μήνυμα ότι ο αποικισμός και τα κατάλοιπα του πρέπει να περάσουν οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ως απεχθές φαινόμενο, που μαζί με τη δουλεία, λέρωσαν και στιγμάτισαν για αιώνες την ιστορία της ανθρωπότητας και του οικουμενικού πολιτισμού.
Τι ακριβώς αποφάσισε το δικαστήριο στην γνωμοδότηση του; Και ποια η σχέση της με την περίπτωση της Κύπρου;
- Δεν υπήρξε νόμιμη ολοκληρωμένη αποαποικιοποίηση στο Μαυρίκιο μετά τον παράνομο διαχωρισμό του αρχιπελάγους «Τσιάγκος» και την ενσωμάτωση του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως νέα αποικία. Ούτε συνεπώς ολοκληρωμένη αποαποικιοποίηση της Κύπρου.
- Δεν νοείται νόμιμη σύμβαση όταν το ένα μέρος τελεί υπό τη διοίκηση του άλλου. Όπως και στη δική μας περίπτωση διότι οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου έγιναν πριν την ανεξαρτησία.
- Η κατακράτηση εδαφών του Μαυρικίου αποτελεί παράνομη πράξη και το Ηνωμένο Βασίλειο έχει υποχρέωση να δώσει τέλος στην διοίκηση του αρχιπελάγους «Τσιάγκος». Το ίδιο ισχύει και στην Κύπρο.
- Εφαρμοστέο δίκαιο είναι αυτό που ισχύει σήμερα και όχι εκείνο που ίσχυε κατά την εποχή της ανεξαρτησίας του Μαυρικίου.
- Η αναγνώριση της αυτοδιάθεσης είναι υποχρέωση προς τη διεθνή κοινότητα.
Η απόφαση του Δικαστηρίου της Χάγης ισχύει «erga omnes» δηλαδή έναντι πάντων.
Η απόφαση είναι σαφές ότι αφορά και τις παράνομες Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο που συνιστούν επίσης κατάλοιπο αποικισμού. Ακόμα και με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Βρετανίας oι Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο χαρακτηρίστηκαν ως αποικίες.
Καθήκον της Κυπριακής Κυβέρνησης ήταν να προχωρήσει αμελλητί και τάχιστα στην μελέτη όλων των νομικών και πολιτικών παραμέτρων του θέματος, συνεκτιμούμενες στο ευρύτερο πλαίσιο των στρατηγικών μας επιλογών, με στόχο μια πολιτική που θα θέτει θέμα απομάκρυνσης των Βρετανικών Βάσεων από την Κύπρο, στα πλαίσια εφαρμογής του Διεθνούς δικαίου, της κρατικής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών.
Ατυχώς, άτολμες και φοβικές υπήρξαν μέχρι τώρα οι αντιδράσεις.
Το πρώτο επιχείρημα, που άρχισε δειλά – δειλά να προβάλλεται, είναι ότι οι βάσεις των Βρετανών στην Κύπρο δημιουργήθηκαν επί Κυπριακής Δημοκρατίας, με την Συνθήκη Εγκαθίδρυσης. Ξεχνώντας ή παραγράφοντας το γεγονός ότι η διατήρηση των στρατιωτικών βάσεων της Βρετανίας είχε συνομολογηθεί με τις προγενέστερες συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, όταν η Κύπρος βρισκόταν υπό αποικιακή διοίκηση. Και διαγράφοντας, το, ακόμα πιο σημαντικό, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας αποφάσισε το 2018, ότι οι Βάσεις αποτελούν αποικίες. Προβάλλεται ακόμα, από μερικούς, η άποψη ότι δεν πρέπει να ανοίξουμε μέτωπο με την Βρετανία, αφού έχουμε το μέτωπο με την Τουρκική κατοχή. Ξεχνούν βέβαια ότι είναι η Βρετανία που διατηρεί διαχρονικά μέτωπο με την Κύπρο.
Κατά σαφή παραβίαση των υποχρεώσεων της δυνάμει της Συνθήκης Εγγυήσεως και της Συνθήκης συμμαχίας, αρνήθηκε να παρεμποδίσει την τουρκική εισβολή του 1974. Αντίθετα διά πράξεων και παραλείψεων, ανέχθηκε το δίδυμο έγκλημα σε βάρος της πατρίδας μας. Στην συνέχεια αρνείται συστηματικά να ενεργήσει για την ανατροπή της τουρκικής κατοχής και την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρέλειψε, ακόμα, να λάβει, ως όφειλε, οποιοδήποτε μέτρο για την αποτροπή και ανατροπή της παράνομης ανακήρυξης του ψευδοκράτους. Να υπενθυμίσουμε ακόμα, την άρνηση της Βρετανίας να καταβάλει, από το 1965, τα νομίμως οφειλόμενα ποσά προς την Κύπρο δυνάμει συμφωνίας που υπήρξε το 1960, για εξυπηρετήσεις και χρήσεις των Βάσεων από το κυπριακό κράτος.
Ήλθε η ώρα να εγκαταλειφθεί μια ανεξήγητη, αιδήμων και άτολμη συμπεριφορά έναντι της Βρετανίας.
Ήλθε η ώρα, όλες οι νομικές και πολιτικές παράμετροι του θέματος, να αξιοποιηθούν για να στηρίξουν μια πολιτική που θα θέτει θέμα απομάκρυνσης των βρετανικών βάσεων στα πλαίσια εφαρμογής του Διεθνούς δικαίου. Πέραν των άλλων και για να τερματιστούν «αντιγραφές» του Κυπριακού προτύπου, για την εγκαθίδρυση νεοαποικιακών δεσμών εις βάρος άλλων χωρών, όπως της Γροιλανδίας.
Πρώην Προέδρου της Βουλής Των Αντιπροσώπων

