Η πολιτική θεολογία της σύγχρονης δημοκρατίας

Του Σωκράτη Αργύρη

Η έννοια της «μεταφυσικής της πολιτικής» ηχεί συχνά στα αυτιά του σύγχρονου ορθολογιστή ως μια αναχρονιστική παραδοξολογία, μια απόπειρα εισαγωγής του μυστικισμού εκεί όπου θα έπρεπε να κυριαρχεί η στεγνή διαχείριση των θεσμών, η οικονομική επιστήμη και η κοινωνιολογία. Ωστόσο, αν παρατηρήσει κανείς το ιστορικό βάθος των μεγάλων πολιτικών μεταβολών, διαπιστώνει ότι η εξουσία σπάνια νομιμοποιείται αποκλειστικά μέσω της αποτελεσματικότητα  της. Η πολιτική, στην πιο βαθιά και συχνά επικίνδυνη διάστασή της, είναι μια μάχη για το νόημα της ύπαρξης, μια προσπάθεια σύνδεσης της εφήμερης ανθρώπινης δράσης με μια ανώτερη τάξη πραγμάτων, είτε αυτή ονομάζεται Θεία Πρόνοια είτε Ιστορική Νομοτέλεια.

Σε αυτή την τροχιά, η εμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στο παγκόσμιο προσκήνιο δεν αποτελεί απλώς ένα ατύχημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας ή μια παροδική παρέκκλιση του αμερικανικού εκλογικού σώματος, αλλά το σύμπτωμα μιας βαθιάς μεταφυσικής κρίσης της ίδιας της Ιστορίας. Πρόκειται για την εκδίκηση του ανορθολογικού και του ιερού —με την πιο βέβηλη εκδοχή του— απέναντι σε έναν τεχνοκρατικό κόσμο που πίστεψε ότι μπορούσε να καταργήσει το τραγικό στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης μέσω των δεικτών της Wall Street και των κανονισμών των Βρυξελλών.

Για να κατανοήσουμε αυτό το φαινόμενο, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στη στιγμή που η νεωτερικότητα αποφάσισε να απομαγεύσει τον κόσμο. Η υπόσχεση του Διαφωτισμού και της μετέπειτα φιλελεύθερης συναίνεσης ήταν ότι η πολιτική θα μετατρεπόταν σταδιακά σε μια ορθολογική διαδικασία διανομής πόρων. Η Ιστορία θεωρήθηκε πλέον «τελειωμένη» με την έννοια ότι οι μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις είχαν υποτίθεται επιλυθεί υπέρ ενός παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και μιας τυπικής δημοκρατίας.

Αυτή η γραμμική αντίληψη του χρόνου, όπου το μέλλον θα ήταν απλώς μια βελτιωμένη, πιο αποτελεσματική εκδοχή του παρόντος, αφαίρεσε από την πολιτική το μεταφυσικό της βάρος. Οι κοινωνίες στερήθηκαν το δικαίωμα στο συλλογικό όνειρο ή στη συλλογική εξιλέωση. Ο πολίτης υποβιβάστηκε σε καταναλωτή και ο πολιτικός σε διαχειριστή κινδύνων. Σε αυτό ακριβώς το κενό, όπου η ύπαρξη στερήθηκε σκοπού και η καθημερινότητα μετατράπηκε σε μια αέναη επανάληψη γραφειοκρατικών διαδικασιών, γεννήθηκε η ανάγκη για μια νέα μυθολογία.

Η πολιτική δεν οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από την ορθολογική αξιολόγηση συμφερόντων, αλλά και γύρω από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί πολιτικός μύθος. Κάθε σταθερή πολιτική τάξη προϋποθέτει μια κοινή αφήγηση για το ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και προς τα πού κατευθυνόμαστε. Όταν αυτή η αφήγηση καταρρεύσει, η δημόσια ζωή δεν γίνεται περισσότερο ορθολογική· αντιθέτως, γίνεται πεδίο ανταγωνισμού νέων μύθων. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η πολιτική μπορεί να απαλλαγεί από τη μεταφυσική της διάσταση, αλλά ποια μορφή θα λάβει αυτή η μεταφυσική και ποιες αξίες θα υπηρετήσει.

Η μετάβαση αυτή της παγκόσμιας σκηνής από τη σταθερότητα των θεσμών στην εποχή της απόλυτης απρόβλεπτης κίνησης δεν αποτελεί μια απλή θεσμική δυσλειτουργία, αλλά μια θεμελιώδη μετατόμιση των κοσμολογικών μοντέλων της εξουσίας. Όταν το σύστημα άρχισε να κλυδωνίζεται, η πολιτική ανάλυση βρέθηκε στερημένη από εργαλεία, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι είχε εισέλθει στην επικράτεια της θεωρίας του χάους, για να καταλήξει τελικά στην πραγμάτωση της θεωρίας της καταστροφής.

Η θεωρία του χάους, στην πολιτική της διάσταση, περιγράφει τη στιγμή εκείνη όπου οι παραδοσιακές σχέσεις αιτίου και αιτιατού παύουν να λειτουργούν με γραμμικό τρόπο. Μικρές, φαινομενικά ασήμαντες μεταβολές στις παρυφές του συστήματος —μια τοπική οικονομική υποβάθμιση στη ζώνη της σκουριάς των ΗΠΑ, η υπόκωφη οργή μιας ψηφιακής κοινότητας, η σταδιακή απώλεια εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης— συσσωρεύτηκαν αθόρυβα. Η φιλελεύθερη ελίτ, εγκλωβισμένη στην ψευδαίσθηση ότι ήλεγχε τις βασικές μεταβλητές της εξουσίας, αγνόησε το γεγονός ότι τα κοινωνικά συστήματα είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στις αρχικές συνθήκες.

Το περιβόητο «πέταγμα της πεταλούδας» στην περίπτωση της αμερικανικής πολιτικής δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά η αποκρυστάλλωση εκατομμυρίων μικρών διαψεύσεων. Όταν το σύστημα έγινε επαρκώς μη γραμμικό, η εμφάνιση ενός παράγοντα όπως ο Τραμπ λειτούργησε ως ο “ξένος ελκυστής” —όπως αποκαλείται στη θεωρία του χάους ένας απρόβλεπτος πόλος έλξης που αναδιοργανώνει ένα σύστημα— ο οποίος αναδιοργάνωσε ολόκληρο το πεδίο γύρω από μια νέα, χαοτική αλλά ιδιότυπη δυναμική.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεταφυσικό βάρος αυτής της μεταβολής. Το χάος δεν είναι απλώς έλλειψη τάξης· είναι μια τάξη ανώτερης πολυπλοκότητας που αρνείται να συμμορφωθεί με τις ανθρώπινες προσδοκίες για προβλεψιμότητα. Ο Τραμπισμός κατέστησε σαφές ότι η πολιτική δεν είναι ένα εργαστήριο κοινωνικής μηχανικής, αλλά μια ζωντανή, χθόνια διαδικασία που τρέφεται από το ανορθολογικό. Η μεταφυσική της εξουσίας μετατοπίστηκε από το ιερό καθήκον της διατήρησης της δομής στην παγανιστική γοητεία της απορρύθμισης.

Πρόκειται για την εργαλειοποίηση του ίδιου του ιστορικού πυρήνα της αμερικανικής ταυτότητας, η οποία συγκροτήθηκε εξαρχής πάνω σε μια ισχυρή μεταφυσική θεμελίωση.

Ήδη από το 1630, ο Πουριτανός άποικος John Winthrop, αντλώντας έμπνευση από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο («οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη»), παρουσίασε τη νέα κοινωνία της Νέας Αγγλίας ως μια «Πόλη πάνω στον Λόφο» (City upon a Hill): μια κοινότητα που θα βρισκόταν διαρκώς υπό το βλέμμα του Θεού και της Ιστορίας, προσφέροντας ένα ηθικό παράδειγμα προς μίμηση για ολόκληρο τον κόσμο. Με την πάροδο των αιώνων, αυτή η βιβλική εικόνα μετατράπηκε σε θεμελιώδη μύθο της αμερικανικής ταυτότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους απλώς ως ένα ακόμη κράτος, αλλά ως φορέα μιας ιδιαίτερης αποστολής.

Η ίδια αυτή λογική απέκτησε τον 19ο αιώνα πιο δυναμική και επεκτατική μορφή μέσα από το δόγμα του «Πρόδηλου Πεπρωμένου» (Manifest Destiny), όρο που εισήγαγε το 1845 ο δημοσιογράφος John L. O’Sullivan. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η αμερικανική επέκταση δεν αποτελούσε απλώς πολιτική επιλογή ή γεωπολιτικό συμφέρον, αλλά σχεδόν θεία επιταγή. Η εξάπλωση των Ηνωμένων Πολιτειών στην αμερικανική ήπειρο παρουσιαζόταν ως η εκπλήρωση μιας ιστορικής αποστολής που είχε ανατεθεί στο αμερικανικό έθνος. Έτσι, η αμερικανική ισχύς νομιμοποιούνταν όχι μόνο από τη δύναμή της, αλλά και από την πεποίθηση ότι υπηρετούσε έναν ανώτερο σκοπό.

Η ρητορική του Τραμπ δεν απορρίπτει αυτή τη βαθιά ριζωμένη πολιτική θεολογία· την αναστρέφει. Η “Πόλη πάνω στον Λόφο” και το “Πρόδηλο Πεπρωμένο” παύουν να εκφράζουν την πεποίθηση ότι η Αμερική αποτελεί φορέα ενός οικουμενικού πεπρωμένου. Αντί για έναν φωτεινό φάρο οικουμενικών αξιών, η Αμερική παρουσιάζεται πλέον ως ένα ιερό έδαφος υπό πολιορκία. Η αποστολή της δεν είναι πλέον να επεκτείνει την ελευθερία, αλλά να αμυνθεί απέναντι σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς και έναν «εκλεκτό» ηγέτη που θα λειτουργήσει ως ενδιάμεσος μεταξύ λαού και μιας ανώτερης, σχεδόν αποκαλυπτικής αλήθειας. 

Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και το ιστορικό τραύμα της αποβιομηχάνισης —όπως εκφράζεται χαρακτηριστικά στη λεγόμενη Ζώνη της Σκουριάς, τις πρώην βιομηχανικές περιοχές που υπέστησαν παρακμή από τη δεκαετία του 1970 και μετά— αποκτά συμβολικό βάρος: γίνεται το υλικό υπόστρωμα μιας εμπειρίας απώλειας, εγκατάλειψης και υπαρξιακής δυσαρέσκειας που τροφοδοτεί νέες μορφές πολιτικής ταύτισης. Μέσα σε αυτό το σχήμα, ο ηγέτης εμφανίζεται ως ένας εκλεκτός σωτήρας που καλείται να αποκαταστήσει μια χαμένη τάξη πραγμάτων, να κατέβει από τον δικό του Όλυμπο —τον χρυσό πύργο του Μανχάταν— και να πολεμήσει τις σκοτεινές δυνάμεις του «βαθέος κράτους». 

Σε αυτό το σημείο αποκαλύπτεται η απόλυτη ένδεια της παραδοσιακής πολιτικής ανάλυσης και η τραγική ειρωνεία της φιλελεύθερης κριτικής. Εγκλωβισμένη στον δογματικό της ορθολογισμό, η ελίτ πιστεύει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τον Τραμπισμό με τα εργαλεία του παλιού κόσμου: γεγονότα, ελέγχους αληθείας (fact-checking), δικαστικές αποφάσεις και στατιστικές μελέτες. Δεν αντιλαμβάνεται ότι σε μια μεταφυσική μάχη, τα πραγματολογικά δεδομένα είναι δευτερεύοντα.

Η ρητορική του Τραμπ, γεμάτη υπερβολές και αντιφάσεις, δεν κρίνεται από τους οπαδούς του με όρους ακρίβειας, διότι λειτουργεί αποκλειστικά στο επίπεδο του Μύθου.

Όταν η ελίτ τον κατηγορεί για αυταρχισμό ή παραβίαση των θεσμών, οι πιστοί του δεν σοκάρονται· αντίθετα, βλέπουν στις κατηγορίες αυτές την απόδειξη ότι ο ηγέτης τους είναι πράγματι διατεθειμένος να σπάσει τα δεσμά ενός παράνομου συστήματος. Οι δικαστικές του διώξεις δεν ερμηνεύονται ως συνέπειες των πράξεών του, αλλά ως το «πάθος» του, μια αναγκαία θυσία για χάρη του λαού. Η φιλελεύθερη ελίτ συμπεριφέρεται σαν τον ιερέα μιας παλιάς θρησκείας που, βλέποντας τον ναό του να γκρεμίζεται, συνεχίζει να απαγγέλλει τις γραφές με την ελπίδα ότι οι λέξεις θα ξαναβρούν τη χαμένη τους μαγεία. Όμως η μαγεία έχει μεταναστεύσει αλλού.

Αν η θεωρία του χάους εξηγεί γιατί ένα σύστημα γίνεται απρόβλεπτο, η θεωρία της καταστροφής εξηγεί γιατί αυτή η απρόβλεπτη συσσώρευση οδηγεί τελικά σε μια απότομη αλλαγή μορφής. Η πραγματική ρήξη συντελείται με τη μετάβαση στη θεωρία της καταστροφής, όπου μια βαθμιαία φθορά οδηγεί σε μια απότομη, ασυνεχή αλλαγή του συστήματος. Ο Τραμπ λειτουργεί ως ο κατεξοχήν καταλυτικός παράγοντας αυτής της ασυνέχειας, πιέζοντας το σύστημα προς το σημείο της τοπολογικής του κατάρρευσης.

Όταν η φιλελεύθερη συναίνεση προσπάθησε να αντισταθεί, διαπίστωσε έντρομη ότι το έδαφος είχε ήδη υποχωρήσει, γιατί η καταστροφή είχε ήδη συντελεστεί στο επίπεδο του νοήματος: οι λέξεις έχασαν την κοινή τους αναφορά και οι θεσμοί την ιερότητά τους.

Η μεταφυσική αυτής της καταστροφικής στροφής έγκειται στην ανάδυση μιας νέας εσχατολογίας, όπου η Ιστορία μετατρέπεται σε έναν κυκλικό, μανιχαϊκό αγώνα μεταξύ του Καλού και του Κακού. Ο Τραμπισμός δεν υπόσχεται μια μεταρρύθμιση, αλλά μια κάθαρση μέσω της κατάρρευσης. Είναι η πολιτική εκδοχή του βιταλισμού, όπου η ίδια η πράξη της καταστροφής των παλιών δομών βιώνεται ως πράξη απελευθέρωσης.

Είναι όμως λάθος να περιορίσουμε αυτή τη μεταφυσική της πολιτικής στα στενά σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ευρώπη βιώνει τη δική της μεταφυσική κρίση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε πάνω στην άρνηση της Ιστορίας, πιστεύοντας ότι αν αντικαθιστούσε τα εθνικά πάθη με τις ποσοστώσεις του άνθρακα, του χάλυβα και του κοινού νομίσματος, θα εξασφάλιζε την αιώνια ειρήνη. Δημιούργησε όμως ένα απέραντο θεσμικό καθαρτήριο, στερημένο από συγκινησιακό βάθος.

Όταν οι ευρωπαϊκοί λαοί, χτυπημένοι από την παρατεταμένη λιτότητα της κρίσης του ευρώ και την υπαρξιακή ανασφάλεια των μεταναστευτικών ροών, ρώτησαν «Ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε;», η τεχνοκρατία των Βρυξελλών δεν είχε καμία απάντηση να δώσει. Η άνοδος της νέας εθνικιστικής δεξιάς στην Ευρώπη είναι η άμεση συνέπεια αυτής της παράλειψης.

Ο Τραμπισμός είναι ο σεισμός που προέκυψε από τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον χρόνο: τον επιταχυνόμενο, ψηφιακό χρόνο της παγκοσμιοποιημένης ελίτ και τον στάσιμο, οπισθοδρομικό χρόνο των «ξεχασμένων», που βιώνουν την αλλαγή ως απειλή. Αυτή η δυναμική βρίσκει τον απόλυτο επιταχυντή της στον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας σφαίρας.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν τον ιδανικό αγωγό για τη θεωρία του χάους. Η πολιτική επικοινωνία μετατράπηκε σε έναν θερμοδυναμικό θάλαμο όπου ο φόβος και η οργή εκρήγνυνται. Κάθε ψηφιακή ανάρτηση του Τραμπ λειτουργεί ως ένας μικρός ελκυστής που αποσπά την ενέργεια του συστήματος από τα ουσιαστικά προβλήματα και την εγκλωβίζει σε έναν αέναο κύκλο πόλωσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η αλήθεια παύει να είναι αντικειμενική και μετατρέπεται σε ζήτημα φυλετικής πίστης.

Αυτή η ψηφιακή διάχυση του χάους οδηγεί στη γνωστική παράλυση της κοινωνίας. Όταν το εκπαιδευτικό σύστημα, η επιστήμη και ο σοβαρός τύπος απαξιώνονται ως «εργαλεία της ελίτ», ο πληθυσμός χάνει τη δυνατότητα να οργανώσει λογική αντίσταση. Η εξουσία τότε δεν χρειάζεται πλέον να πείσει· της αρκεί να εξαντλήσει πνευματικά τους πολίτες, οδηγώντας τους στην παραίτηση και στην παράδοση στη θέληση του ισχυρού ηγέτη.

Η ιστορική σημασία του Τραμπισμού έγκειται στο ότι ξεγύμνωσε την εξουσία από τα βελούδινα γάντια της νομιμότητας, δείχνοντάς την στην ακατέργαστη, σχεδόν κτηνώδη μορφή της. Απέδειξε ότι το κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος διαιτητής, αλλά το πεδίο μιας κυριαρχίας. Στη διεθνή σκηνή, αντικατέστησε το διεθνές δίκαιο με μια καθαρή μεταφυσική της ισχύος (transactional geopolitics), μετατρέποντας την εξωτερική πολιτική σε ένα χαοτικό πεδίο απρόβλεπτων κινήσεων, όπου οι σύμμαχοι υποβιβάζονται σε πελάτες και οι σταθερότητες δεκαετιών καταρρέουν ακαριαία.

Το τραγικότερο στοιχείο είναι η αδυναμία των προοδευτικών δυνάμεων να αντιληφθούν το μέγεθος της μεταβολής. Αν η απάντηση στο χάος είναι η υπόσχεση μιας επιστροφής στην ανιαρή, γραφειοκρατική κανονικότητα που οδήγησε εξ αρχής στην κρίση, τότε η αποτυχία είναι νομοτελειακά βέβαιη. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να ζήσει επί μακρόν μέσα σε πνευματικό κενό. Αν οι δυνάμεις της χειραφέτησης δεν αρθρώσουν τη δική τους μεταφυσική της πολιτικής —βασισμένη στην αλληλεγγύη και την κοινή μοίρα της ανθρωπότητας απέναντι στην κλιματική και υπαρξιακή κρίση— το πεδίο θα παραμείνει ανοιχτό για τους εμπόρους του φόβου.

Η Ιστορία δεν γνωρίζει τέλος, γνωρίζει μόνο μεταμορφώσεις. Μέσα σε αυτή την έντονη καμπύλωση του ιστορικού χρόνου, οι δυνάμεις που αναδύονται στην επιφάνεια δεν αποτελούν ιστορικές παρεκκλίσεις· είναι τα αναπόφευκτα παράγωγα των δικών μας συλλογικών αποτυχιών. Ο Ντόναλντ Τραμπ λειτουργεί ως η μαύρη τρύπα αυτής της κοσμολογικής μεταβολής, ένα οριακό σημείο βαρυτικής έλξης που απειλεί να απορροφήσει κάθε εναπομείναντα θεσμικό ορθολογισμό. Είναι ο καθρέφτης μιας εποχής που πίστεψε ότι μπορούσε να ζήσει χωρίς μύθους, χωρίς θυσίες, χωρίς το βάρος της Ιστορίας, για να ανακαλύψει τελικά ότι οι θεοί που εξόρισε επέστρεψαν ως δαίμονες για να στοιχειώσουν το παρόν της.