Το πολιτικό ζήτημα της συμφωνίας της Μέκκα

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Η υπογραφή της «Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας» στις 7 Αυγούστου 2026 δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη στρατιωτική διευθέτηση στην παραδοσιακά εύφλεκτη ζώνη της Μέσης Ανατολής και της Δυτικής Ασίας. Αντιθέτως, συνιστά ένα μνημείο γεωπολιτικού καιροσκοπισμού, ένα σύμπτωμα της βαθιάς θεσμικής παρακμής των περιφερειακών αυταρχικών καθεστώτων και, κυρίως, την πιο τρανταχτή απόδειξη μιας ιστορικής αποτυχίας: της αδυναμίας των κοινωνιών αυτών να προχωρήσουν σε μια ουσιαστική, δομική εκκοσμίκευση. Όταν ο διάδοχος του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και η στρατιωτική ηγεσία του Πακιστάν συναντήθηκαν στην ιερή πόλη του Ισλάμ για να συνυπογράψουν μια ρήτρα αμοιβαίας άμυνας τύπου «Άρθρου 5», το διεθνές ακροατήριο παρακολούθησε την ανάδυση ενός υποτιθέμενου «Ισλαμικού ΝΑΤΟ». Πίσω όμως από τη θεατρικότητα της θρησκευτικής σημειολογίας και τους πύρινους λόγους περί μουσουλμανικής αλληλεγγύης, κρύβεται ένα εύθραυστο οικοδόμημα, μια διπλωματία της πλάκας, όπου οι αρχές θυσιάζονται καθημερινά στον βωμό της βιολογικής και πολιτικής επιβίωσης των ίδιων των ηγεμόνων.

Η ανάγνωση ότι αυτή η συμμαχία υπήρξε μια σπασμωδική αντίδραση της τελευταίας στιγμής στο ξέσπασμα του πρόσφατου πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026 είναι επιφανειακή και ιστορικά ανακριβής. Η γέννηση αυτού του τριμερούς άξονα υπήρξε το προϊόν μιας μακράς, μεθοδικής και καλά οργανωμένης επιχείρησης μυστικής διπλωματίας που εξελίχθηκε σε βάθος ετών, πολύ πριν η περιοχή παραδοθεί στις φλόγες της τελευταίας σύρραξης. Οι ρίζες της επαναπροσέγγισης και του σχεδιασμού αυτού του μπλοκ ασφαλείας εντοπίζονται ήδη από το καλοκαίρι του 2023. Ήταν Ιούλιος του 2023 όταν ο Ταγίπ Ερντογάν πραγματοποίησε μια ιστορική περιοδεία στον Κόλπο, με πρώτο σταθμό την Τζέντα, υπογράφοντας τις πρώτες μεγάλες αμυντικές συμφωνίες με τη Σαουδική Αραβία, οι οποίες περιλάμβαναν την αγορά των τουρκικών drones Akinci και άνοιγαν τον δρόμο για τη μεταφορά τεχνολογίας. Λίγες ημέρες αργότερα, τον Αύγουστο του 2023, το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ άρχισαν να πυκνώνουν τις στρατιωτικές τους επαφές, με τη Σαουδική Αραβία να εκδηλώνει επίσημα το ενδιαφέρον της να εισέλθει ως «τρίτος εταίρος» στον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν (CPEC), επενδύοντας δισεκατομμύρια σε στρατηγικές υποδομές. Ο πόλεμος δεν υπήρξε η αιτία της συμφωνίας· υπήρξε η στιγμή της αποκάλυψής της.

Η διπλωματική αυτή κυοφορία απέκτησε ακόμη πιο στέρεα χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια του 2024. Τον Μάρτιο του 2024, κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Αμυντικής Έκθεσης (WDS) στο Ριάντ, οι αμυντικές βιομηχανίες της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας υπέγραψαν μνημόνια συνεργασίας για την εγχώρια παραγωγή πυρομαχικών και συστημάτων καθοδήγησης, ενώ τον Ιούλιος του ίδιου έτους, το Πακιστάν και η Τουρκία διεξήγαγαν τις μεγάλες αεροπορικές ασκήσεις “Indus Shield”, στις οποίες Σαουδάραβες αξιωματούχοι συμμετείχαν ως παρατηρητές. Το πρώτο καθοριστικό κομμάτι του θεσμικού παζάρι μπήκε τελικά στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, όταν η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν υπέγραψαν στο Ριάντ το Στρατηγικό Σύμφωνο Αμοιβαίας Άμυνας. Ήταν η στιγμή που τέθηκε η σκληρή ρήτρα συλλογικής ασφάλειας. Τον Ιανουάριο του 2026, ελάχιστες εβδομάδες πριν από τις ινανικές πυραυλικές κρίσεις, οι μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας είχαν ήδη οριστικοποιήσει το νομικό πλαίσιο για την προσκόλληση της Άγκυρας στο σύμφωνο.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πιο περίπλοκο νομικό και πολιτικό παράδοξο της συμφωνίας: η συνύπαρξη της Τουρκίας σε δύο διαφορετικά σύμφωνα συλλογικής άμυνας, τα οποία διαθέτουν μια «ρήτρα Άρθρου 5» αλλά λειτουργούν με βάση έναν αυστηρό γεωγραφικό και πολιτικό διαχωρισμό. Η Άγκυρα επιχείρησε να καθησυχάσει τη Δύση δηλώνοντας ότι οι νέες της δεσμεύσεις ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις υποχρεώσεις της προς το ΝΑΤΟ. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία έχτισε ένα απόλυτο στεγανό ανάμεσα στις δύο συμμαχίες. Το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ είναι αυστηρά αμυντικό και ενεργοποιείται αποκλειστικά εάν ένα κράτος-μέλος δεχθεί επίθεση εντός της καθορισμένης γεωγραφικής ζώνης της Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής ή της ίδιας της τουρκικής επικράτειας, όπως ορίζει το Άρθρο 6 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης.

Αυτό σημαίνει ότι αν η Σαουδική Αραβία ή το Πακιστάν δεχθούν επίθεση και η Τουρκία εμπλακεί στρατιωτικά εκτός των συνόρων της για να τις υπερασπιστεί, ενεργεί με δική της, αποκλειστική πρωτοβουλία. Το ΝΑΤΟ δεν έχει καμία νομική υποχρέωση συνδρομής, καθώς η Συμμαχία δεν καλύπτει εκστρατείες εκτός της συμμαχικής επικράτειας, ούτε προστατεύει μέλη που εμπλέκονται σε συγκρούσεις τρίτων χωρών. Επιπλέον, η λήψη αποφάσεων στο ΝΑΤΟ απαιτεί απόλυτη ομοφωνία, πράγμα που σημαίνει ότι οι υπόλοιποι 31 σύμμαχοι διαθέτουν δικαίωμα βέτο και δεν πρόκειται ποτέ να παρασυρθούν σε μια σύρραξη στον Περσικό Κόλπο ή τη Νότια Ασία. Το μόνο σενάριο όπου οι δύο συμμαχίες θα τέθηκαν σε ισχύ ταυτόχρονα, θα ήταν μια απευθείας, ολοκληρωτική επίθεση στο ίδιο το έδαφος της Τουρκίας. Σε αυτή την περίπτωση, το ΝΑΤΟ θα υποχρεωνόταν να αμυνθεί για την ακεραιότητα του μέλους του, ενώ η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν θα ενεργοποιούσαν τη Συμφωνία της Μέκκας μέσω του δικού τους, ξεχωριστού διαύλου, δημιουργώντας δύο παράλληλα στρατιωτικά μέτωπα που δεν θα επικοινωνούσαν μεταξύ τους.

Το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πληροφορήθηκαν τις τελικές λεπτομέρειες της τριμερούς σύγκλισης σχεδόν από τα ειδησεογραφικά δίκτυα, υπογραμμίζει τη ραγδαία απομείωση της αμερικανικής επιρροής. Η Ουάσιγκτον έβλεπε αυτές τις επαφές επί τρία χρόνια, αλλά τις υποτιμούσε, θεωρώντας τες ως απλά εμπορικά deals. Όταν ο πόλεμος ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου του 2026, λειτούργησε απλώς ως ο απόλυτος επιταχυντής. Οι καθημερινές, ασύμμετρες επιθέσεις με drones από τους αντάρτες Χούθι της Υεμένης εναντίον των σαουδαραβικών διυλιστηρίων, κατέδειξαν τα όρια της δυτικής προστασίας. Στις 19 Μαρτίου 2026, οι υπουργοί Εξωτερικών των τριών χωρών συναντήθηκαν εκτάκτως στο Ριάντ, στο περιθώριο της Ισλαμικής Συνόδου, μετατρέποντας τη διμερή βάση του 2025 σε ένα ενιαίο τριμερές σχέδιο, το οποίο σφραγίστηκε με την υπογραφή της Συμφωνίας της Μέκκας. Το Ριάντ συνειδητοποίησε ότι τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που είχε δαπανήσει για την αγορά αμερικανικών εξοπλισμών, όπως τα μαχητικά F-15 και οι συστοιχίες Patriot, δεν επαρκούσαν για μια νέα μορφή πολέμου. Οι ΗΠΑ συνέχιζαν να πωλούν όπλα περασμένων δεκαετιών, εγκλωβισμένες στα κέρδη της δικής τους αμυντικής βιομηχανίας, αδυνατώντας να αντιληφθούν ότι η στρατηγική ισχύς δεν μετριέται πλέον με το κόστος του υλικού, αλλά με την ευελιξία και τη μαζικότητα των αναλώσιμων μέσων.Το πιο ειρωνικό στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται στο Πακιστάν. Το Ισλαμαμπάντ δεν εισήλθε στην κρίση του 2026 ως εμπόλεμος αντίπαλος της Τεχεράνης, αλλά ως ένας από τους ελάχιστους διαθέσιμους διαύλους επικοινωνίας. Το Πακιστάν επιχείρησε να μεσολαβήσει μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ ταυτόχρονα υπενθύμιζε στην Τεχεράνη ότι δεσμευόταν ήδη από το 2025 με τη Σαουδική Αραβία μέσω συμφώνου αμοιβαίας άμυνας.

Η υπογραφή της Συμφωνίας της Μέκκας δεν ακυρώνει αυτή την προηγούμενη εικόνα· την κάνει απλώς ακόμη πιο αποκαλυπτική. Για την Τεχεράνη, ο χθεσινός μεσολαβητής εμφανίζεται σήμερα ως μέλος ενός τριμερούς αμυντικού σχήματος που, έστω και αν δεν κατονομάζει το Ιράν ως εχθρό, αναδύεται μέσα σε μια συγκυρία όπου η ιρανική απειλή βρίσκεται στο επίκεντρο της περιφερειακής ασφάλειας.

Αυτή η στρατηγική γύμνια ανάγκασε τη Σαουδική Αραβία να ενεργοποιήσει το έτοιμο διπλωματικό της σχέδιο και να προχωρήσει στον κυνικό γάμο συμφέροντος με την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ. Η Τουρκία προσέφερε τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής φθηνών, εγχώριων drones και κατευθυνόμενων βλημάτων, χωρίς τους ενοχλητικούς πολιτικούς όρους και τους περιορισμούς που έθετε το αμερικανικό Κογκρέσο. Ταυτόχρονα, το Πακιστάν προσέφερε την πυρηνική του ομπρέλα. Σε αυτό το ιδιότυπο real estate ισχύος, η Σαουδική Αραβία ανέλαβε τον ρόλο του αποκλειστικού χρηματοδότη, εξαγοράζοντας την πίστη και το ανθρώπινο δυναμικό δύο ξένων στρατών για να καλύψει τη δική της επιχειρησιακή ανεπάρκεια. Η υποκρισία του σχήματος γίνεται εμφανής αν αναλογιστεί κανείς ότι το Ριάντ παραμένει εξαρτημένο από ξένες δυνάμεις ακόμη και για την καθημερινή του επιβίωση, όπως αποδεικνύει η παρουσία της ελληνικής συστοιχίας Patriot που επιστρατεύτηκε για να προστατεύσει τις ενεργειακές του υποδομές, επειδή το ίδιο το βασίλειο αδυνατεί να εκπαιδεύσει εξειδικευμένους χειριστές.

Ωστόσο, το βαθύτερο πολιτικό ζήτημα της Συμφωνίας της Μέκκας δεν εντοπίζεται στους στρατιωτικούς συσχετισμούς, αλλά στην απόλυτη έλλειψη εκκοσμίκευσης που χαρακτηρίζει τα συμβαλλόμενα κράτη. Αυτή η δομική παθογένεια μετατρέπει την εξωτερική πολιτική και τις διπλωματικές σχέσεις σε ένα διαρκές, μεσαιωνικό παζάρι, όπου το θρησκευτικό δόγμα εργαλειοποιείται για τη νομιμοποίηση αυταρχικών καθεστώτων. Όταν η κρατική οντότητα δεν διαχωρίζεται από την εκκλησιαστική ή τη θρησκευτική εξουσία, η διπλωματία παύει να παράγει σταθερούς, μακροπρόθεσμους θεσμούς και μετατρέπεται σε ένα πεδίο προσωρινών διευθετήσεων μεταξύ προσώπων. Η αντιπαλότητα μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, για παράδειγμα, δεν αναλύεται με όρους διεθνούς δικαίου ή οικονομικού ανταγωνισμού, αλλά παρουσιάζεται στους λαούς ως μια υπαρξιακή, ιερή σύγκρουση μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών. Αυτή η θεοκρατική προσέγγιση εγκλωβίζει την περιοχή σε έναν φανατισμό που καθιστά κάθε ουσιαστικό συμβιβασμό αδύνατο, καθώς οποιαδήποτε διπλωματική υποχώρηση μεταφράζεται ως αίρεση ή προδοσία της πίστης.

Σε αυτό το περιβάλλον της μη εκκοσμίκευσης, οι συμμαχίες στερούνται θεσμικού βάθους επειδή πηγάζουν αποκλειστικά από την αυθεντία του εκάστοτε ηγεμόνα, ο οποίος αντλεί τη νομιμότητά του όχι από τη λαϊκή κυριαρχία, αλλά από τον θρησκευτικό νόμο ή τη βίαιη επιβολή. Η ιστορία της Σαουδικής Αραβίας προσφέρει ένα εξαιρετικά διδακτικό παράδειγμα για το πώς η έλλειψη κοσμικών θεσμών δημιουργεί ένα εξαιρετικά εύθραυστο πολιτικό σύστημα. Για δεκαετίες, το βασίλειο κυβερνήθηκε μέσω του συστήματος της οριζόντιας διαδοχής μεταξύ των γιων του ιδρυτή Ιμπν Σαούντ. Παρά τον αναχρονιστικό του χαρακτήρα, το μοντέλο αυτό λειτουργούσε ως ένας έξυπνος μηχανισμός εσωτερικής ισορροπίας, εξασφαλίζοντας ότι όλες οι ισχυρές φατρίες της βασιλικής οικογένειας και οι συντηρητικοί θρησκευτικοί ηγέτες (Βαχαβίτες) είχαν μερίδιο στην εξουσία, αποτρέποντας τα βίαια πραξικόπηματα.

Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν επέλεξε να διαλύσει βίαια αυτό το παραδοσιακό σύστημα ισορροπιών, επιβάλλοντας μια αυστηρά κάθετη διαδοχή από πατέρα σε γιο, περιορισμένη αποκλειστικά στην προσωπική του οικογενειακή γραμμή. Με τον τρόπο αυτό, ο MBS μετέτρεψε τη Σαουδική Αραβία από ένα «συλλογικό» οικογενειακό εγχείρημα σε μια στενή, κληρονομική μοναρχία, αποκλείοντας ολοκληρωτικά όλους τους άλλους πανίσχυρους κλάδους των Σαούντ —όπως τους απογόνους του Σουλτάν, του Ναγιέφ ή του Αμπντάλα— που επί δεκαετίες ήλεγχαν τον κρατικό μηχανισμό, τον στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες. Η περίφημη εκστρατεία του στο ξενοδοχείο Ριτζ Κάρλτον το 2017, όπου φυλάκισε και ταπείνωσε δεκάδες πρίγκιπες και επιχειρηματίες, δεν ήταν ένα βήμα προς τον εκσυγχρονισμό, αλλά μια πράξη προληπτικής εξόντωσης κάθε πιθανού εσωτερικού αντίπαλου που θα μπορούσε να αμφισβητήσει αυτόν τον βίαιο αποκλεισμό.Ο διάδοχος ενεργεί ως ένας απόλυτος μονάρχης που πιστεύει ότι μπορεί να αγνοεί την ιστορία της ίδιας του της οικογένειας, ξεχνώντας το προηγούμενο της δολοφονίας του Βασιλιά Φαϊζάλ το 1975 από τον ίδιο του τον ανιψιό μέσα στο παλάτι, μια πράξη που πυροδοτήθηκε ακριβώς από την εσωτερική δυσαρέσκεια των παραμερισμένων μελών. Η προσπάθειά του να παρουσιάσει μια «βιτρίνα» εκκοσμίκευσης στο εξωτερικό ακροατήριο, επιτρέποντας κοινωνικές ελευθερίες, συναυλίες και δικαιώματα στις γυναίκες, δεν αγγίζει τον πυρήνα του κράτους. Πρόκειται για μια ελεγχόμενη, επιφανειακή μεταρρύθμιση που αποσκοπεί στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και στην εξαγορά της υποστήριξης της σαουδαραβικής νεολαίας, την ίδια στιγμή που ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός παραμένει ζωντανός κάτω από την επιφάνεια, οι παραμερισμένοι πρίγκιπες περιμένουν την κατάλληλη στιγμή της αδυναμίας του, και η πολιτική καταπίεση είναι πιο σκληρή από ποτέ.

Αυτή η εσωτερική απομόνωση του σαουδαραβικού καθεστώτος είναι που καθιστά τη Συμφωνία της Μέκκας τόσο απαραίτητη για την επιβίωσή του, αλλά και ταυτόχρονα τόσο ασταθή, αναδεικνύοντας τα τρία κυνικά χαρακτηριστικά αυτού που ονομάζουμε «διπλωματία του καιροσκοπισμού». Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι πρόκειται για συμμαχίες με αυστηρή ημερομηνία λήξης. Στη Μέση Ανατολή, οι συμφωνίες δεν γίνονται με ορίζοντα το μέλλον των λαών, αλλά με βάση το ποιος κατέχει την εξουσία σήμερα· αν αύριο ο Ερντογάν χάσει τις εκλογές ή ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ανατραπεί από τους αποκλεισμένους συγγενείς του, η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί να μετατραπεί σε ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί μέσα σε μία μόνο νύχτα.

Το δεύτερο στοιχείο είναι η καθιέρωση του «διπλού παιχνιδιού» ως επίσημης κρατικής πολιτικής, μια κατάσταση όπου όλοι πατούν ταυτόχρονα σε δύο βάρκες. Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει ταυτόχρονα τα πυρηνικά του Πακιστάν, τα drones της Τουρκίας, την προστασία του Ντόναλντ Τραμπ και την ειρήνη με το Ισραήλ, ενώ η Τουρκία πασχίζει να παραμείνει στο ΝΑΤΟ, να πουλάει όπλα στους Άραβες και να παριστάνει τον αυτόκλητο ηγέτη των Παλαιστινίων. Αυτή η αμυντική αρχιτεκτονική θυμίζει ανατολίτικο παζάρι, όπου οι γεωπολιτικές δεσμεύσεις αγοράζονται και πωλούνται ανάλογα με την τρέχουσα τιμή.

Το τρίτο και πιο εμφανές χαρακτηριστικό είναι η απόλυτη υποκρισία των ηγεμόνων. Την ίδια στιγμή που οι τηλεοπτικές οθόνες κατακλύζονται από πύρινους λόγους περί «μουσουλμανικής αδελφοσύνης» και «ιερών αμυντικών συμφώνων», αρκεί η εμφάνιση ενός οικονομικού κέρδους ή η διπλωματική πίεση μιας υπερδύναμης για να ξεχαστούν ακαριαία όλες οι υποσχέσεις, αποδεικνύοντας ότι η γεωπολιτική της περιοχής δεν κινείται από οράματα, αλλά αποκλειστικά από το χρήμα και τον φόβο της επιβίωσης των καθεστώτων.

Η πρόσφατη ιστορία των σχέσεων μεταξύ Άγκυρας και Ριάντ, οι οποίες πέρασαν από το στάδιο του απόλυτου διπλωματικού παγώματος μετά τη στυγερή δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι το 2018 στην Κωνσταντινούπολη, στην υπογραφή ενός συμφώνου κοινής άμυνας, επιβεβαιώνει αυτή την ηθική γύμνια. Η Τουρκία έκλεισε τον δικαστικό φάκελο της δολοφονίας με αντάλλαγμα τις σαουδαραβικές καταθέσεις που θα διέσωζαν την παραπαίουσα οικονομία της, αποδεικνύοντας ότι στη μεσανατολική διπλωματία τα πάντα έχουν ένα αντίτιμο. Το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει είναι τι θα συμβεί σε αυτό το εύθραυστο οικοδόμημα αν οι εξωτερικές πιέσεις ενταθούν. Εάν ο Ντόναλντ Τραμπ, στο πλαίσιο της δικής του συναλλακτικής εξωτερικής πολιτικής, ασκήσει ασφυκτικές πιέσεις στη Σαουδική Αραβία να προσχωρήσει στις «Συμφωνίες του Αβραάμ» και να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ, η Συμφωνία της Μέκκας θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις ίδιες της τις αντιφάσεις. Η Τουρκία θα υποχρεωθεί να επιδώσει μια σκληρή ρητορική καταδίκη για εσωτερική κατανάλωση, καταγγέλλοντας την «προδοσία» της Παλαιστίνης, αλλά στο παρασκήνιο θα συνεχίσει να εισπράττει τα σαουδαραβικά δολάρια για να χρηματοδοτεί την αμυντική της βιομηχανία και το εγχώριο μαχητικό της πρόγραμμα.

Η πρόβλεψη ότι το καθεστώς των Σαούντ κινδυνεύει να καταρρεύσει υπό το βάρος των δικών του επιλογών δεν είναι μια θεωρητική εικασία, αλλά μια ρεαλιστική ανάγνωση της ιστορικής νομοτέλειας. Όταν ένας ηγέτης καταστρέφει τους εγχώριους θεσμούς ισορροπίας, ταπεινώνει και αποκλείει ολόκληρη τη βασιλική του οικογένεια, εξοργίζει τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς πυλώνες της κοινωνίας του και επιλέγει να εξαρτάται από την προστασία ξένων, καιροσκοπικών συμμάχων, δημιουργεί τις τέλειες συνθήκες για μια εσωτερική έκρηξη. Στο τέλος της ημέρας, αυτή η διαρκής αστάθεια και η έλλειψη σοβαρότητας είναι ο βαθύτερος λόγος που η Μέση Ανατολή παραμένει μια μόνιμη πυτιδαποθήκη, όπου κανείς δεν εμπιστεύεται πραγματικά κανέναν και οι συμμαχίες αλλάζουν πιο γρήγορα από τον καιρό.

Μια νέα «διπλωματική Εγίρα», μια ριζική φυγή από αυτό το τοξικό μοντέλο εξουσίας, είναι η μόνη διέξοδος για τη σταθερότητα της περιοχής. Αυτή η μετατόπιση όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από μυστικές συμφωνίες σε ιερούς τόπους, ούτε μέσα από την αγορά πυρηνικών ομπρελών. Απαιτεί τη μετατροπή των προσωπικών συμμαχιών σε θεσμικές σχέσεις μεταξύ κρατών, τη δημιουργία μιας τοπικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας που θα περιλαμβάνει όλους τους παίκτες της περιοχής χωρίς ξένους διαιτητές, και κυρίως, την οικοδόμηση κοσμικών κρατών. Όσο η εκκοσμίκευση παραμένει μια ξένη λέξη για τις πρωτεύουσες του Κόλπου και της Δυτικής Ασίας, η Συμφωνία της Μέκκας θα παραμένει ένα ιστορικό παράδοξο: ένα σύμφωνο που υπογράφηκε για να αποτρέψει τον πόλεμο, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να αναδεικνύει το μέγεθος της εσωτερικής γύμνιας και της πολιτικής υποκρισίας των δημιουργών του.