Η Πολιτική Σκηνή ως Θέατρο Σκιών

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Η πολιτική σκηνή της χώρας μοιάζει με θέατρο σκιών, όπου το καθεστώς Μαξίμου αγνοεί μεθοδικά το δημόσιο συμφέρον, ενώ η αντιπολίτευση παρακολουθεί βολεμένη στις πρώτες θέσεις των θεωρείων, βυθισμένη σε χρόνια, βαριά αφασία. Το πραγματικό σκάνδαλο της σημερινής Ελλάδας κρύβεται στη συστηματική αποδόμηση του κοινωνικού κράτους από το Μέγαρο Μαξίμου, αλλά πολύ περισσότερο στην ένοχη σιωπή μιας αντιπολίτευσης που έχει μετατραπεί σε τροχονόμο της κυβερνητικής αυθαιρεσίας.

Το καθεστώς Μαξίμου διοικεί τη χώρα με σαφή προτεραιότητα την εξυπηρέτηση των επιλεγμένων ολιγαρχών που το στηρίζουν με κάθε τρόπο, σε μια λογική επιθετικής εξαγοράς όπου η εξουσία μοιράζεται σαν μερίδιο εταιρείας.

Από την Υγεία και την Παιδεία μέχρι την ενέργεια και τις υποδομές, η χώρα λειτουργεί ως ένα απέραντο real estate project κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των λίγων- εκλεκτών. Οι τιμές στα ράφια καλπάζουν, οι λογαριασμοί ρεύματος φουσκώνουν ασύστολα, και το καθεστώς σχολιάζει τα πάντα από απόσταση ασφαλείας, βαφτίζοντας την αισχροκέρδεια «εισαγόμενη κρίση».

Οι ανεξάρτητες αρχές έχουν καταλυθεί βίαια, η Δικαιοσύνη «πειθαρχεί» κλείνοντας τα μάτια μπροστά στα μεγάλα σκάνδαλα, και το κράτος δικαίου λυγίζει κάθε φορά που ανάβει ο επικοινωνιακός προβολές των κυβερνητικών non-papers.

Οι βασικές υποδομές της χώρας έχουν ήδη ξεπουληθεί η μία μετά την άλλη, και τώρα έρχεται η σειρά του πιο πολύτιμου δημόσιου αγαθού, του νερού, να μπει κι αυτό στο παζάρι των ιδιωτικών συμφερόντων. Το ΕΣΥ καταρρέει με μεθοδικότητα, ανοίγοντας πλατιά την πόρτα στα ιδιωτικά συμφέροντα, ενώ η δημόσια παιδεία υπονομεύεται για χάρη των κολλεγίων. Το Μαξίμου έχει πάψει προ πολλού να προσπαθεί να πείσει. Αρκείται στην επιβολή μέσα από τη λογική του σοκ και του δέους, με πλήρη επίγνωση πως απέναντί του υπάρχει το κενό.

Γιατί απέναντι σε αυτή την επιθετική κυβερνητική ατζέντα, η ηγεσία της αντιπολίτευσης, σχεδόν σε όλο το φάσμα της, προσφέρει μια θλιβερή παράσταση εσωστρέφειας, ναρκισσισμού και πολιτικής δειλίας.

Αντί για δομικό έλεγχο και διατύπωση εναλλακτικής πρότασης εξουσίας, βλέπουμε ηγέτες να συμπεριφέρονται σαν influencers, να μετρούν like και εντυπώσεις…

Μάλιστα, κάποια στελέχη της αντιπολίτευσης, πέρα από την πολιτική τους ατολμία, «σιτίζονται» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και ενδεχομένως σκόπιμα από το ίδιο το «καθεστώς Μαξίμου», απεμπολώντας κάθε δικαίωμα ουσιαστικής αντιπαράθεσης μαζί του. Τα κόμματα της αξιωματικής και ελάσσονος αντιπολίτευσης αναλώνονται σε άνευρα και συχνά σε προδιαγεγραμμένα συνέδρια, αυτιστικές διασπάσεις και ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, την ώρα που η κοινωνία στενάζει υπό το βάρος της καθημερινότητας. Η κριτική τους εξαντλείται σε ξύλινα δελτία τύπου και τηλεοπτικές φανφάρες…

Κι εδώ κρύβεται η πιο βαθιά αλήθεια αυτής της παρακμής. Η μάχη της αντιπολίτευσης έχει συρρικνωθεί στη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης, στο ποιος θα καταφέρει να ξεπεράσει τον διπλανό του στις δημοσκοπήσεις, και ποτέ στην ανατροπή μέσα από ένα πλαίσιο, έστω, αναγκαστικής συνεργασίας. Αντί να κατασκευάζουν γέφυρες μεταξύ τους, χτίζουν τείχη. Αντί να συνθέτουν μια πλειοψηφική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, αναλώνονται στον μεταξύ τους ανταγωνισμό, λες και η νίκη επί του πολιτικού τους γείτονα να αξίζει περισσότερο από την δημοκρατική ανατροπή του καθεστώτος. Αυτή η τακτική αν και δεν θωρακίζει, κρατά ζωντανό ένα καθεστώς που ούτε οι ίδιοι οι δεξιοί δεν αντέχουν πια. Ένα καθεστώς που επιβιώνει χάρη στην απραξία των αντιπάλων του κι όχι στη δική του αντοχή.

Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης δείχνουν να τρέμουν την προοπτική της εξουσίας αρκούμενοι στη θαλπωρή των βουλευτικών εδράνων. Αντί να ξεπεράσουν τη μιζέρια τους και να βγουν μπροστά ακουμπώντας στο πλειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα, θυμίζουν τους «άβουλους και μοιραίους» του Βάρναλη, που περιμένουν «κάποιο θάμα» να ρίξει το καθεστώς…

Αλλά, αυτή η κραυγαλέα πολιτική δυσαρμονία εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους όχι μόνο για τη δημοκρατία αλλά και για την ίδια τη σταθερότητα. Η κοινωνία συνειδητοποιεί καθημερινά, ότι το καθεστώς την αδικεί και η αντιπολίτευση την αγνοεί. Και σε τέτοιες περιπτώσεις, πέραν και μακράν όλων των άλλων, ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για το λαϊκισμό, την αποχή και την άκρα δεξιά. Το καθεστώς Μαξίμου προφανώς και δεν είναι ανίκητο. Απλώς αντέχει, παρά τη γενικότερη απέχθεια που το συνοδεύει. Παίζει σε ένα γήπεδο σχεδόν άδειο, με μοναδικό θεατή μια αντιπολίτευση που αντί να διεκδικεί τη νίκη, μοιράζεται συνένοχη την εκποίηση των υποδομών και εν τέλει, την περαιτέρω οπισθοδρόμηση της χώρας.

Σε αυτό το θέατρο σκιών, οι ρόλοι έχουν μοιραστεί εκ των προτέρων. Το καθεστώς κινεί τα νήματα, οι μαριονέτες της αντιπολίτευσης σιωπούν κι ο λαός πληρώνει το εισιτήριο. Και όσο η δεύτερη θέση θα είναι ο μόνος στόχος, το σκηνικό θα παραμένει το ίδιο. Η αλλαγή έργου απαιτεί κάτι που κανένας από τους εμφανιζόμενους ως διεκδικητές της εξουσίας δεν τολμά: υπέρβαση, επιβεβλημένη από την ίδια την Ιστορία.