
Του Απόστολου Αποστόλου
Οι πολιτικοί κυβερνούν έναν λαό αξιοποιώντας τα αντανακλαστικά που οι ίδιοι του καλλιέργησαν.
Ζούμε άραγε το τέλος μιας εποχής ή μήπως έχουμε εγκλωβιστεί σε μια εποχή δίχως τέλος; Το ερώτημα σαφώς και δεν είναι φιλολογικό. Είναι βαθιά πολιτικό και αφορά πλέον την ίδια τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να παράγει νόημα, να αναγνωρίζει τον εαυτό της και, κυρίως, να διεκδικεί ένα διαφορετικό μέλλον.
Ζούμε το τέλος μιας εποχής που έχει καταστεί μια ένοχη παρωδία του εαυτού της. Είναι άραγε το αποτέλεσμα του κοινωνικού και πολιτικού νοήματος που χρόνια αιμορραγεί. Οι θεσμοί, νεκρωμένοι και αυτοαναφορικοί, μοιάζουν να έχουν ακυρώσει την ίδια την υπόθεση του ανθρώπου ως πολίτη. Και η δημοκρατία, απογυμνωμένη από το περιεχόμενό της, κινδυνεύει να καταστεί ένα άφωνο σημαίνον. Δηλαδή γίνεται μια λέξη που όλοι επικαλούνται και ελάχιστοι πλέον υπερασπίζονται στην ουσία της.
Οι πολιτικοί κυβερνούν έναν λαό αξιοποιώντας τα αντανακλαστικά που οι ίδιοι του καλλιέργησαν. Ο φόβος, η ανασφάλεια, η αγανάκτηση, η ανάγκη για έναν εχθρό και η προσδοκία μιας εύκολης λύσης μετατρέπονται σε εργαλεία πολιτικής διαχείρισης. Κι ενώ ο πολίτης θεωρεί ότι επιλέγει, συχνά καλείται απλώς να επιβεβαιώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει ήδη τοποθετηθεί.
Το πρόβλημα βέβαια είναι βαθύτερο, γενιές ολόκληρες Ελλήνων διαπαιδαγωγήθηκαν μέσα σε ένα σύστημα όπου η ενημέρωση, η δημόσια συζήτηση και η παραγωγή πολιτικού λόγου επηρεάστηκαν από μηχανισμούς εξουσίας και διαπλοκής. Έτσι δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος, όπου η διαπλοκή διαμορφώνει την πολιτική ατζέντα, η πολιτική αναπαράγει τη διαπλοκή και η κοινωνία μαθαίνει να θεωρεί αυτή την κατάσταση περίπου φυσιολογική.
Έτσι λοιπόν μπροστά μας στέκονται σήμερα τα πολιτικά κόμματα σαν αραχνιασμένα σκέλεθρα ενός παλαιότερου κόσμου. Άλλα αναζητούν το χαμένο αντικείμενο της αντίστασης, που κάποτε τους έδινε λόγο ύπαρξης ενώ άλλα δοκιμάζουν νέες συμμαχίες και αριθμητικές εξισώσεις, αναζητώντας τον δρόμο προς την εξουσία. Και σχεδόν όλα μιλούν για το «νέο», ενώ δυσκολεύονται να αποδεσμευτούν από τις παλιές νοοτροπίες.
Ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα της υπόσχεσης του «νέου» που τελικά βρέθηκε αντιμέτωπος με τα όρια του παλιού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την άλλη, επιχείρησε να ταυτίσει τη δική του διακυβέρνηση με τον εκσυγχρονισμό, ενώ για πολλούς πολίτες ο εκσυγχρονισμός αυτός δεν υπήρξε παρά μια νέα ονομασία για τη διαχείριση της ίδιας μιζέριας.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, η πολιτική μοιάζει να αδυνατεί να παράξει πολιτική. Απλούστατα καταγράφουμε την αδυνατότητα της πολιτικής, την αδράνεια των πολιτών και τους άκαρπους ναρκισσισμούς των κατ’ επίφαση διανοουμένων και σταματάμε εκεί. Οι συζητήσεις αρχίζουν και τελειώνουν σε μια ατέρμονη αλλά και θνητή φλυαρία ανάμεσα στο φορμαλιστικό κατεστημένο και την πατροπαράδοτη ηθογραφία. Πολύς λόγος, ελάχιστη σκέψη, πολλές καταγγελίες, ελάχιστη πράξη.
Ο Έρμαν Έσε, στο «Παιχνίδι των γυάλινων μαργαριταριών», περιγράφει έναν κόσμο όπου μια κλειστή πνευματική ελίτ απομακρύνεται από την πραγματικότητα και καταλήγει να αναπαράγει τον ίδιο της τον κόσμο. Η εικόνα αυτή που περιέγραφε ο Έσε αποκτά σήμερα μια ανησυχητική επικαιρότητα και αυτό γιατί όντως μια μικρή πολιτική και πνευματική ελίτ δεν προσφέρει λύσεις, αλλά συχνά προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι οι λύσεις υπάρχουν κάπου μέσα στο ίδιο σύστημα που δημιούργησε το πρόβλημα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πότε θα τελειώσει αυτή η μεταμοντέρνα ελαφρότητα. Είναι αν μπορεί να τελειώσει. Αν μπορεί ένας λαός να αποτινάξει την υποτέλεια στην οποία τον βυθίζει η συνήθεια της ευτέλειας. Αν οι πολίτες μπορούν πλέον, να αποδείξουν ότι δεν έχουν συμβιβαστεί με την ασημαντότητα ενός άθλιου παρόντος.
Ίσως εκεί βρίσκεται η τελευταία ελπίδα της δημοκρατίας και σαφώς όχι στους επαγγελματίες της πολιτικής, ούτε στους αυτάρεσκους διανοουμένους, αλλά στην αφύπνιση του πολίτη.
Το αν θα τα καταφέρει, δεν είναι ακόμη γνωστό. Είναι όμως το μοναδικό ερώτημα που αξίζει πραγματικά να απαντηθεί αλλά δυστυχώς δεν βρίσκει απάντηση.
Αλλιώς θα μιλάμε για το θάνατος της πολιτικής, της Δημοκρατίας, με ύφος και τόνο επικήδειου. Και στη μεγάλη έρημο της πολικής και κοινωνικής μας ζωής, θα χαζεύουμε τους νέους «περφόρμερς» της πολιτικής σκηνής να εξαγγέλλουν τα χαμένα στοιχήματα τους. Και βέβαια όλα, όνειρα, ελπίδες, επιθυμίες, αλλαγές, θα γίνονται μια απίστευτη προμελετημένη αυθάδεια χωρίς κέντρο σαν σβησμένοι πίνακες που ψάχνουν τη λάμψη τους.
Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.

