
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου δεν αποτελεί απλώς μια πτυχή της σύγχρονης ελληνικής πνευματικής ιστορίας, αλλά το κατεξοχήν πεδίο όπου δοκιμάστηκε, μεταλλάχθηκε και τελικά αυτοδιαψεύστηκε η ίδια η έννοια του δημόσιου διανοούμενου στη Μεταπολίτευση. Για να κατανοήσει κανείς τη διαδρομή του, από τις ριζοσπαστικές αναζητήσεις του μαρξισμού στο Παρίσι του Μάη του ’68 μέχρι τον ρόλο του ιδεολογικού στυλοβάτη του εγχώριου εκσυγχρονισμού κατά την περίοδο των μνημονίων, πρέπει να ξεφύγει από την απλοϊκή ανάγνωση μιας «πνευματικής ωρίμανσης». Αυτό που συχνά περιγράφεται ως εξέλιξη, στην πραγματικότητα συνιστά μια θεμελιώδη μετατόπιση της ίδιας της λειτουργίας του στοχασμού.
Η πορεία αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη αλήθεια: ο σύγχρονος δημόσιος διανοούμενος, στην προσπάθειά του να καθοδηγήσει την ιστορία και να ψυχαναλύσει το έθνος, καταλήγει συχνά να λειτουργεί ως αποστάτης της ίδιας της διανόησης.
Η αφετηρία του Ράμφου βρίσκεται στη μήτρα της αμφισβήτησης, εκεί όπου ο μαρξισμός δεν ήταν μια στεγνή κομματική γραμμή, αλλά ένα εργαλείο αποδόμησης της καθεστηκυίας τάξης. Σε εκείνη τη φάση, η διανόηση οριζόταν από την απόσταση που κρατούσε από την εξουσία και από την προσπάθειά της να αποκαλύψει τις δομές της κοινωνικής καταπίεσης. Ωστόσο, η ελληνική πραγματικότητα της Μεταπολίτευσης λειτούργησε ως ένας ιδιότυπος μαγνήτης που απορρόφησε αυτούς τους κραδασμούς. Η σταδιακή απομάκρυνση από τον μαρξισμό και η στροφή προς τη βυζαντινή πατερική παράδοση και τη «νεορθοδοξία» κατά τη δεκαετία του 1980 δεν ήταν μια τυχαία θρησκευτική αφύπνιση. Ήταν η αναζήτηση μιας νέας, βαθύτερης ουσίας που θα μπορούσε να ερμηνεύσει την ελληνική ιδιαιτερότητα, μια προσπάθεια να βρεθεί το «κλειδί» της συλλογικής ψυχής. Σε αυτό το στάδιο, ο διανοούμενος άρχισε να εγκαταλείπει τον ρόλο του κριτικού αναλυτή των κοινωνικών σχέσεων και να υιοθετεί τον ρόλο του εθνικού παιδαγωγού, μια μεταβολή που προανήγγειλε την τελική του προσγείωση στο στρατόπεδο του εκσυγχρονισμού.
Όταν η Ελλάδα εισήλθε στη δίνη της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε. Ο Ράμφος μετατράπηκε στον κατεξοχήν θεωρητικό του ορθολογισμού, του δυτικού προσανατολισμού και της ανάγκης για θεσμική πειθαρχία. Η φιλοσοφία του εγκατέλειψε τις αφηρημένες αναζητήσεις και έγινε ένα άμεσο πολιτικό εργαλείο. Στις τηλεοπτικές του παρεμβάσεις και στα βιβλία του εκείνης της περιόδου, η κρίση δεν ερμηνεύτηκε ως αποτέλεσμα οικονομικών ανισορροπιών, πολιτικών εγκλημάτων των ελίτ ή δομικών προβλημάτων της Ευρωζώνης, αλλά ως ένα βαθύ ψυχολογικό και πολιτισμικό έλλειμμα του ίδιου του Έλληνα. Ο «νεοέλληνας» παρουσιάστηκε ως ένας συναισθηματικά έφηβος, ναρκισσιστής, καθηλωμένος σε μια φαντασιωσική σχέση με το κράτος, ανίκανος να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγάλη αποστασία. Η παραδοσιακή αποστολή της διανόησης, όπως την όρισαν στοχαστές από τον Βολταίρο μέχρι τον Τσόμσκι, ήταν να μιλάει με αλήθεια στην εξουσία, να ξεσκεπάζει τους μηχανισμούς της και να στέκεται στο πλευρό των αδυνάμων απέναντι στην αυθαιρεσία της ισχύος. Στην περίπτωση του εκσυγχρονιστικού Ράμφου, η διαδικασία αυτή αντιστράφηκε πλήρως. Η διανόηση άρχισε να μιλάει με την αλήθεια της εξουσίας προς τον λαό. Αντί να ασκήσει κριτική στις βίαιες πολιτικές που διέλυσαν τον κοινωνικό ιστό, επέλεξε να ψυχαναλύσει το θύμα, επιρρίπτοντάς του την πλήρη ηθική ευθύνη για την καταστροφή του. Η φιλοσοφία έπαψε να είναι εργαλείο χειραφέτησης και έγινε εργαλείο ενοχοποίησης και συμμόρφωσης. Ο διανοούμενος έγινε ο πνευματικός χωροφύλακας που καλούσε την κοινωνία να «ωριμάσει» βίαια, αποδεχόμενη τις επιταγές των δανειστών και των αγορών ως τη μόνη λογική και αναγκαία πραγματικότητα.
Αυτή η μετατροπή του στοχαστή σε απολογητή του συστήματος συνιστά μια προδοσία της ίδιας της διανοητικής ουσίας. Όταν ο λόγος σου συμπίπτει απόλυτα με τα συμφέροντα των κυρίαρχων πολιτικών και οικονομικών ελίτ, όταν οι αναλύσεις σου γίνονται τα ιδεολογικά πυρομαχικά στις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών της κυβερνώσας παράταξης, τότε έχεις απωλέσει την κρίσιμη απόσταση που σε καθιστά ανεξάρτητο παρατηρητή. Η «αντικειμενικότητα» και το «ηθικό βάρος» του φιλοσόφου επιστρατεύτηκαν για να νομιμοποιήσουν μια συγκεκριμένη ταξική και πολιτική ατζέντα, κάνοντάς την να φαίνεται ως επιστημονική και ιστορική νομοτέλεια. Το κοινό που τον παρακολουθούσε στις γεμάτες αίθουσες δεν έβλεπε έναν αιρετικό στοχαστή, αλλά έναν καθησυχαστικό ιερέα του ορθού λόγου που δικαιολογούσε το παρόν και απέκλειε κάθε άλλη εναλλακτική πιθανότητα για το μέλλον.
Ο Ράμφος, επομένως, αποτελεί το σύμβολο μιας διανόησης που αυτομόλησε. Ξεκινώντας από την αναζήτηση της ανατροπής, πέρασε στην αναζήτηση της ταυτότητας και κατέληξε στην περιφρούρηση της καθεστηκυίας τάξης. Αυτή η πορεία δείχνει ότι στον 21ο αιώνα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον διανοούμενο δεν είναι η φίμωση ή η δίωξη από το κράτος, αλλά η δική του εσωτερική ανάγκη να γίνει χρήσιμος στην εξουσία, να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή και να αναγνωριστεί από το σύστημα που κάποτε όφειλε να ελέγχει. Όταν ο στοχαστής εγκαταλείπει την αμφισβήτηση για να γίνει ο αρχιτέκτονας της κοινωνικής συναίνεσης, παύει να υπηρετεί το πνεύμα. Γίνεται ένας αποστάτης που χρησιμοποιεί τα όπλα της διάνοιας για να αφοπλίσει τη σκέψη των άλλων, μετατρέποντας τη φιλοσοφία από πηγή ελευθερίας σε μηχανισμό υποταγής.

