Η πολιτική ως απουσία

Του Δημήτρη Τζιώτη

Στην πραγματικότητα, αυτό που οικοδομείται δεν θυμίζει μεσογειακή πόλη με ιστορική συνέχεια. Θυμίζει οποιαδήποτε ανώνυμη επενδυτική ζώνη του πλανήτη. Μια έρημο προς εκμετάλλευση.

Οι Ινδιάνοι αντάλλαξαν τον επίγειο παράδεισο με καθρεφτάκια. Οι Αθηναίοι αντάλλαξαν τον οικουμενικό συμβολισμό της Ακρόπολης στον ορίζοντα της πόλης τους με έναν ουρανοξύστη από καθρέφτες.

Μία φωτογραφία της Αθήνας από την Πάρνηθα που κατακλύζει τα κοινωνικά δίκτυα μοιάζει να αφυπνίζει τους Έλληνες για το ανεπανόρθωτο κόστος της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης. Δείχνοντας μόνο τον πρώτο από τους ουρανοξύστες. Έχει ήδη αρχίσει να χτίζεται και ο πύργος του καζίνο. Οι πολιτικοί και τα κόμματα, όμως, συνεχίζουν να απουσιάζουν. Δεν υπάρχουν.

Η Βαβέλ της ύστερης Μεταπολίτευσης

Η υπέρτατη ύβρις. Ο Πύργος της Βαβέλ της ύστερης Μεταπολίτευσης. Το τέρας του Ελληνικού σηκώνεται πάνω από την πόλη και μοιάζει να καταπίνει τον Παρθενώνα. Η καταστροφή δεν είναι πια αθόρυβη. Ξεπετάχτηκε από τα σχέδια και τα μπετά που έπεφταν στα θεμέλια. Υψώνεται από τσιμέντο, γυαλί και χάλυβα πάνω από την ιστορική μνήμη της πόλης. Το έκτρωμα φωνάζει από μακριά. Ένα ανατριχιαστικό θέαμα. Μόνο τα κόμματα εξακολουθούν να σιωπούν.

Στην ύστερη Μεταπολίτευση δεν υπάρχει πολιτική με την ουσία της λέξης. Κανείς δεν συζητά για τις πόλεις που θέλουμε. Για το ποιος δικαιούται να κατοικεί στην Αθήνα ή στα νησιά. Για το αν η γη, η θάλασσα, η κατοικία και ο δημόσιος χώρος αποτελούν κοινωνικά αγαθά ή ασημικά για ξεπούλημα. Τα κόμματα μοιάζουν να έχουν αποσυρθεί από την ίδια την έννοια της πολιτικής ως διαλόγου. Διαχειρίζονται μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα εξυπηρετηθεί αποτελεσματικότερα το κεφάλαιο. Η πολιτική δεν σχεδιάζει πλέον κοινωνίες. Εξυπηρετεί επενδυτικά σχέδια.

Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα της ύστερης Μεταπολίτευσης. Όχι απλώς η διαφθορά ή η ανισότητα. Αλλά η εξαφάνιση κάθε εναλλακτικής αντίληψης για τη χώρα. Η κατάρρευση της ίδιας της πολιτικής ως πεδίου σύγκρουσης αξιών και οραμάτων. Όλα εμφανίζονται ως μονόδρομος. Η αγορά ως φυσικός νόμος. Η κερδοσκοπία ως συνεχής ανάπτυξη. Ένα διακύβευμα που επικυρώθηκε με την ψήφο των πολιτών στις προηγούμενες εθνικές εκλογές. Η εκποίηση ως εξέλιξη. Το νεοπλουτίστικο real estate ως εθνικό σχέδιο.

Η ιδέα της Ριβιέρας

Η ιστορία του Ελληνικού αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη μετάλλαξη. Η ιδέα της Αθηναϊκής Ριβιέρας δεν γεννήθηκε ως σχέδιο ξεπουλήματος. Το 2006, στις εκλογές του Δήμου Βουλιαγμένης, γεννήθηκε ως μία διαφορετική πρόταση για τη σχέση της πόλης με τη θάλασσα. Η λογική ήταν σχεδόν αυτονόητη. Άνοιγμα του παραλιακού μετώπου στους πολίτες. Προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Δημιουργία πολιτιστικών υποδομών και δημόσιων χώρων. Ελεύθερη πρόσβαση στις παραλίες. Προστασία του κοινωνικού ιστού απέναντι στην ανεξέλεγκτη εμπορευματοποίηση. Ακόμη και άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες που ζούσαν στη Βουλιαγμένη αντιλαμβάνονταν τότε τον κίνδυνο.

Ήταν ένα σχέδιο για να ανοίξει η πόλη προς τη θάλασσα, να προστατευτεί ακόμη περισσότερο το περιβάλλον, να δημιουργηθούν υποδομές πολιτισμού, να διασφαλιστεί η ελεύθερη πρόσβαση των δημοτών στις παραλίες και να προστατευτεί ο κοινωνικός ιστός από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη. «Από τους ξένους», έλεγε ο Γρηγόρης Κασσιδόκωστας αντίπαλός μου και Δήμαρχος Βουλιαγμένης ήδη 20 χρόνια τότε. «Αν δεν συνεργαστούμε», θα μας φάνε», με προειδοποιούσε, όταν του εξηγούσα το πρόγραμμα. Είχαμε διαφορετικό τρόπο σκέψης και σχέδια, αλλά κοινό σκοπό. Μια Ριβιέρα για τους Έλληνες. Όχι για ξεπούλημα. Με ομόφωνες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου είχαμε ήδη αρχίσει να γκρεμίζουμε κτίρια, περιττούς όγκους από τσιμέντο που διέκοπταν τη σχέση της πόλης με τη θάλασσα. Καμία σχέση με ότι γίνεται σήμερα. Ακριβώς το αντίθετο. Ένας απλός και σοφός άνθρωπος. Όλα όσα έλεγε επιβεβαιώθηκαν, σαν να τα έβλεπε μπροστά του. Σαν να ήξερε.

Το κενό του 2004

Το πρόβλημα, βέβαια, ξεκίνησε νωρίτερα. Σύμφωνα με τη λογική στρατηγική, το σχέδιο για την κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 θα έπρεπε να βασιστεί στην μητροπολιτική αξιοποίηση της έκτασης του παλιού αεροδρομίου στο Ελληνικό. Αυτό, άλλωστε, εφάρμοσε το επιτυχημένο μοντέλο των Αγώνων της Βαρκελώνης, που θα έπρεπε να έχουμε ως πρότυπο. Ο πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ μας το είχε τονίσει κατ΄επανάληψη, συνεπώς δεν υπήρχε δικαιολογία. Στα Ολυμπιακά έργα, όμως, εκτός από κάποιες περιφερειακές εγκαταστάσεις, δεν υπήρχε σχέδιο για το Ελληνικό. Το Ελληνικό ήταν μία μαύρη τρύπα.

Κάποιοι είχαν άλλες βλέψεις εξ αρχής. Δεν είναι τυχαίο ότι φαγώθηκε η Γιάννα Αγγελοπούλου, ενώ μόλις είχε κερδίσει τη διεκδίκηση των Αγώνων. Ούτε οι άνθρωποι που ανέλαβαν τη διοργάνωσή τους την πρώτη περίοδο. Δεν είχαν καμία σχέση με το Ολυμπιακό Κίνημα. Και ξαφνικά εμφανίσθηκαν τα σχέδια για ένα τεχνητό νησί μπροστά από τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά. Οι εταιρίες συμβούλων που είχαν αναλάβει την εκπόνηση του Master Plan, με τεχνογνωσία από τους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης, έμειναν εμβρόντητες. Το Business Plan των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004, που είχε εκπονηθεί, δεν παραλήφθηκε ποτέ. Εάν δεν ήταν έτοιμος ο Σάμαρανκ να πάρει πίσω τους Αγώνες λόγω των αδικαιολόγητων καθυστερήσεων με στόχο την αύξηση του κόστους, εάν δεν είχε δείξει αυτή την περίφημη κίτρινη κάρτα, η καταστροφή θα είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.

Ο Γιώργος Παπανδρέου, όταν έγινε πρωθυπουργός, προσπάθησε να το σώσει. Φώναξε τον Acebillo, τον πολεοδόμο που έφτιαξε τη Βαρκελώνη, με στόχο να δημιουργήσει το νέο πρότυπο της ελληνικής πόλης. Βιώσιμη, ενεργειακά αυτόνομη, με πολλαπλές δράσεις και λειτουργίες. Το επιχειρησιακό σχέδιο βασιζόταν στη δημιουργία ενός σύγχρονου συνεδριακού κέντρου σε σύνδεση με έναν χώρο για start-up. Χωρίς κανένα καζίνο, προφανώς. Οι παραλίες, μετά τον καθαρισμό τους, θα ήταν ελεύθερες για τους πολίτες. Ένα δίκτυο πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων θα ξεκινούσε από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και θα έφτανε ως το Σούνιο. Ολόκληρο το σύστημα, που σήμερα κάνει ότι δεν βλέπει, έπεσε να τον φάει.

Τελικά, όχι μόνο δεν διασφαλίστηκε η κληρονομιά των Ολυμπιακών του 2004, αλλά γκρεμίσθηκαν και όλα όσα προϋπήρχαν. Σήμερα, στις αθλητικές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά, εκεί όπου για δεκαετίες αθλούνταν γενιές Αθηναίων, απλώνεται το τσιμέντο. Οι Ολυμπιακές εγκαταστάσεις του κανόε καγιάκ, του μπέιζμπολ και του μπάσκετ των Αγώνων του 2004 εγκαταλείφθηκαν και απαξιώθηκαν. Οι αθλητές και οι Ολυμπιονίκες εκδιώχθηκαν από τους χώρους προπόνησής τους. Οι πατριώτες της φακής γκρέμισαν σε μία νύχτα το σχέδιο του Κωνσταντίνου Καραμανλή για το Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Νεότητας Αγίου Κοσμά, όπου εγκαινιάσθηκε παρουσία του, και ξεπούλησαν σε τιμές ευκαιρίας τόσο το μονοπώλιο τυχερών παιγνίων για τη χρηματοδότηση του ελληνικού αθλητισμού όσο και τη ναυαρχίδα του τουρισμού της πρωτεύουσας στη Βουλιαγμένη.

Το μυστρί του Παττακού

Μετά τη χρεοκοπία της χώρας, η «Αθηναϊκή Ριβιέρα» παρουσιάστηκε ξαφνικά ως το μεγάλο αναπτυξιακό όραμα της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Ένα έργο που θα έφερνε επενδύσεις, τουρισμό και διεθνή ακτινοβολία. Τελικά, στην πράξη, εφαρμόζονται με καθυστέρηση τα σχέδια τους Χούντας. Το Μαϊάμι της Ευρώπης ήταν το μεγάλο όραμα του Παττακού. Αυτό υλοποιείται σήμερα.

Το Ελληνικό ήταν η μεγαλύτερη ελεύθερη έκταση της Αθήνας. Μια περιοχή σχεδόν έξι χιλιάδων στρεμμάτων που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τη σχέση της πόλης με το φυσικό περιβάλλον και τη θάλασσα. Τρεις φορές μεγαλύτερο από το Μονακό.

Η ιδέα ενός μεγάλου μητροπολιτικού πάρκου δεν ήταν μια ουτοπική πρόταση. Ήταν μια στοιχειώδης πολεοδομική ανάγκη. Ο Κώστας Λαλιώτης, η Βάσω Παπανδρέου, ο Κώστας Καραμανλής, ο Γιώργος Σουφλιάς επαναλάμβαναν, ο καθένας με το δικό του ύφος, ότι η Αθήνα είχε ανάγκη ένα Μητροπολιτικό Πάρκο. Η Αθήνα είναι από τις πιο πυκνοδομημένες πρωτεύουσες της Ευρώπης και συνάμα μία από τις πιο φτωχές σε πράσινο. Οι διαθέσιμοι δημόσιοι χώροι ανά κάτοικο είναι δραματικά περιορισμένοι, ενώ η περιβαλλοντική ισορροπία του λεκανοπεδίου επιδεινώνεται σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες.

Το Ελληνικό θα μπορούσε να αποτελέσει τη μεγαλύτερη πολεοδομική ανάσα της πόλης. Έναν χώρο όπου η Αθήνα θα συναντούσε ξανά τη φύση και τη θάλασσα. Αντί για αυτό, η περιοχή μετατρέπεται σε μια οχυρωμένη πόλη πολυτελών κατοικιών, ξενοδοχείων, εμπορικών κέντρων και τουριστικών εγκαταστάσεων. Η μεταμόρφωση αυτή δεν είναι απλώς μια διαφορετική επιλογή ανάπτυξης. Είναι η εγκατάλειψη μιας ολόκληρης αντίληψης για την πόλη.

Το όνειρο που γίνεται εφιάλτης

Στην πραγματικότητα, αυτό που οικοδομείται δεν θυμίζει μεσογειακή πόλη με ιστορική συνέχεια. Θυμίζει οποιαδήποτε ανώνυμη επενδυτική ζώνη του πλανήτη. Μια έρημο προς εκμετάλλευση. Πύργοι, καζίνο, ιδιωτικές εγκαταστάσεις, κλειστά συγκροτήματα και πολυτελείς κατοικίες συνθέτουν μία αρχιτεκτονική της επίδειξης. Μία αισθητική χωρίς μνήμη και χωρίς μέτρο.

Κανένα από τα μεγάλα κόμματα δεν συγκρούστηκε πραγματικά με αυτό το μοντέλο. Και αυτό είναι ίσως ότι πιο ντροπιαστικό. Η ύπαρξη ενός τεράστιου πολιτικού κενού, εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει η πιο βαθιά πολιτική αντιπαράθεση. Διότι το ζήτημα δεν αφορά απλώς μία επένδυση. Αφορά το ποιος αποφασίζει για τον χώρο, την κατοικία, την οικονομία και τελικά για την ίδια τη ζωή των κοινωνιών.

Οι πολίτες της Αθήνας και των νησιών δεν μπορούν να μετατραπούν σε ενοικιαστές στις ίδιες τους τις πατρίδες. Και όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει. Ένα παράλληλο αόρατο οικονομικό σύστημα αποκτά σταδιακά τον έλεγχο της γης, της κατοικίας, των στρατηγικών υποδομών και του πλούτου των κοινωνιών. Offshore εταιρείες, αδιαφανή funds και διεθνή δίκτυα κεφαλαίου λειτουργούν έξω από κάθε δημοκρατικό έλεγχο.

Η Ελλάδα γίνεται ιδανικό πεδίο αυτής της μετάλλαξης. Η γη πωλείται χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς. Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες συχνά παραμένουν αόρατοι. Ιστορικά κέντρα, τουριστικές περιοχές, νησιά και παραμεθόριες ζώνες μετατρέπονται σε αντικείμενα παγκόσμιας κερδοσκοπίας. Ο κίνδυνος για τις ιστορικές περιοχές, τα νησιά και την παραμεθόριο είναι εθνικός. Οι νέοι αδυνατούν να αποκτήσουν κατοικία. Οι τοπικές κοινωνίες αποδιαρθρώνονται. Η χώρα μετατρέπεται σταδιακά σε οικονομικό χώρο προσωρινής κατανάλωσης.

Παρ΄ όλα αυτά, το πολιτικό σύστημα μοιάζει να μην έχει εναλλακτική. Έστω, μία ιδέα. Τίποτα. Τα παλιά κόμματα της Μεταπολίτευσης δεν έχουν κάτι να πουν. Σαν να μην βράζει όλη η Ευρώπη από την αντίδραση στον υπερτουρισμό. Η πολιτική προσδιορίζεται ως απουσία. Όχι γιατί η εξουσία δεν θα μπορούσε να έχει τη δύναμη. Αλλά γιατί έχει επιλέξει να μην εκπροσωπεί πλέον την κοινωνία. Να μην υπερασπίζεται τον δημόσιο χώρο. Να μη μπορεί να σχεδιάσει πια το μέλλον.

Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας- Το νέο βιβλίο του με τίτλο « Το Σύνταγμα της νέας Μεταπολίτευσης» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση

ΑΠΟ ΤΟ DNEWS