Τρίτη 22 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η πολιτική ως σύγκρουση των γενεών

Του Νίκου Λακόπουλου

Έχουν περάσει πια μερικά χρόνια αφότου η εξέγερση των Αγανακτισμένων ανέτρεψε το πολιτικό σκηνικό, διέλυσε το ΠΑΣΟΚ- κυρίαρχο για είκοσι χρόνια- κι ανέδειξε δύο νέες δυνάμεις. Τον ΣΥΡΙΖΑ και την Χρυσή Αυγή.

Είναι ηλίου φαεινότερον ότι στην κρίσιμη αυτή στιγμή μια οργάνωση με ναζιστικά χαρακτηριστικά -που ορκίζεται ότι δεν τα έχει ή τα έχει αποβάλλει ως ιδεολογία της «νεότητας»- θα είχε την τύχη άλλων κομμάτων ή ρευμάτων στην Ευρώπη- που διεκδικούν ακόμα και την προεδρία της χώρας τους -την κυβέρνηση.

Η άνοδος της Χ.Α. είναι συνδεδεμένη με την κρίση- η οργάνωση θα έλεγε την «σαπίλα»- της Αριστεράς- που ενσωματώθηκε στο …σύστημα. Η ίδια ως «λαϊκός επαναστατικός σύνδεσμος» είναι μια αντισυστημική, αντικαπιταλιστική, πατριωτική κίνηση, που αντλεί τη δύναμή της από τη νεολαία. Η ιστοσελίδα της -με συνθήματα όπως …»Η Ελλάδα στους Έλληνες» παραπέμπει στον πατριωτισμό, αλλά τον ρατσιστικό πατριωτισμό.

Την ίδια ώρα το ΠΑΣΟΚ βλέπει στα «συνέδρια» του ανθρώπους άνω των πενήντα, πράγμα που προαναγγέλλει και την τύχη του, με ή χωρίς τον ήλιο, με αυτό ή άλλο όνομα. Το μόνο ερώτημα είναι ποιος φορέας θα πάρει ποτέ την θέση του, αφού παρατηρούμε το φαινόμενο να καταρρέει ένα κεντροαριστερό κόμμα,  όταν η πλειοψηφία του πληθυσμού τοποθετεί τον εαυτό του στο χώρο του Κέντρου ή της Κεντροαριστεράς.

Η εύκολη απάντηση είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μια προσεκτική ανάλυση των δεδομένων, δείχνει πως το «αριστερό» μόρφωμα, αν και έχει αποσπάσει ψήφους από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, όσο και της Δεξιάς, δεν έχει σταθεροποιηθεί ως κόμμα κι ανά πάσα στιγμή μπορεί να δει τα ποσοστά του- που στην πράξη δεν ξεπερνούν ένα κρίσιμο 17%- να συρρικνώνονται από ένα νέο φορέα που θα «απελευθερώσει» τους ψηφοφόρους από την «ομηρία» τους στα χέρια ενός κόμματος- με ευάλωτη «ταυτότητα»..

Στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα μεταβατικό σχήμα σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα στην οποία πολλά από τα σημερινά σχήματα δεν θα υπάρχουν. Μέσα σε δέκα χρόνια η σύνθεση του εκλογικού σώματος θα αλλάξει καθώς περίπου ένα εκατομμύριο πολίτες θα έχουν αποχωρήσει από τον μάταιο τούτο κόσμο. Μια νέα μάζα ψηφοφόρων, μικρότερη και με άλλη εκλογική συμπεριφορά που σήμερα είναι από 18 έως …8 χρονών θα έχει αλλάξει ριζικά το πολιτικό σκηνικό.

Περίπου ένα εκατομμύριο μετανάστες τα επόμενα χρόνια θα έχουν ενσωματωθεί στην Ελλάδα με πολιτικά δικαιώματα και ίσως δημαρχιακές ή υπουργικές θέσεις. Μερικά από τα παιδιά που σηκώνουν σήμερα τις σημαίες στις μαθητικές παρελάσεις θα είναι Έλληνες πολιτικοί, σύμβουλοι, συνδικαλιστές. Τα σημερινά κόμματα θα έχουν εξαφανισθεί ή θα έχουν αλλάξει, αλλά οι δυνάμεις που τα υποστηρίζουν με μια άλλη σύνθεση, αλλά και νέα στρώματα, θα υπάρχουν.

Δεν είναι μόνο τα κόμματα που πεθαίνουν. Είναι ολόκληρα στρώματα που εξαφανίζονται και νέα που δημιουργούνται καθώς η κρίση της τελευταίας εξαετίας εξαφάνισε μια ολόκληρη τάξη, δημιούργησε νέους φτωχούς, αλλά και νέους πλούσιους. Από αυτήν την πλευρά δεν μιλάμε για κατάρρευση, αλλά για αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος.

Όσοι αναμένουν στο νέο σκηνικό νέα ισχυρά κόμματα με νέους ρωμαλέους ηγέτες θα απογοητευθούν αν υποψιασθούν ότι μπαίνουμε σε μια εποχή με αδύναμα κόμματα -χωρίς μεγάλους ηγέτες. Η ανατροπή του πολιτικού σκηνικού -που δεν έγινε- οδηγεί τον μισό πληθυσμό στην αποχή και τον σχηματισμό κυβερνήσεων συμμαχικών χωρίς μεγάλη δύναμη- όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που κατά κάποιο τρόπο στις συγκρούσεις με το πολιτικό σύστημα, τα ΜΜΕ και την δικαστική εξουσία, παρέδωσε την εξουσία για να κρατήσει την κυβέρνηση.

Έχουμε μια κυβέρνηση, εξαρτώμενη από έναν υπουργό της- που θα τη ρίξει αν του το πει ο ….Αρχιεπίσκοπος. Ένα κόμμα που θα διαχώριζε το Κράτος από την Εκκλησία, αλλά διώχνει τον υπουργό Παιδείας για να διαβάσει τα σχολικά βιβλία μαζί με την Εκκλησία στα πλαίσια του «διαλόγου». Στην πραγματικότητα η νέα αλλαγή με την κυριαρχία του …Κανένα στις δημοσκοπήσεις -με 45%- δεν είναι το τέλος των αυταπατών του πρωθυπουργού -που θα συμμαχήσει με  όλους, τις ΗΠΑ, την Ευρώπη, την Εκκλησία ή ένα κόμμα της Λαϊκής Δεξιάς- για να κυβερνήσει. Είναι το τέλος της μεσσιανικής πολιτικής -που μπορεί να σώσει τη χώρα ή να αλλάξει τα πράγματα.

Η διαπίστωση πως τα κόμματα δεν μπορούν να αλλάξουν- αλλά μόνο να …καταστρέψουν τη χώρα- οδηγεί τους πολίτες στο περιθώριο, όπου η κυβέρνηση στηρίζεται στην απάθεια. Η πραγματική σύγκρουση δεν είναι πια ανάμεσα σε  κόμματα, αλλά σε γενιές, όπως ίσως ήταν πάντα. Αλλά μετά την απογοήτευση που προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, ως συνειδητός -έως και επαγγελματίας- εκφραστής της «Γενιάς των Απέξω», θα χρειαστούν πολλά χρόνια ώσπου νάρθει μια νέα γενιά να θέσει εκ νέου τα πράγματα, να δημιουργήσει τα δικά της κινήματα, ή τα δικά της κόμματα.

Αν σκεφτούμε πως ο Ανδρέας Παπανδρέου χρειάστηκε 7 χρόνια ώσπου να πάρει την εξουσία κι ο Αλέξης Τσίπρας άλλα τόσα, προφανώς οι νέες ελπίδες, τα νέα σχήματα, οι νέες «προτάσεις» θα έχουν την ίδια πορεία με την ελληνική οικονομία που άλλοι βλέπουν να ανακάμπτει το 2030 κι άλλοι αργότερα ή νωρίτερα. Πόσα χρόνια θα χρειαστεί ένα νέο κόμμα να υπάρξει – αν θέλει πράγματι να είναι κόμμα κι όχι πολιτικό κάμπιγκ σαν το Ποτάμι;

Οι νέοι «εκφραστές’ δεν βρίσκονται στα συνέδρια των κομμάτων, αλλά στα …νηπιαγωγεία. Η νέα πολιτική γλώσσα, τα νέα συνθήματα, δεν έχουν διατυπωθεί ακόμα. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο ριζοσπαστισμός στην Ελλάδα, γεννιέται αργά και σβήνει πολύ γρήγορα. Κι η αντιπαράθεση  δεν είναι μεταξύ Δεξιάς -που μπορεί να εμφανίζει και ριζοσπαστικό «εκσυγχρονισμό»- και μιας μάλλον συντηρητικής Αριστεράς που πάντα κυνηγάει την δικαίωση των οραμάτων μιας παλιότερης γενιάς. Στο μεταξύ τα συνθήματα έχουν «ξεθυμάνει».

Όλα τα κόμματα στην Ελλάδα- με ένα τρόπο μελοδραματικό συνήθως- αντί για το μέλλον ορίζονται από το παρελθόν το οποίο υπόσχονται να διορθώσουν ή να δικαιώσουν. Κι όλα τα «ριζοσπαστικά» κόμματα όταν παίρνουν την κυβέρνηση -υπό την αγία σκέπη της Εκκλησίας πάντα- ξεχνάνε τι είχανε πει και για ποιο λόγο ήρθαν στην εξουσία- που τελικά δεν μπορούν να αγγίξουν.

Ίσως γιατί τίποτα από όσα λέμε σ΄αυτή τη χώρα δεν το εννοούμε. Και δεν είχαμε ποτέ κόμματα «αστικά», «αριστερά», ριζοσπαστικά, αλλά ψευτοεπαναστατικά που επαγγέλλονταν ή καπηλεύονταν μια Επανάσταση -που ποτέ δεν είχαν κάνει. Για αυτή την χρονοκαθυστέρηση φταίει συνήθως κάποιος άλλος, όπως οι Ξένοι, η Χούντα, η Παναγία, το Σύστημα. Μπορεί να φταίει που η …προλεταριακή Αριστερά γεννήθηκε πριν το προλεταριάτο και ήταν …αστική ή μικροαστική στην ψυχολογία της. Μπορεί να φταίει- λένε άλλοι- πως δεν είχαμε ούτε γνήσια αστική, ούτε γνήσια εργατική τάξη.

Η διαπίστωση πως τα κόμματα δεν μπορούν να αλλάξουν- αλλά μόνο να …καταστρέψουν τη χώρα- οδηγεί τους πολίτες στο περιθώριο, όπου η κυβέρνηση στηρίζεται στην απάθεια. Η πραγματική σύγκρουση δεν είναι πια ανάμεσα σε  κόμματα, αλλά σε γενιές, όπως ίσως ήταν πάντα.

Μπορεί να φταίει πως σ΄αυτή τη χώρα δεν είχαμε γνήσια και ενιαία γλώσσα. Μια νόθα συνείδηση, ψέμματα ως συνθήματα- ψευτοαστούς, ψευτοκομμουνιστές, ψευτοαναρχικούς. Τίποτα από όσα λέμε σ΄αυτή τη χώρα δεν το εννοούμε. Κομπλεξικοί, ψευτομάγκες και ψευτοεπαναστάτες -που ό,τι είναι original- σπεύδουμε να το αποβάλλουμε. Για να τους λατρέψουμε τους ποιητές ή να τους επινοήσουμε, αφού πρώτα έχουν πεθάνει.

Αυτή η σύγχυση- που παίρνει και την μορφή παράκρουσης- ίσως εξηγεί γιατί αυτή η χώρα είναι προσηλωμένη στο παρελθόν- το οποίο ζει μέσα από φαντασιώσεις. Και γιατί ο συντηρητισμός κερδίζει πάντα. Γιατί αν δεν ξέρεις τι θέλεις, κανείς δεν μπορεί να στο δώσει, μωρό μου, όπως λέει ένας …τζαζίστας. Αν ποτέ βγούμε από αυτή την αυτοτροφοδοτούμενη εθνική κρίση -που πηγάζει από την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας- θα είναι γιατί μια νέα -ίσως αγέννητη ακόμα -γενιά θα αρχίζει να ψάχνει στην ψωροπερήφανη ιστορία μας, την αλήθεια. Και θα ασχοληθεί  με τις ήττες και τους εμφυλίους μας, πιο πολύ από τις παράτες και τις επετείους. Την καθημερινότητα  από τον ηρωισμό και τη πραγματική ζωή από το «μεγαλείο».

Ίσως τότε στο «εθνικό συμφέρον» -για το οποίο όλοι κόπτονται- γίνει ένα δημιουργικό πρόγραμμα για μας και την χαμοζωή μας από μια μακρινή κι άπιαστη- τελικά ξένη- «πατρίδα». Δηλαδή, τα κόμματα πέρα από τα «ιδανικά» και τις μπαρούφες, ασχοληθούν και με τη γειτονιά μας -την πραγματική πατρίδα μας. Γιατί η δημοκρατία δεν είναι μια αόριστη «ιδέα» για κούφιους πολιτικούς λόγους, αλλά ένας τρόπος να ζούμε καλύτερα μέσα στις ανάγκες μας με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά μας.

 

*Φωτό από έργα του Βλάση Κανιάρη