Η Τουρκία και η Ευρώπη

Του Διογένη Λόππα

Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει την τουρκική μελαγχολία: Η Ευρώπη αποφασίζει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει

Σχεδόν ένα μήνα μετά τη μεγαλοπρεπή μπλόφα του κ. Erdogan με τον κωμικό πλου του πειρατικού ερευνητικού, η, αλλόκοτη είναι αλήθεια, κατάσταση αρχίζει κάπως να ξεκαθαρίζει. Μικροί και μεγάλοι παίκτες αρχίζουν αφενός να κατανοούν ότι ο Θείος Σαμ και το αμερικανικό ιππικό δεν πρόκειται στο μέλλον να σώσουν καταστάσεις στην Ευρώπη και αφετέρου να βιώνουν με ωμό τρόπο τα κενά ασφαλείας που έχουν αποκαλυφθεί από τις υπαρκτές απειλές εξ ανατολών. Αν κάτι αποκάλυψε στους έκπληκτους Δυτικοευρωπαίους η πρωτόγονη διπλωματία του τουρκικού καθεστώτος ήταν καταρχήν η de facto και μη διαπραγματεύσιμη πρόθεσή του, τόσο για άμεση στρατιωτικοποίηση ενδεχόμενων (υπαρκτών ή ανύπαρκτων) διαφορών, όσο και η ολοκληρωτική απείθειά του απέναντι σε υπάρχουσες συμμαχίες, οργανισμούς, ηγέτες και διεθνείς κανονισμούς.

Ο παρανοϊκός πρόεδρος της Τουρκίας βρήκε μέσα στον παραλογισμό του δύο ανέλπιστους συμμάχους, που ο καθένας για δικούς του λόγους έτρεξαν να τον σώσουν από το απονενοημένο διάβημα μιας εμπλοκής στρατιωτικών δυνάμεων που τυχόν παράτασή της πέραν της ημέρας θα οδηγούσε μαθηματικά στην κατάρρευση του καθεστώτος, χωρίς μάλιστα να υπάρχει φιλοδυτική εναλλακτική λύση που να προβάλλει ως αξιόπιστη διάδοχη κατάσταση. Θα μπορούσε δηλαδή εν μία νυκτί η Τουρκία, είτε να βυθιστεί σε έναν ατέρμονα εμφύλιο πόλεμο με άμεση συνέπεια το μεγαλύτερο προσφυγικό κύμα που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα -απευθείας σχεδόν στην καρδιά της Ευρώπης-, είτε να μετατραπεί σε ένα νέο Ιράν και μάλιστα με αυξημένες δυνατότητες.

Έτσι λοιπόν κινήθηκαν άμεσα από τη μία πλευρά οι Γερμανοί που ακόμα ελπίζουν ότι μπορούν να τιθασεύσουν τις τουρκικές ορμές και να σώσουν εμπορικά και στρατηγικά εθνικά τους συμφέροντα και από την άλλη το ΝΑΤΟ, ο επικεφαλής του οποίου διείδε σωστά ότι τυχόν εμπλοκή δύο εκ των ισχυρότερων μελών της συμμαχίας θα οδηγούσε σε διάλυσή της με συνοπτικές διαδικασίες, καθώς τα κράτη μέλη θα επέλεγαν διαδοχικά στρατόπεδο.

Καθώς λοιπόν η αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στην ευθεία αμφισβήτηση εθνικής κυριαρχίας ήταν από αναιμική έως φοβική, ανάλογα με την οπτική γωνία του παρατηρητή, ο κ. Erdogan μπόρεσε ήδη να αποκομίσει τα πρώτα οφέλη της μπλόφας του, αφού τόσο η Γερμανία, όσο και το ΝΑΤΟ δε θεωρούν a priori παράλογες ούτε τις τουρκικές διεκδικήσεις, ούτε την εισβολή του τουρκικού πολεμικού ναυτικού σε ελληνικά/ευρωπαϊκά ύδατα. Έτσι η περιοχή πέριξ του Καστελόριζου αλλά βέβαια και οτιδήποτε έχει την ατυχία να βρίσκεται ανατολικά του 25ου μεσημβρινού, θεωρείται και επισήμως ζώνη γκρι. Αυτό σημαίνει ότι ήδη οι γνωρίζοντες αντιλαμβάνονται ότι μετά το πέρας της διαδικασίας του διαλόγου, η συμφωνία θα προβλέπει την επέκταση του γνωστού από την ήττα των Ιμίων μοτίβου »no ships, no troops, no flags» σε όλη την διαφιλονικούμενη περιοχή.

Η Γερμανική διπλωματία έζησε ένα εφιαλτικό καλοκαίρι που όμοιό του δε χρειάστηκε να αντιμετωπίσει από την εποχή της δίκης της Νυρεμβέργης: Η αποχώρηση των Αμερικανών και των Βρετανών δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ασφαλείας που απειλεί να γκρεμίσει όλο το οικοδόμημα του Γερμανικού οικονομικού θαύματος. Η στρατηγική γύμνια των Γερμανών αποκαλύφθηκε χωρίς φύλο συκής μπροστά στην κρίση της Λευκορωσίας: Οι Γερμανοί είχαν και το συμφέρον και την αδημονία να εκμεταλλευθούν άπληστα ακόμα μια διαφαινόμενη κατάρρευση μετα-σοβιετικού καθεστώτος (αν δεν το μεθόδευσαν κιόλας όπως λένε οι κακές γλώσσες), με ότι αυτό συνεπάγεται σε οικονομική ή πολιτική διείσδυση στο άμεσο μέλλον, πλην όμως η ακαριαία ρωσική αντίδραση τους προσγείωσε στη μελαγχολική πραγματικότητα.

Αν κάποτε οι σύμμαχοι της Γερμανίας στοιχίζονταν πίσω από τις επεκτατικές της δραστηριότητες στην ανατολική Ευρώπη και ήταν έτοιμοι να συνδράμουν ακόμα και στρατιωτικά αν χρειαζόταν, σήμερα με το ζόρι και απρόθυμα προσφέρουν αναιμικές οικονομικές κυρώσεις. Αν λοιπόν το φέρει η κακή ώρα και πρέπει να αντιμετωπιστούν τίποτα ρωσικές τεθωρακισμένες μεραρχίες, η πικρή αλήθεια είναι ότι οι αναιμικές οικονομικές κυρώσεις ελάχιστα θα έχουν να προσφέρουν στην άμυνα της (όποιας) Λευκορωσίας. Και το χειρότερο όλων είναι ότι όλοι γνωρίζουμε πως θα πρόκειται για απόλυτο παραλογισμό το ξύπνημα της αρκούδας, γιατί όλοι επίσης γνωρίζουμε ότι με το ΝΑΤΟ »εγκεφαλικά νεκρό», δεν υπάρχει τίποτα ικανό να αντιμετωπίσει τις εν λόγω τεθωρακισμένες μεραρχίες τουλάχιστον μέχρι το Στρασβούργο. Προς Θεού, δεν ισχυρίζομαι ότι επίκειται Ρωσική εισβολή, απλώς προσπαθώ να εξηγήσω ότι οι επιθετικές πολιτικές ενέργειες αν δεν υποστηρίζονται από την πρέπουσα στρατιωτική ισχύ, παύουν να έχουν νόημα.

Η Γαλλία από την άλλη πλευρά γνωρίζοντας ότι έχει μείνει η μοναδική στρατιωτικά ισχυρή δύναμη στην Ευρώπη ικανή να υποστηρίξει ενέργειες εκτός του εδάφους της, αρχίζει να παίζει αυτό το χαρτί όλο και πιο έντονα. Τις τελευταίες εβδομάδες διαφαίνεται επίσης ότι η γαλλική διπλωματία έχει καταφέρει να προσεταιριστεί τους δύσκαμπτους Ιταλούς αλλά και να τιθασεύσει (μερικώς) τους αναξιόπιστους Ισπανούς. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ετοιμάζεται για το μεγάλο ξεκαθάρισμα απέναντι σε όσους επιμένουν να αμφισβητούν το γεγονός ότι ο νέος σερίφης στη Μεσόγειο και δη στην ανατολική της πλευρά είναι η Γαλλία. Καθώς το νέο ρόλο αυτό της Γαλλίας έχουν σπεύσει να αποδεχθούν πρόθυμα ή λιγότερο πρόθυμα όλες οι παράκτιες χώρες, έχουν απομείνει η αδιάφορη(καθώς διαθέτει κανάλια συνεργασίας με τη Γαλλία) Ρωσία και βέβαια η Τουρκία του καθεστώτος Erdogan μαζί με τα υπολείμματα τζιχαντιστών που εξακολουθεί να χρηματοδοτεί στη Συρία και στη Λιβύη.

Μπροστά σε αυτή τη νέα πραγματικότητα η Γερμανία βρίσκεται μπροστά σε ένα σοβαρότατο δίλημμα: Αν θέλει να ελπίζει σε μελλοντικές επιτυχίες και διατήρηση του status quo του οικονομικού Reich που με θυσίες δημιούργησε τα τελευταία τριάντα χρόνια, θα πρέπει να βρει καινούρια κανάλια συνεννόησης με τους Γάλλους, τα οποία (δυστυχώς για τους Γερμανούς) περνάνε από τη Μεσόγειο, από εκεί δηλαδή που οι Γάλλοι επιθυμούν να δημιουργήσουν το δικό τους ζωτικό χώρο. Το ευτύχημα τώρα για τους Γερμανούς είναι ότι οι Γάλλοι δεν είναι εντελώς άπληστοι, αλλά επιθυμούν να δημιουργήσουν ζωτικούς χώρους για λογαριασμό όλης της Ε.Ε. και βέβαια είναι απολύτως πρόθυμοι να στηρίξουν τελικά τους Γερμανούς στο »ανατολικό μέτωπο» ως αντάλλαγμα.

Έτσι με βάση τα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί τις τελευταίες εβδομάδες και καθώς η παιδαριώδης διπλωματία των Τούρκων λειτουργεί ως επιταχυντής, φαίνεται απολύτως λογικό ότι οι Γερμανοί θα διαλέξουν αυτό που είναι ασφαλέστερο και περισσότερο προσοδοφόρο για τη χώρα τους. Ανάμεσα λοιπόν σε μια στρατιωτικά ανύπαρκτη Γερμανία που θα είναι έρμαιο της Ρωσικής ισχύος και που θα ματώνει για να υπερασπιστεί τα ανατολικά κεκτημένα της και σε μια ευρωπαϊκή Γερμανία που θα έχει την αμέριστη υποστήριξη (πολιτική και στρατιωτική) των συμμάχων της, η απάντηση είναι σχετικά εύκολη, ακόμα και αν πρέπει να θυσιαστεί η Τουρκία (και συνεπακόλουθα να γιγαντωθεί η γαλλική επιρροή στο Maghreb).

Όποιος, ειδικός ή μη, παρακολουθεί την υπερδραστήρια γαλλική διπλωματία των τελευταίων εβδομάδων δεν έχει πια καμία αμφιβολία ότι τα πράγματα έχουν δρομολογηθεί. Το κερασάκι στην τούρτα θα είναι το σύμφωνο αμυντικής συνδρομής ανάμεσα σε Γαλλία, Ελλάδα και Κύπρο, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο από το νέο τοπικό ΝΑΤΟ του οποίου θα ηγούνται οι Γάλλοι και στο οποίο πολύ σύντομα θα ενταχθούν η Ιταλία, η Αίγυπτος και μάλλον το Ισραήλ. Η κίνηση αυτή φέρει και τις αμερικανικές ευλογίες, καθώς οι Αμερικανοί έχουν πειστεί ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους και η δυνατότητα στρατιωτικής τους παρουσίας στην περιοχή (διευκολύνσεις) εξασφαλίζονται πλήρως, χωρίς μάλιστα να πρέπει να επωμίζονται το τεράστιο κόστος που μέχρι σήμερα κατέβαλαν. Εξίσου σημαντική παράμετρος για όποιον γνωρίζει τον τρόπο σκέψης των Αμερικανών είναι ότι η κυοφορούμενη συμμαχία εξασφαλίζει καίρια την ασφάλεια του Ισραήλ.

Η αναμενόμενη έλευση των 18 Rafale με τα ελληνικά εθνόσημα δεν είναι μια απλή εξισορρόπηση της κατάστασης στα ελληνοτουρκικά σύνορα: Είναι η απόλυτη ανατροπή ισορροπίας (με έμφαση στην κάλυψη της θαλάσσιας περιοχής ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο). Και αυτό γιατί ξαφνικά ο ένας από τους δύο παίκτες, εν προκειμένω η Ελλάδα, αποκτάει άμεσα ένα όπλο που προσφέρει αυξημένα stealth χαρακτηριστικά, κορυφαίο (μη αντιμετωπίσιμο) σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου και αντιμέτρων, πυραύλους αέρος – αέρος σε συνδυασμό με ραντάρ »first look – first kill» (καθώς τα εχθρικά αεροσκάφη βάλλονται από μεγαλύτερες αποστάσεις χωρίς καν να έχουν αντιληφθεί τον κίνδυνο), αντιπλοϊκούς πυραύλους τελευταίας γενιάς και πυραύλους πλεύσης εναντίον στρατηγικών υποδομών βαθιά μέσα στην εχθρική επικράτεια. Όλα αυτά με δύο κινητήρες (έναντι ενός των F16) και ακτίνα δράσης που υπερκαλύπτει την Κύπρο (όταν τα τουρκικά F16 πρέπει να ανεφοδιαστούν στον αέρα, πλην όμως τα ιπτάμενα τάνκερ θα αποτελέσουν τους πρώτους στόχους του πολέμου).

Αν λοιπόν μέχρι σήμερα η αεροπορική υπεροχή (air superiority) πάνω από το Αιγαίο ήταν ένα ζήτημα που μάλλον έκλινε προς την ελληνική πλευρά, με την έλευση των Rafale θα είναι μια απτή πραγματικότητα υπέρ της ΠΑ. Με τα δεδομένα αυτά, αλλά και με την αναμενόμενη ενεργοποίηση του συμφώνου αμυντικής συνδρομής, θα ήταν σοφό αν συνεχίζαμε να κάνουμε την πάπια ακόμα και αν το Oruc Reis πόντιζε καλώδια έξω από τη Σαλαμίνα, περιμένοντας καρτερικά την ισχυροποίηση της διπλωματικής μας θέσης.

Ας μην είμαστε όμως αφελείς, ο τουρκικός βήχας κόπηκε απότομα από τη στιγμή που οι γαλλικές φρεγάτες (με συνοδεία Rafale) εμφανίστηκαν στο πεδίο. Και ο πιο αυλοκόλακας από τους επιτελείς του Σουλτάνου γνωρίζει ότι η αντιπαράθεση με τη γαλλική αρμάδα θα είχε ως αποτέλεσμα ένα νέο Ναυαρίνο. Γι αυτό και οι προκλήσεις ξαφνικά περιορίστηκαν στο λεκτικό σκέλος και παρέμειναν μόνο οι αστείες βόλτες του πειρατικού για τα μάτια του μέσου Τούρκου ψηφοφόρου και για τα πρωτοσέλιδα της Yeni Safak.

Αν οι Τούρκοι είχαν λίγες ελπίδες να χειριστούν σχετικά νικηφόρα ένα θερμό επεισόδιο ή αν ήλπιζαν ότι οι Έλληνες θα δίσταζαν να κλιμακώσουν τη σύγκρουση, δεν θα είχαν καμία τύχη απέναντι στους τεχνολογικά ανώτερους Γάλλους. Αν θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν και τους δύο αντιπάλους μαζί, θα επρόκειτο για καθαρή αυτοκτονία. Και αυτή η παραδοχή είναι που ισχυροποιεί στο έπακρο την ελληνική διαπραγματευτική θέση. Όμως δεν είναι τώρα η ακριβής ώρα για να κλιμακώσουμε την αντιπαράθεση, παρά την υποστήριξη των Γάλλων και τους συσχετισμούς στην Ευρώπη που αλλάζουν.

Όπως λένε οι θεωρητικοί γίγαντες της τέχνης του πολέμου, πρέπει πάντα να αφήνεις στον εχθρό σου μια δίοδο διαφυγής, καθώς έτσι του δημιουργείς ψυχολογικό ρήγμα. Δεν πρέπει να πιστέψει ότι είναι εγκλωβισμένος, γιατί τότε πολεμάει με πείσμα. Όταν όμως γνωρίζει ότι έχει διέξοδο, φυγομαχεί. Η διέξοδος των (στριμωγμένων) Τούρκων σήμερα είναι ο υποτιθέμενος διάλογος. Όταν όμως πάμε σε διάλογο και αν εν τω μεταξύ αλλάξουν τόσο οι συσχετισμοί όσο διαφαίνεται, τότε ο διάλογος θα πάρει ιδιαίτερα άσχημη τροπή για τους Τούρκους και αυτό γιατί θα πέσει επί τάπητος και σε νέα βάση το καυτό θέμα της Κύπρου. Αλλά για αυτό το θέμα θα επανέλθω την άλλη εβδομάδα και με φρεσκότατες πληροφορίες (δυτικά του Βερολίνου).