Η «υπόθεση Καρελιά» και η δημοσιογραφία των non papers. Απο τον Σημίτη ως τον Μητσοτάκη

Του Γ. Λακόπουλου


«Ο καλός δημοσιογράφος δεν έχει φίλους πολιτικούς και επιχειρηματίες.

Οι ισχυροί επιδιώκουν την επαφή μαζί του, αλλά τον φοβούνται»

Γιάννης Μαρίνος, ιστορικός διευθυντής του «Οικονομικού Ταχυδρόμου»

 

Η ωμή λογοκρισία -κατά παράβαση ακόμη και ειδικών συμβατικών όρων εργασίας- κατά του δημοσιογράφου Γιώργου Καρελιά, θα έμενε στο σκοτάδι όσων συμβαίνουν καθημερινά στα ελληνικά ΜΜΕ, αν ο ίδιος δεν την απέρριπτε και δεν την κοινοποιούσε.

Η πλειοψηφία των δημοσιογράφων -θύματα αυτής της πρακτικής οι ίδιοι- το προσπέρασαν ήδη και τα σωματεία τους δεν το άκουσαν καν. Ωστόσο πίσω από αυτό που ανέδειξε η θαρραλέα και απολύτως επαγγελματική στάση του Γιώργου, κρύβεται το δράμα της ελληνικής ενημέρωσης. Αυτό το δράμα είναι βαθύτερο από τις εργοδοτικές παρεμβάσεις.

Πάντα υπήρχαν. Σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσαν να γίνουν ανεκτές ως «εκδοτική πολιτική», την οποία οι εργαζόμενοι λαμβάνουν υπόψη τους και ενίοτε αυτολογοκρίνονται για να μην την παραβιάσουν.

Κακώς, αλλά έχει μια εξήγηση που όμως αρχίζει και τελειώνει στα πλαίσια κάθε μέσου. Άλλωστε ο δημοσιογράφος απολογείται μόνο στον διευθυντή του και στη συνείδησή του- σε κανέναν άλλον.

Αυτό που συνέβη με τον Καρελιά -και συμβαίνει καταιγιστικά εδώ και πολλά χρόνια – υπερβαίνει τη σχέση εργαζομένου – εργοδότη.  Συχνά υπερβαίνει και τις προθέσεις τους δευτέρου: είναι εξωτερική επέμβαση.

Δεν είναι ο εργοδότης αυτός που θέλει αυτοβούλως να πετάξει στο καλάθι των αχρήστων ένα δημοσιογραφικό κείμενο με πληροφορίες ή με κρίσεις. Ούτε ο διευθυντής του μέσου -που το δικαιούται άλλωστε. Είναι μακρύ χέρι του κυβερνώντος -συνήθως- κόμματος.

Είναι το τηλεφώνημα από κάποιον πολιτικό παράγοντα -ενίοτε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό ή τον αρχηγό του κόμματος- που απειλεί τον ιδιοκτήτη του μέσου και αυτός προφανώς συμμορφώνεται για να μην χάσει τις παροχές από το σύστημα εξουσίας.

Δεν μιλάμε για αναπόφευκτες σχέσεις ενός εκδότη με ένα κόμμα ή μια κυβέρνηση. Πάντα υπήρχαν ωσμώσεις και συμφέροντα. Μιλάμε για πειθαναγκασμό -που οδηγεί σε εξαπάτηση των χρηστών του μέσου.

Αυτή η πρακτική εφαρμόζεται από τη στιγμή που εξαφανίσθηκαν οι ισχυροί εκδότες: ποιος θα τολμούσε να το κάνει στον Λαμπράκη ή στον Τεγόπουλο;. Αλλά και οι διευθυντές με προσωπικότητα και κύρος: το ξέρουν όσοι είχαν αποτολμήσει παρεμβάσεις τον Καραπαναγιώτη, τον Ψυχάρη, τον Φυνταντίδη, τον Λαμπρία.

Στην ουσία είναι η μια όψη του νομίσματος. Στην άλλη υπάρχει η δημοσιογραφία των non papers. Δηλαδή κείμενα πέρα από τα απαραίτητη δελτία τύπου με την επίσημη ενημέρωση.

Οι κυβερνήσεις κυρίως -αλλά και τα κόμματα εξουσίας γενικότερα -δεν επιτρέπουν ακόμη και σε φιλικούς τους -δημοσιογράφους να αξιολογήσουν οι ίδιοι της πληροφορίες που τους παρέχουν και να τις παρουσιάσουν αναλόγως. Αξιώνουν να υιοθετήσουν τη δική τους εκδοχή, την οποία τη στέλνουν έτοιμη σε κείμενα που διαμορφώνουν τα Γραφεία Τύπου τους και οι επικοινωνιολόγοι τους.

Αντιλαμβάνεται κανείς πόση αλήθεια και πόση εγκυρότητα υπάρχει σ’ αυτά τα κείμενα- τα οποία δυστυχώς συχνά γίνονται ασμένως δεκτά και από κάποιους δημοσιογράφους , γιατί δεν χρειάζεται να κοπιάσουν.

Έτσι ποτέ δεν μαθαίνουμε την πραγματικότητα, αλλά αυτό που θέλουν οι συντάκτες των σημειωμάτων. Δεν στέλνονται πια για να ενημερώσουν άτυπα, όπως ήταν ο αρχικός χαρακτήρας τους, αλλά για να δημοσιευθούν αυτούσια.

Γι’ αυτό και παρατηρείται το φαινόμενο σχεδόν όλα τα ΜΜΕ να παρουσιάζουν ένα γεγονός όχι μόνο με τον ίδιο τρόπο, Αλλά και με το ίδιο λεξιλόγιο. Copy-paste και έγινε η δουλειά. Αν μάλιστα υπάρχει στη μέση και αντάλλαγμα- οικονομικο ή άλλο-τόσο το καλύτερο. Και συχνά υπάρχει.

Μεταξύ μας: σχεδόν όλοι οι δημοσιογράφοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, έχει τις προτιμήσεις, τις αντιπαλότητες, τις μονομέρειες με παράγοντες του δημοσίου βίου και συχνά αυτό υπεισέρχεται στη δουλειά του. Άλλο αυτό όμως και άλλο η συναλλαγή με όφελος για τον δημοσιογράφο.

Όσοι βολεύονται με την πρακτική της προκάτ ενημέρωσης -και την αντίστοιχη σχέση με την κυβέρνηση ή ένα κόμμα που υποκρύπτει- ασφαλώς δεν λαμβάνει υπόψη αυτό που έλεγε ο Βρετανός διπλωμάτης Γκρεγκ Μάραιη: «Για να θέλει η κυβέρνηση να το μάθεις προφανώς δεν είναι αλήθεια».

Η αλήθεια είναι είδος προς εξαφάνιση, ειδικά στο πολιτικό ρεπορτάζ στις μέρες μας. Παλιότερα δεν μπορούσε να σταθεί πολιτικός συντάκτης την εφημερίδα του αν μετά από κάθε συνεδρίαση του υπουργικού Συμβουλίου, μετά από κάθε συνεδρίαση κομματικού οργάνου, δεν γνώριζε με το νι και με το σίγμα τι ειπώθηκε.

Δηλαδή αν δεν είχε ρεπορτάζ. Τώρα απλώς περιμένουν το non paper -πλην εξαιρέσεων που φαίνονται άλλωστε. Και όλα ωραία.

Αυτή η πρακτική εδραιώθηκε από την κυβέρνηση Σημίτη. Υπήρχε εμμονή με τον έλεγχο όσων δημοσιεύονται και άρχισαν να στέλνονται τα σημειώματα με το έτοιμο «ρεπορτάζ». Όχι για ενημέρωση, αλλά για δημοσίευση.

Αυτή η πρακτική οργανώθηκε συστηματικά όταν ανέλαβε η ΝΔ ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Παρεμβάσεις έκανε και ο Σαμαράς, αλλά περισσότερος «κυκλοθυμικές» παρά οργανωμένες. Όπως ασφαλώς σε κάποιες περιπτώσεις παρέμβαιναν και άλλοι αρχηγοί.

Είναι γνωστά τα ξεσπάσματα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, σε οικείους συνήθως εκδότες, όταν κάτι δεν άρμοζε στην εικόνα που είχε για τον εαυτό του. Αλλά και οι «διαπραγματευτικές» ή «συμβουλευτικές» προεμβάσεις του Κώστα Μητσοτάκη. Ο Κώστας Καραμανλής και ο Γ. Παπανδρέου δεν το έκαναν. Όπως δεν το έκανε ποτέ ο Αλέξης Τσίπρας.

Τα τελευταία χρόνια στη ΝΔ οργανώθηκε ένας ολόκληρος και πολυδάπανος μηχανισμός στη ΝΔ, για να παράγει «ρεπορτάζ» σύμφωνα με το επικοινωνιακό μοντέλο που υιοθετήθηκε για τον ίδιο και για να το διανέμει με τα non papers.

Με προκλητικό τρόπο η ΝΔ τα αναρτούσε και στην ιστοσελίδα της- δημιουργώντας απίστευτη ομοιότητα με δημοσιεύματα. Και ίσως πιο προκλητικό είναι ότι μόλις έγινε κυβέρνηση από τις πρώτες μέριμνες της ήταν να προσλάβει… με νόμο δημοσιογράφους σε κάθε υπουργείο και έχει ξεπεράσει τους 150 όπως ακούγεται.

Οι Συριζαίοι όταν κυβερνούσαν προσπάθησαν να ανταγωνιστούν αυτόν τον μηχανισμό. Αλλά ήταν ερασιτέχνες και ψιλοάσχετοι. Πέρα από την επιρροή στο δημόσιο- ΑΠΕ, ΕΡΤ και Γραφεία Τύπου- δεν είχαν καμία επιρροή. Ούτε σήκωναν τηλέφωνα με το παραμικρό.

Ούτε καν οι αρμόδιοι δεν μιλούσαν με εκδότες -πέραν του κλίματός τους. Δεν έχει καταγραφεί καμία απειλητική παρέμβαση από τον Τζανακόπουλο ή τον Καρτερό σε κανένα μέσο.

Ο μηχανισμός της ΝΔ έχει δυο ταχύτητες. Στην πρώτη πέφτει τηλεφώνημα από συνεργάτη: «Ο πρόεδρος ενοχλήθηκε με αυτό που έγραψες». Στη δεύτερη αναλάμβανε ίδιος ο πρόεδρος και υπάρχουν δυο τουλάχιστον δημοσιευμένες περιπτώσεις για αυτό.

Στην πιάτσα αναφέρονται αμέτρητες νεοδημοκρατικές παρεμβάσεις με υποδείξεις σε εργοδότες του τύπου: «Να πάρεις αυτόν για να καλύπτει τη ΝΔ», ή «αυτός να φύγει , αλλιώς είμαστε αντίπαλοι». Η οικονομική εξόντωση με αποκλεισμό απο τη διαφήμιση, ειναι συχνά πειστική απειλή-οπως κατήγγειλε το Documento.

Για να μην τα πολυλογούμε: η λογοκρισία κατά Καρελιά είναι αποτέλεσμα αυτών των μηχανισμών. Κάθε άλλο παρά εξαίρεση και σπάνια φαινόμενο. Οι υποδείξεις τι θα γράψει ένας συντάκτης και πώς θα το γράψει, ποιες πληροφορίες θα αποκρύψει και ποιες θα αναδείξει και ας ξέρει πως είναι «πέτσινες» είναι καθημερινότητα σε κάποια ΜΜΕ. Διατεταγμένη δημοσιογραφία.

Έτσι η ενημέρωση πεθαίνει. «Έχω πληροφορίες, Αλλά δεν έχω πού να τι γράψω», λένε συχνά κάποιοι πολιτικοί συντάκτες.

Υπάρχει μια λύση: να τις στέλνουν στο επαγγελματικό σωματείο τους. Αυτό στην ουσία έκανε ο Καρελιάς. Η ανάρτηση του ήταν μια ανοικτή επιστολή για όλους τους δημοσιογράφους.

Μένει να δούμε πότε θα φτάσει στην ΕΣΗΕΑ,. για να ξεσκονίσει τον Κώδικα Δεοντολογίας της. Και τα οκτώ άρθρα του παραβιάζονται, όλο και πιο συχνά. ΕΔΩ

Δεν έγινε τυχαία κακόφημο το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Και δεν υπάρχει άδικα στην κοινωνία κρίση εμπιστοσύνης για τα ελληνικά ΜΜΕ.