Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η ώρα της αλήθειας: Πώς η Ελλάδα ξανάγινε τριτοκοσμική, που «έχει δικαστές», αλλά χρειάζεται ριζοσπάστες

Toυ Νίκου Λακόπουλου

Η παραίτηση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι συνακόλουθες αντιδράσεις έφεραν -για λίγο- στην επικαιρότητα το θέμα της δικαιοσύνης. Η επίθεση όμως στον Γιάννη Μπουτάρη, τον δήμαρχο της συμπρωτεύουσας, έφεραν στην μνήμη εικόνες παρακράτους άλλης εποχής.

Ο συνδυασμός των δυο γεγονότων αποκάλυψε πόσο υποχώρησε τα τελευταία χρόνια η πολιτική, οι θεσμοί, η καθημερινή ζωή στην Ελλάδα. Ζούμε σε μια χώρα που ήταν ολοφάνερα τριτοκοσμική, αλλά υποτίθεται είχε εκδημοκρατισθεί, είχε εκσυγχρονιστεί, είχε «εξευρωπαϊστεί». Το Grexit που αποφεύχθηκε εξέφραζε στην πραγματικότητα την επιστροφή -με ανθρωπιστική βοήθεια!- της Ελλάδας σε μια νέα «τριτοκοσμική» πραγματικότητα. Η Ελλάδα αρνήθηκε – με όλα τα κόμματα του «ευρωπαϊκού τόξου»- να αποδεχθεί αυτή την πραγματικότητα, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να το κάνει: να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό της.

Στην πραγματικότητα αν όλα όσα έπρεπε να κάνει η Ελλάδα, αν δεν ήταν στην Ένωση, θα της επέτρεπαν να είναι αξιοπρεπώς στην Ένωση. Την ίδια ώρα η στρατηγική όσων -καταδικάστηκαν στις προηγούμενες εκλογές, μετά το απαράμιλλο δημοψήφισμα του Όχι, ήταν ίδια με αυτή του Σόιμπλε, αλλά αφορούσε έξοδο χωρίς ανθρωπιστική βοήθεια.

Μείναμε στον «σκληρό πυρήνα» της ευρωπαϊκής οντότητας, αποφύγαμε την έξωση, μπαίνουμε σε τροχιά ανάπτυξης, αλλά είναι έτσι; Μια βόλτα στα νοσοκομεία, τα αστυνομικά τμήματα, ζώνες οικονομικού αποκλεισμού της Αθήνας και άλλων πόλεων δείχνει πως η Ελλάδα είναι τριτοκοσμική χώρα -με απαρχαιωμένο σύστημα δικαιοσύνης.

Άθλια δημόσια διοίκηση με ουρές στα γκισέ, κυκλώματα, πελατειακές σχέσεις, ανύπαρκτους θεσμούς, χώρους χωρίς αστυνόμευση, όπως κεντρικές εκδηλώσεις στην συμπρωτεύουσα, όπου παρακρατικοί χτυπάνε, σαν άλλοτε, τον δήμαρχο της πόλης κι η αστυνομία κοιτάζει αμέτοχη. Αν όμως σε μια πόλη δεν μπορεί να κυκλοφορεί χωρίς να κινδυνεύει ο δήμαρχος, τότε τι γίνεται με τον απλό πολίτη;

Aν το κράτος, οι «θεσμοί» δεν μπορούν να εγγυηθούν τα δικαιώματα και την ασφάλεια του πολίτη, το δικαίωμα στη σύνταξη ή την -τιμολογημένη- δικαιοσύνη, το δικαίωμα των νέων όχι να ζήσουν, αλλά να κυκλοφορήσουν στις πόλεις -πέρα από το «αναφαίρετο» (!) δικαίωμα στη δουλειά -και την ζωή, τότε η Ελλάδα έχει πολύ δρόμο μπροστά της να διανύσει.

Το θέμα δεν είναι τελικά αν η έξοδος από τα μνημόνια είναι καθαρή ή όχι εποπτεία, επιτήρηση ή κηδεμονία. Είναι πώς η έξοδος στις αγορές -με το χρέος να ανεβαίνει- με τις ίδιες δομές- όπου δεν έγινε καμία σοβαρή δομική μεταρρύθμιση, μοιάζει σαν απειλή και η επιτήρηση -για πολλούς- αναγκαία ως …σωτηρία.

Τα πολιτικό κόμματα που έφεραν την κρίση αυτά τα χρόνια δεν άλλαξαν σε τίποτα. Αντίθετα μοιάζει να επιστρέφουν με τις ίδιες συμπεριφορές, τις ίδιες αντιλήψεις, την ίδιες πρακτικές- που τα μετατρέπει σε φορείς οικονομικής υπανάπτυξης. Είναι η στιγμή που η πολιτική καταστρέφει την οικονομία και χρησιμοποιεί την καταστροφή ώστε να προβάλλει και πάλι ως σωτηρία.

Μερικοί σωτήρες μαζί με εθνικισμό πουλάνε ….κολλαγόνα και νανογιλέκα, φάρμακα για την οικονομία και θέσεις εργασίας. Οι αεριτζήδες άλλων εποχών σε μια χώρα που η απατεωνιά θεωρείται επιχειρηματικότητα και η γραφειοκρατία εμποδίζει την καινοτομία επέστρεψαν. Η «ευρωπαϊκή» Ελλάδα είναι μια βαλκανική χώρα με πλευρές της οθωμανοκρατίας να επιβιώνουν, κόμματα υπανάπτυκτα που θέλουν να διορθώσουν -εκδικητικά- το παρελθόν κι όχι να φέρουν το μέλλον.

Τα ζητήματα που χειρίζεται η κυβέρνηση με επιτυχία, όπως δικαιώματα πολιτών ή το Μακεδονικό, δεν έχουν καμιά σχέση με τον πυρήνα του βασικού προβλήματος της χώρας: όλα, εργασιακά δικαιώματα, ελευθερίες, υγεία, παιδεία και πάνω από όλα εθνική ανεξαρτησία ανάγονται στην Οικονομία.

Τίποτα δεν ισχύει από όσα λέγονται στο δημόσιο βίο, αλλά και την οικονομία, όπου επιστροφή στην «ανάπτυξη» είναι η αναβίωση του παραδοσιακού μοντέλου διαπλεκόμενου «επιχειρηματία» -με σχέσεις με το κράτος, τους πολιτευτές, τα κόμματα ή το ίδιο το παρακράτος που επιβιώνει με όλες τις κυβερνήσεις. Είναι ανίκητο.

Στο μεταξύ αυτό που έχει αλλάξει είναι ο ταξικός χάρτης- με νέα εξαθλιωμένα στρώματα, πρώην «μικρομεσαίων» που εξέφρασε τόσο ωραία το ΠΑΣΟΚ. Τόσα χρόνια μετά που θα άλλαζε το σύστημα, οι σχέσεις με τον πολίτη, το σωφρονιστικό σύστημα, η παιδεία, η υγεία- τελικά η ζωή, βλέπουμε άθλιες συνθήκες στις φυλακές, εικόνες ντροπής στα αστυνομικά τμήματα, ανθρώπους να ψάχνουν στα σκουπίδια.

Αλήθεια πόσο θα κόστιζε η γρήγορη απόδοση δικαιοσύνης -το καταφύγιο του φτωχού και του αδικημένου- όταν ξέρουμε πόσο κοστίζουν οι δίκες που γίνονται μετά από πέντε- δέκα- είκοσι χρόνια; Mήπως ένα οργανωμένο πρόγραμμα πρόληψης της εγκληματικότητας θα κόστιζε λιγότερο από ένα τρύπιο σύστημα που συναρτούν αστυνομία- δικαιοσύνη- «σωφρονιστικά» -καταστήματα, που όλο εκσυγχρονίζονται από το ….1982 κι όλο τα ίδια μένουν;

Προφανώς δεν είναι θέμα μνημονίου. Είναι η νοοτροπία των συντεχνιών, όπου οι δικαστικοί και οι δικηγόροι ανήκουν σ΄αυτές με άρωμα ιερατείου που δεν εγγυάται την πολιτική ομαλότητα, αλλά θέλει να την κηδεμονεύσει.  Κατά βάθος όλοι εξυπηρετούνται από τον τριτοκοσμικό τρόπο λειτουργίας του κράτους- άνθρωποι να περιμένουν στην ουρές της …ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, σα ζώα σε αίθουσες δικαστηρίων, χωρίς αξιοπρέπεια.

Aκόμα και τώρα ζητούν το δικαίωμα στην υγεία σε νοσοκομεία με κυκλώματα που πουλάνε τα φάρμακά τους. Κανείς δεν ασχολείται ότι το σκάνδαλο Novartis είναι μπλεγμένοι τέσσερις χιλιάδες γιατροί, κανένα συνδικάτο δικαιοσύνης δεν έκανε διαδήλωση για τις φυλακές ή για το δικάζονται οι άνθρωποι σε συνθήκες πολιτισμού -το σεβασμό του προσώπου. Τα συμφέροντά τους και μόνο.

Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτής της εικόνας της αδικημένης Ελλάδας που δεν μπορεί να βρει το δίκιο της, την κατατρέχουν και την κυνηγούν- είναι έθνος ανάδελφον- είναι η αναπαραγωγή της φτώχειας, η κακομοιριά, το ίδιο μελό έργο, λες και τα πολιτικά συνθήματα βγαίνουν από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. μια άλλη εποχή όπου -όπως έλεγε ο Σαββόπουλος για την Ελλάδα- παράγκα- οι εφημερίδες δεν κάνουν μιάμιση δραχμή, γιατί σχεδόν δεν υπάρχουν πλέον.

Oι δικαστικοί μάλλον φρόντισαν για τις δικές τους συντάξεις, αρνήθηκαν την υποχρέωση για πόθεν έσχες, πιθανόν -ως είθισται για το δημόσιο- κάπου στην Αττική θάχουν δικαστικές κατασκηνώσεις. Δεν είναι μόνο προνομιούχοι, αλλά αποφασίζουν μόνοι τους να είναι προνομιούχοι. Δεν κάνουν άλλωστε και κάτι πρωτότυπο. Θεωρούν περίπου ιδιοκτησία τους τον θεσμό, όπως άλλα επαγγέλματα θεωρούν ιδιοκτησία τους τις ΔΕΚΟ και κατεβάζουν όποτε θέλουν διακόπτες.

Τελικά δικαστές υπάρχουν στην Αθήνα, όπως γράφηκε, αλλά όχι δικαιοσύνη. Το σοκ της κρίσης αναδιέταξε το πολιτικό σκηνικό σε παλιές ράγες. Τα κόμματα της παρακμής επέζησαν. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός που απαιτείται δεν χρειάζεται αριστερή, αλλά ικανή, ριζοσπαστική και αποτελεσματική κυβέρνηση. Τώρα πια δεν έχουμε να κάνουμε με μνημόνια, αν θα μπούμε αν θα φύγουμε, ποιος θα φύγει και ποιος θάρθει.

Τώρα πια -χωρίς μύθους- κι αυταπάτες, χωρίς παλιά φθαρμένα συνθήματα, είναι η ώρα της αλήθειας. Ποιος και πώς θα πάει μπροστά και ποιος θα μείνει πίσω. Τα ερείπια είναι πεδίον δόξης λαμπρόν. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός δεν είναι θέμα εξαγγελιών, αλλά πράξη. Τελικά ο πραγματικός ριζοσπαστισμός ποτέ δεν ήταν θέμα μιας εύκολης αντιπολίτευσης, αλλά μιας τολμηρής, ριζο-σπαστικής κυβέρνησης που πρέπει να δει τις ρίζες του προβλήματος.

Αν αυτή δεν υπάρξει η Ελλάδα -που ζει οχτώ χρόνια σε ένα οικονομικό «γύψο»- θα χάσει μια ακόμα εποχή, ένα ακόμα τρένο που περνά και κείνη το περιμένει, αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση. Ρακένδυτη, αλλά περήφανη πάντα, τριτοκοσμική, αλλά -με το ζόρι- «Ευρωπαία», «πυλώνας σταθερότητας», «ισχυρή» και τα λοιπά και τα λοιπά.