Παρασκευή 25 Μάϊου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Κάποιος να σώσει το πολιτικό ρεπορτάζ από την κατάρα των «non papers»

Η συντριπτική πλειονότητα του κοινού ενημερώνεται από ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η εμπιστοσύνη των Ελλήνων στις ειδήσεις, στα ΜΜΕ και στους δημοσιογράφους είναι η χαμηλότερη από όλες τις χώρες της Ε.Ε. Αυτό επιβεβαιώνει τη βαθιά πεποίθηση για τη διαπλοκή πολιτικών, οικονομικών και εκδοτικών συμφερόντων.

Του Γ. Λακόπουλου

Οι παλαιότεροι δημοσιογράφοι ξέρουν ότι στις εφημερίδες η βασική προϋπόθεση για να είναι κάποιος πολιτικός συντάκτης  ήταν να έχει πληροφορίες που τα κόμματα και οι πολιτικοί δεν ήθελαν να  έχει. Και να τις δημοσιεύει. «Για τον εαυτό σας τα μαθαίνετε;» ωρύονταν διευθυντής μεγάλης εφημερίδας όταν κάποιος έλεγε κάτι, αλλά δεν το έγραφε.

Ο πολιτικός συντάκτης έπρεπε να αντλεί πρωτογενείς πληροφορίες από τα παρασκήνια της πολιτικής  και τις εσωτερικές διεργασίες των κυβερνήσεων και των κομμάτων. Αλλιώς έχανε τη δουλειά του. Η ενημέρωση «κοινής λήψης», ελάχιστα ενδιάφερει. Από τα «πρακτικά» μιας  ώρας στο πρες- ρουμ με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, συχνά δεν δημοσιευόταν, ούτε αράδα. Άλλες πληροφορίες ενδιέφεραν.

Έτσι ήταν αδιανόητο για πολιτικό συντάκτη, να συνεδριάζει το υπουργικό συμβούλιο, ή τα ανωτέρα όργανα των κομμάτων και να μην ξέρει με λεπτομέρειες τι ειπώθηκε. Να δημοσιεύει ως ειδήσεις ό,τι έλεγε το γραφείο  Τύπου. Ο αρμόδιος πολιτικός συντάκτης όφειλε να γνωρίζει συναντήσεις και άλλες διαβουλεύσεις σε ένα κόμμα. Και να διασταυρώνει στο ανώτερο δυνατό επίπεδο. Στις μεγάλες εφημερίδες, αν δεν μιλούσε π.χ. με τον πρωθυπουργό ή τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης -όχι με τους υπαλλήλους τους, ενώ κάλυπτε το σχετικό ρεπορτάζ,  τον  αντικαθιστούσαν.

Οι πολιτικοί συντάκτες είχαν πηγές που δεν γνώριζε κανείς. Δεν έκαναν παρέα με τους πολιτικούς και …μετά έγραφαν. Δεν κατάπιναν αμάσητο ό,τι τους σέρβιραν τα κομματικά επιτελεία. Έτσι «έβγαιναν» κατά καιρούς τα μεγάλα πολιτικά θέματα και οι ειδήσεις που όριζαν τις εξελίξεις: από μια κρυφή συνάντηση, από μια φράση σε μια συνεδρίαση, από μια αντιδικία σε ένα κυβερνητικό ή κομματικό όργανο, από ένα ντοκουμέντο που έφτασε στα χέρια του πολιτικού συντάκτη.

Αυτό ήταν το πολιτικό ρεπορτάζ-κυρίαρχο και αποκαλυπτικό. Χωρίς αυτές τις ικανότητες, χωρίς προσβάσεις σε πληροφορίες κανείς δεν μπορούσε να θεωρείται πολιτικός συντάκτης. Και σε κανέναν πολιτικό συντάκτη δεν τολμούσε υπάλληλος γραφείο Τύπου να υπαγορεύσει τι θα γράψει -ακόμη καν αν επρόκειτο για φιλική εφημερίδα. Όπως έγραφε κάποτε ο Γιώργος Βότσης «ο δημοσιογράφος απολογείται μόνο στη συνείδησή του και στον διευθυντή του».

Υπήρχε απόσταση ανάμεσα στις επιδιώξεις ενός εκδότη -ή την πολιτική ταυτότητα μιας εφημερίδας -και στην δουλειά ενός πολιτικού συντάκτη. Η δουλειά του ήταν τα φέρνει ειδήσεις. Όχι ειδήσεις αρεστές στον εκδότη και το κόμμα της προτίμησής του. Ούτε να κάνει τον ταχυδρόμο ανάμεσα στην εφημερίδα του και σε ένα κόμμα. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα εκδοτικής πολιτικής….

Η διατεταγμένη ενημέρωση

Κι υστέρα ήλθαν οι μέλισσες. Σε μια περίοδο που υπάρχουν, κατά τεκμήριο, περισσότερο καταρτισμένοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί συντάκτες με περισσότερα τυπικά προσόντα, το πολιτικό ρεπορτάζ εκλείπει. Για την ακρίβεια αντικαθίσταται από τα …non papers και τις  υποδείξεις των κομμάτων. Σε κάποια ΜΜΕ γράφεται μόνο αυτά που θέλουν πολιτικοί, κόμματα και επιχειρηματίες. Οι δημοσιογράφοι απλώς τα αντιγράφουν.

Ξεκίνησε σαν ανεπίσημη διοχέτευση πληροφοριών που ήθελε -η κυβέρνηση κυρίως -να δημοσιευθούν και τις έστελνε σε επιλεγμένους δημοσιογράφους  με … fax.  Αλλά επί Σημίτη έγινε φάμπρικα. Τότε καταστράφηκε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής δημοσιογραφίας. Επιβλήθηκε η διατεταγμένη ενημέρωση που ήθελαν όσοι ιδιοκτήτες ΜΜΕ έκαναν δουλειές με το κράτος.

Συνεργάτες του τότε πρωθυπουργού -τα ονόματα είναι γνωστά -επέβαλαν σε κανάλια και εφημερίδες ακόμη και ποιους θα καλέσουν στα πάνελ, ή από ποιους θα πάρουν συνέντευξη- ακόμη και με  ποιον τίτλο θα δημοσιευθεί ένα θέμα. Βιντεοκασέτες εξαφανίζονται, αν το ζητούσαν από το μέγαρο Μαξίμου. Εκ παραλλήλου το σύστημα άρχισε να προσφέρει στους πολιτικούς συντάκτες ευκαιρίες και πειρασμούς να δουλεύουν κυρίως για τον… εαυτό τους- και όχι για την εφημερίδα τους και τον κοινό της. Κάποιοι τις άρπαξαν. Η απαξίωση του πολιτικού ρεπορτάζ  συνεχίσθηκε από τα ίδια τα ΜΜΕ.

Σταδιακά, το  φαινόμενο  που χαρακτήριζε ως τότε τις λαϊκές  εφημερίδες τη Δεξιάς και τις επίσημες κομματικές εφημερίδες -να ταυτίζονται οι συντάκτες τους και  ιδεολογικά μαζί τους- πέρασε και σε ΜΜΕ της δημοκρατικής παράταξης. Δημοσιογράφοι άρχισαν να στρατεύονται προσωπικά  υπέρ του «εκσυγχρονισμού». Να μην κάνουν ενημέρωση, αλλά να δουλεύουν απροκάλυπτα υπέρ του Σημίτη.

Ακόμη και σε ΜΜΕ- που ως τότε, αν μη τι άλλο, τηρούσαν κανόνες – ή έστω προσχήματα -και πάντως δεν ήλεγχαν τα φρονήματα των συντακτών τους. Στην περίοδο Καραμανλή, που ακολούθησε το φαινόμενο συνεχίσθηκε, αλλά με κάποιο σεβασμό στον επαγγελματισμό των δημοσιογράφων. Άλλωστε τα περισσότερα ΜΜΕ ήταν… εναντίον του -για γνωστούς λόγους- οπότε δεν υπήρχαν περιθώρια υποδείξεων.

Η συνδιεύθυνση

Σήμερα είναι τυχεροί όσοι πολιτικοί ρεπόρτερς εργάζονται σε ΜΜΕ που τους διασφαλίζουν ανεξαρτησία και τους κρίνουν μόνο από το δημοσιογραφικό αποτέλεσμα της δουλειά τους. Κάποιοι συνάδελφοί τους δεν έχουν πού να γράψουν αυτά που ξέρουν γιατί δεν το επιτρέπουν οι εργοδότες τους. Για τους ρεπόρτερς μιλάμε, όχι για τους σχολιαστές που έχουν δικαίωμα να τοποθετούνται όπως νομίζουν και τα υπόλοιπα τα κρίνουν οι  πολίτες. Ούτε για όσους έχουν επιλέξει τη μονομέρεια ή τη στράτευση, για λόγους που δεν αφορούν τη δημοσιογραφία.  Είναι τυχεροί γιατί το ρεπορτάζ , με την έννοια της συλλογής πληροφοριών από τον δημοσιογράφο, έχει υποκατασταθεί από τα έτοιμα κείμενα  που αποστέλλονται από επικοινωνιακά επιτελεία.

Συχνά οι διασυνδέσεις όσων τα παράγουν αυτά τα «άτυπα» κείμενα και όσων τα δημοσιεύουν ως… ρεπορτάζ, είναι άμεσες  και.. ιεραρχικές. Διατυπώνονται μέχρι και απειλές αν γραφεί κάτι που δεν αρέσει. Κάποτε αν ένα πολιτικός ζητούσε από τον Λαμπράκη, τη Βλάχου ή τον Τεγόπουλο, να απολύσει έναν συντάκτη, το πιθανότερο είναι ότι θα «απολυόταν» ο πολιτικός. «Δεν συνδιευθύνουμε την εφημερίδα» έλεγε στον καιρό του ο Ψυχάρης για όσους είχαν… απαιτήσεις  επιλογής προσώπων και θεματολογίας στην εφημερίδα του.

Υπάρχουν εφημερίδες που αυτονομούνται από τα συστήματα της «μασημένης» ενημέρωσης και προτιμούν τα ρεπορτάζ, ανεξάρτητα από την ταυτότητά τους. Π.χ. το Documentο, η Εφημερίδα των Συντακτών και η Δημοκρατία, όπως και αν τις αξιολογεί κανείς ανάλογα με την τοποθέτησή του στο πολιτικό φάσμα. Όπως το κάνουν και κάποια sites. Αλλά στο Διαδίκτυο η ενημέρωσή είναι σε μεγάλο βαθμό… κατά παραγγελία.

 Όταν «ο πρόεδρος ενοχλείται»

Σήμερα βοά η πιάτσα ότι η δημοσιογραφία του non paper έγινε καθεστώς , ειδικά σε ό,τι αφορά τη ΝΔ και ειδικότερα από τότε που ανέλαβε την ηγεσία  της ο Κυρ. Μητσοτάκης. Συνεργάτες του επιδιώκουν τον προληπτικό έλεγχο όσων γράφονται και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνουν, με άγαρμπες επεμβάσεις στη δημοσιογραφική εργασία.

Ένα πολυπρόσωπο επιτελείο συντάσσει κείμενα τα οποία στέλνει σε ΜΜΕ για να δημοσιευθούν αυτούσια και συχνά… φαίνεται. Συμβαίνει συνεργάτες του να μεταφέρουν ότι ο «πρόεδρος ενοχλήθηκε» για κάτι που γράφτηκε- χωρίς την… έγκρισή τους. Όταν δεν μεταφέρει την «ενόχλησή» του ο ίδιος -όπως ξέρουμε από συγκεκριμένες  περιπτώσεις. Και ο Σαμαράς έκανε παρεμβάσεις και πριν και ως πρωθυπουργός και τώρα. Αλλά περισσότερο για να… τσακωθεί όταν δεν του άρεσε κάτι. Αντίθετα ο  Καραμανλής δεν σήκωνε ποτέ τηλέφωνο – ό,τι και αν του έγραφαν. Όπως δεν το σηκώνει ο Τσίπρας.

Από όσα λέγονται το χειρότερο  είναι ότι η σημερινή ΝΔ -υποκαθιστώντας την πολιτική με την επικοινωνία- επιδιώκει- σε όλα σχεδόν τα ΜΜΕ-  να καλύπτουν το ρεπορτάζ που την αφορά πολιτικοί συντάκτες με φιλικές διαθέσεις απέναντι στον επικεφαλής της. Συγκεκριμένος εκδότης, όταν ρωτήθηκε γιατί η αντιδεξιά εφημερίδα του αντιμετωπίζει ευνοϊκά τον Μητσοτάκη, απάντησε: «Γιατί τον συντάκτη μου τον έστειλε  Μητσοτάκης»!

Έτσι διαμορφώνεται ένα ιδιόμορφο τραστ, υπό τη διεύθυνση της Πειραιώς και σε κάποιες εφημερίδες οι συντάκτες δεν γράφουν ποτέ όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της  ΝΔ. Ουσιαστικά τα συγκαλύπτουν, ή  δεν τους επιτρέπεται να τα γράψουν.  Αυτό σημαίνει χειραγώγηση και στην ουσία η ίδια η ΝΔ «γράφει»   κάποιες  εφημερίδες και μεγάλο τμήμα του Διαδικτύου.

Από την κυβερνητική παράταξη δεν κάνουν το ίδιο; Θα το ήθελαν, αλλά οι  Συριζαίοι ούτε γι’ αυτό δεν είναι ικανοί. Προσπαθούν να συναγωνιστούν τους επαγγελματίες της ΝΔ αλλά είναι ερασιτέχνες και… υστερούν σε πόρους. Μερικές φορές καρφώνονται μόνοι τους, αν κριθεί από μια υπόθεση υπουργικής παρέμβασης που έφτασε πρόσφατα στην ΕΣΗΕΑ.

Στα χέρια των διευθυντών

Το πολιτικό ρεπορτάζ ακόμη και όταν μεροληπτεί, πρέπει να είναι ρεπορτάζ και δεν μπορεί να είναι προπαγάνδα. Είναι προϊόν δημοσιογραφικής εργασίας, όχι παραλαβή κείμενων από κάποιο κέντρο εκτός ΜΜΕ.  Αυτό το ρεπορτάζ θα πεθάνει οριστικά, αν δε υπάρξουν διευθυντικά στελέχη εφημερίδων που θα διασώσουν την τιμή των μέσων τους -και τη δική τους- καταργώντας την ενημέρωσή με αυτόν τον τρόπο.

Όποια πολιτική γραμμή και αν έχουν, σε όποιο χώρο και αν θεωρούν ότι ανήκουν, θα ωφελήσουν τη δημοσιογραφία αν αρχίσουν να πετάνε στο καλάθι τα  non papers. Αν υποχρεώσουν τους πολιτικούς συντάκτες τους να προσκομίζουν πληροφορίες που συνέλεξαν οι ίδιοι, όχι ό,τι τους πασάρουν εγγράφως -με email -οι άνθρωποι των κομμάτων.

Η κοινή γνώμη δικαιούται να ενημερώνεται για ό,τι συμβαίνει πραγματικά -έστω από τη σκοπιά του μέσου- και όχι για ό,τι θέλουν τα κόμματα. Όχι ό,τι επιλέγουν οι επικοινωνιολόγοι και ο ίματζ μέηκερς. Υπάρχει άλλωστε ένας παλιός κανόνας: όταν η κυβέρνηση -ή ένα κόμμα -θέλει να μάθεις κάτι, προφανώς δεν είναι αλήθεια.