Κίνδυνος αυτοπαγίδευσης προοδευτικών κομμάτων 

Του Χάρη Τσιόκα


Η χώρα δεν έχει ανάγκη από μία ακόμα εκλογική αναμέτρηση χωρίς καθαρό πολιτικό διακύβευμα. Έχει ανάγκη από πραγματική πολιτική αλλαγή. Και αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον προοδευτικό  χώρο δεν βρίσκεται μόνο απέναντί του . Βρίσκεται και μέσα στη  στρατηγική κομμάτων του.

Την ώρα που η κοινωνία πιέζεται από την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τις ανισότητες και την υποβάθμιση βασικών δημόσιων αγαθών, «προοδευτικές δυνάμεις» εξακολουθούν να συμπεριφέρονται σαν να έχουν την πολυτέλεια του χρόνου. Σαν να είναι σημαντικότερο ποιος θα επικρατήσει στο εσωτερικό του προοδευτικού χώρου από το αν θα υπάρξει πραγματική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. 

Η κοινωνική ανάγκη θα τιμωρήσει όσους αδιαφορούν για την πολιτική αλλαγή σ αυτές τις εκλογές .Το ερώτημα δεν είναι πότε θα στηθούν οι κάλπες. Οι πρωθυπουργοί δεν επιλέγουν ποτέ τυχαία τον χρόνο των εκλογών. Τις προκηρύσσουν όταν εκτιμούν ότι μπορούν να ελέγξουν, τους συσχετισμούς και την επόμενη ημέρα. Και όταν οι βεβαιότητες περιορίζονται, κρατούν ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, ακόμη και την αλλαγή προσώπων χωρίς αλλαγή πολιτικής.Όλα δείχνουν ότι η χώρα έχει ήδη μπει σε μακρά προεκλογική περίοδο. Το κρίσιμο, επομένως, είναι τι θα βρει απέναντί του ο πολίτης όταν έρθει η ώρα να ψηφίσει: ένα ανταγωνισμό προτάσεων που θα κρατά ανοιχτό το δρόμο της  προοδευτικής πλειοψηφίας ή ένα άθροισμα κομμάτων που θα συνεχίζουν να ανταγωνίζονται για τη δεύτερη θέση;Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Η κοινωνία ζητά αλλαγή, όχι άλλη μια μάχη χαρακωμάτωνΗ πολιτική αντιπαράθεση έχει χάσει επικίνδυνα την ουσία της. Οι προσωπικές επιθέσεις, η τοξικότητα, οι επικοινωνιακές παγίδες και η διαρκής αναζήτηση εσωτερικου εχθρού έχουν υποκαταστήσει την πολιτική σύγκρουση.Όμως η κοινωνία δεν ζει μέσα στα κομματικά επιτελεία.Ο πολίτης που δυσκολεύεται να πληρώσει τους λογαριασμούς του δεν ενδιαφέρεται για το ποιος έκανε την πιο επιτυχημένη επικοινωνιακή επίθεση. Ο μικρομεσαίος που αδυνατεί να χρηματοδοτήσει την επιχείρησή του δεν περιμένει άλλη μία εσωκομματική αντιπαράθεση. Ο νέος που σκέφτεται αν μπορεί να παραμείνει και να εργαστεί στον τόπο του δεν ζητά συνθήματα. Ζητά προοπτική.

Η ακρίβεια, η παραγωγική ανασυγκρότηση, η δημογραφική κρίση, η ερήμωση της περιφέρειας, η πρόσβαση των μικρομεσαίων στις νέες τεχνολογίες και στη χρηματοδότηση, η δημόσια υγεία και παιδεία, η κοινωνική ασφάλιση, η δίκαιη αναδιανομή του πλούτου και η αποτελεσματικότητα του κράτους δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Είναι η ίδια η πολιτική.

Και εδώ βρίσκεται η αδυναμία κομμάτων της αντιπολίτευσης.Ο αντιμητσοτακισμός μπορεί να εκφράσει την κοινωνική δυσαρέσκεια. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει από μόνος του κυβερνητική πρόταση. Η πολιτική αλλαγή κερδίζεται όταν πείσεις την κοινωνία ότι υπάρχει ένα καλύτερο «μετά».Αυτό το «μετά» σήμερα δεν έχει ακόμη αποκτήσει την αναγκαία καθαρότητα.Η κρίση εμπιστοσύνης, άλλωστε, δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση. Αφορά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Η αποχή δεν είναι απλώς αδιαφορία. Είναι πολιτική απογοήτευση και σε μεγάλο βαθμό απόρριψη. Και ειδικά η νέα γενιά δεν πρόκειται να κινητοποιηθεί από κόμματα που αδυνατούν να συνεννοηθούν ακόμη και στα αυτονόητα ή αφήνουν περιθώρια για την εμπορευματοποίηση βασικών κοινωνικών αγαθών, όπως η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική ασφάλιση.

Εδώ η ευθύνη της προοδευτικής παράταξης είναι ιστορική.Όποιος επιμένει να επενδύει στην προσωπική του στρατηγική με κομματική περιχαράκωση και στην ήττα του διπλανού του, ας γνωρίζει ότι μπορεί τελικά να πετύχει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που επιδιώκει: να γίνει ο ίδιος ο καλύτερος σύμμαχος της Νέας Δημοκρατίας

.Δεν μπορείς να διεκδικείς τη διακυβέρνηση της χώρας και ταυτόχρονα να αδυνατείς να κρατήσεις ανοιχτή την πόρτα συνεργασίας με τις δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται στον ίδιο προοδευτικό χώρο.Η ώρα των αποφάσεων δεν θα περιμένει τα κόμματα

Η εποχή των εύκολων αυτοδυναμιών έχει ουσιαστικά τελειώσει. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας θα αποτελέσουν, αργά ή γρήγορα, μέρος της νέας πολιτικής πραγματικότητας.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε κυβέρνηση συνεργασίας θα είναι και κυβέρνηση αλλαγής.Μια κυβέρνηση «ειδικού σκοπού», μεταβατική, χωρίς προοδευτικό πρόγραμμα, που απλώς θα αλλάζει πρόσωπα για να διατηρεί τις ίδιες πολιτικές, δεν αποτελεί λύση. Και μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν νίκη όχι της κοινωνίας, αλλά του συστήματος και των ισχυρών κερδοσκοπικών συμφερόντων που έχουν κάθε λόγο να φοβούνται την πραγματική αλλαγή και όχι την εναλλαγή προσώπων.Η προοδευτική παράταξη πρέπει, επομένως, να αλλάξει τη στρατηγική της .

Να εγκαταλείψει τη λογική της κομματικής περιχαράκωσης και να μεταφέρει τον ανταγωνισμό από το επίπεδο των προσωπικών φιλοδοξιών στο επίπεδο των πολιτικών προτάσεων.Να ανταγωνισθει με προτάσεις για τα μεγάλα και κρίσιμα: σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, σε ισχυρό κοινωνικό κράτος, σε δίκαιη ανάπτυξη, σε πραγματική στήριξη της εργασίας και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, σε δημόσια υγεία και παιδεία που δεν θα αντιμετωπίζονται ως πεδίο αγοράς και σε μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που θα υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων πρέπει να αφορά το ποιος θα συμβάλει περισσότερο στη διαμόρφωση μιας προοδευτικής πλειοψηφίας. Όχι το ποιος θα καταφέρει να επιβιώσει πάνω στα ερείπια του άλλου.Ο αγώνας πρέπει να είναι ένας και καθαρός: αλλαγή πολιτικής, αλλαγή προτεραιοτήτων, αλλαγή πορείας.

Γιατί αν η προοδευτική παράταξη συνεχίσει να πολεμά τον εαυτό της, η ήττα της δεν θα είναι απλώς εκλογική.Θα είναι πολιτική.Και το κόστος δεν θα το πληρώσουν μόνο τα κόμματα. Θα το πληρώσει η κοινωνία.Η ιστορία δεν χαρίζει εύκολα δεύτερες ευκαιρίες σε εκείνους που μπροστά στο κοινωνικό συμφέρον επιλέγουν τη σειρά κατάταξης στην αντιπολίτευση Και τότε η ευθύνη δεν θα ανήκει στους πολίτες που δεν πείστηκαν.

Θα ανήκει σε εκείνους που δεν κατάφεραν να τους δώσουν έναν λόγο για να πιστέψουν στην αλλαγή.