Και αν η διαχείριση του κορονοϊού είναι πολιτική και επιστημονική απάτη;

Του Γ. Λακόπουλου

Να το πάρουμε από την αρχή: Ο κορωνοϊός εμφανίσθηκε πριν από 4-5 μήνες κάπου μακριά: στην όχι και τόσο προσβάσιμη για διασταυρώσεις Κίνα.

  Κράτησε  3 μήνες, πέθαναν όσοι πέθαναν εκεί και  τελικά  η εικόνα πάγωσε: ελάχιστα κρούσματα και  σχεδόν μηδενικοί θάνατοι.

 Σ’ αυτό διάστημα  στην Ευρώπη και την Αμερική δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα  κανείς.

Οι πολιτικοί βεβαίωναν ότι ελέγχουν την κατάσταση και οι επιστήμονες δεν  έβλεπαν  κινδύνους. Καθ’ υπόδειξη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που διαβεβαίωνε ότι  δεν πρόκειται για πανδημία.

Και ξαφνικά, από τις αρχές Φεβρουαρίου κάτι αλλάζει; Τι; Αρχίζει η καταγραφή  κρουσμάτων και θανάτων. Πρώτα στην Ιταλία και ακολουθούν οι υπόλοιπες χώρες του πλανήτη,

Πάμε για δυο εκατομμύρια κρούσματα και 120 χιλιάδες θανάτους παγκοσμίως.

Για να το δούμε  όμως από μια άλλη σκοπιά:

Ας υποθέσουμε ότι θα καταγράφαμε τη γρίπη. Αρχίζουμε από τις αρχές Φεβρουαρίου να μετράμε  καθημερινά σε κάθε χώρα κάθε περιστατικό και κάθε θάνατο εξ αίτιας της γρίπης.

Στα καθ’ ημάς βγαίνει κάθε μέρα ο καθηγητής Τσιόδρας και μας ενημερώνει πόσοι υπέκυψαν από κρίση και πόσοι νοσηλεύονται στις ΜΕΘ. Από γρίπη και τις επιπλοκές της.

Πόσοι θα πεθάνουν μετά

Το 2019 απολογιστικά  πέθαναν από γρίπη σε ολόκληρο τον πλανήτη 500  χιλιάδες άνθρωποι. Ορισμένοι λένε περισσότεροι,  καθώς η καταγραφή  δεν ήταν τόσο συστηματική.

 Με την επιφύλαξη της άγνωστης εν τέλει εξέλιξης της σημερινής «καταμέτρησης» οι 120 χιλιάδες θάνατοι είναι μικρό υποπολλαπλάσιο.

Αλλά ας πούμε -και χτυπάμε ξύλο- ότι θα φτάσουν στους αριθμούς του 2019. Ή και θα τους ξεπεράσουν κατά πολύ. Θα έχουμε παγκοσμίως  2-3 εκατομμύρια θανάτους.

Λυπηρό, για όσους χάνονται- από ένα σύνολο 7,5 δισ. ψυχών σε όλο τον κόσμο.  Αλλά κάποιος πιο ψύχραιμος θα ρωτούσε:

-Και λοιπόν; Για να περιορίσουμε αυτούς τους θανάτους πρέπει να τινάξουμε στον αέρα την παγκόσμια οικονομία -με αποτέλεσμα να χαθούν στη συνέχεια απείρως πολύ περισσότεροι; Πρέπει να αναστείλουμε , μερικώς έστω, τη Δημοκρατία;

Είναι λογική η συλλογική αντίδραση -καθυστερούμενη ασφαλώς- με τους περιορισμούς  κινήσεων, δικαιωμάτων ελευθεριών, με μέτρα αδιανόητα για δημοκρατικές και καπιταλιστικές χώρες;

Τι ακριβώς θα κερδίσει ο πλανήτης αν -μέχρι να βρεθεί φάρμακο και εμβόλιο- σωθούν μερτικά εκατομμύρια άνθρωποι, αλλά θα καταρρεύσουν οι όπου γης οικονομίες.

Δεν θα πεθάνουν πολύ περισσότεροι στη συνέχεια; Πόσοι θα πεθάνουν από τα μέτρα για να μην πεθάνουν;…

Επιπλέον είναι κυνική η σύγκριση, αλλά νοιάστηκε ποτέ κανείς  για τα εκατομμύρια που πεθαίνουν κάθε χρόνο στον Τρίτο Κόσμο; Από αιτίες που μπορούν να αντιμετωπισθούν, αλλά αρνείται ο αναπτυγμένος κόστος να   διαθέσει φαγητό, φάρμακα, εκπαίδευση και απασχόληση.

  Αν αυτοί είναι υπανάπτυκτοι και καταδικασμένοι στην μοίρα που τους όρισε η αποικιοκρατία, γιατί δεν σκέφθηκε ποτέ κανείς να κλείσει τον κόσμο στο σπίτι του επειδή μερικά εκατομμύρια πεθαίνουν από τροχαία ατυχήματα;

Γιατί δεν ακινητοποιείται η οικονομία και η κοινωνία επειδή πεθαίνουν πολλοί από καρκίνους,  καρδιοπάθειες ακόμη και την παχυσαρκία. Για να μην πάμε στα  ναρκωτικά και τους πολέμους ή ένα σωρό ασθένειες που θερίζουν στην πολιτισμένη Δύση.

Αν  αυτά τα μέτρα μπορούν να σώσουν και σ’ αυτές τις περιπτώσεις ζωές γιατί δεν τα σκέφθηκε κανείς;

Γιατί δεν στερούμε ελευθερίες, δεν επιβάλουμε τηλεργασία, δεν απαγορεύουμε την  κυκλοφορία για να αποφύγουμε αυτούς τους θανάτους, που είναι πολλαπλάσιοι των θυμάτων του κορωνοϊού.

Αυτή την απόσταση ανάμεσα στα θύματα του κορονοϊού και στις άλλες αίτιες θανάτου έχει σημειώσει ήδη ο καθηγητής του ΜΙΤ K. Δασκαλάκης.

Ενας άλλος  Έλληνας διακεκριμένος επιστήμονας ο Γ. Ιωαννίδης  από το Στάνφορντ, διατύπωσε αμφιβολίες για την εγκυρότητα των δεδομένων που οδηγούν στα συγκεκριμένα μέτρα.

Ο καθηγητής Ιωαννίδης έγινε διάσημος από την έρευνα που δημοσίευσε το 2005 με την οποία  απέδειξε τα περισσότερα ευρήματα επιστημονικών ερευνών δεν είναι ακριβή, και οδηγούν σε ανύπαρκτους ισχυρισμούς, που προκύπτουν από  λανθασμένα  στατιστικά στοιχεία

Το πήδημα από το βράχο

Στις 21 Μαρτίου ο καθηγητής του Στάνφορντ έγραψε σε έγκυρο αμερικάνικο ενημερωτικό ιατρικό περιοδικό, ένα άρθρο για γη διαχείριση του κορωνοϊού που οδήγησε στο lock-down με τον τίτλο: «Είναι το μεγαλύτερο φιάσκο του αιώνα;»

Εκεί μιλάει για αναξιόπιστα στοιχεία για τον κορονοϊό που έχουν οδηγήσει  σε επιστημονικά συμπεράσματα και πολιτικές αποφάσεις.

«Δεν  ξέρουμε αν τα πραγματικά κρούσματα είναι 3πλάσια ή 300 φορές παραπάνω. …Το φιάσκο της έλλειψης δεδομένων δημιουργεί τεράστια αβεβαιότητα για τη θνητότητα από τον ιό. Τα επίσημα νούμερα είναι ανούσια μιας και οι διαγνωστικές αναλύσεις πραγματοποιούνται κυρίως σε αυτούς με σοβαρή νόσο και κακή πρόγνωση».

Θέτει το ερώτημα που απασχολεί τους πάντες:

 « Για πόσο καιρό  θα πρέπει να ακολουθήσουμε αυτά τα μέτρα, και τι θα γίνει αν η πανδημία συνεχίσει για μεγάλο διάστημα; Πώς θα ξέρουμε αν τα μέτρα είναι στη σωστή κατεύθυνση ή τελικά προκαλούν περισσότερο κακό»;

Ο ίδιος δίνει την αυτονόητη απάντηση: «Εάν αποφασίσουμε να πηδήξουμε από το βράχο, χρειαζόμαστε κάποια στοιχεία για να ξέρουμε αν είναι λογική μια τέτοια ενέργεια και ποιες είναι οι πιθανότητες να προσγειωθούμε κάπου ασφαλείς».

Το ερώτημα λοιπόν είναι αν κάποιοι μας έβαλαν να πηδήξουμε από το βράχο χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι που θα προσγειωθούμε. Ποιοι;

Οι πολιτικοί που αδράνησαν χρόνια για την προετοιμασία των συστημάτων Υγείας και επί μήνες για την προφύλαξη από τον συγκεκριμένο ιό. Και  οι επιστήμονες που τους συμβουλεύουν, χωρίς να διαθέτουν τα αναγκαία δεδομένα.

Δεν θα θέλαμε να ξέρουμε τι θα συμβεί αν η διαχείριση του κορωνοϊού αποδειχθεί πολιτική και επιστημονική απάτη. Πάνω στην οποία κυβερνήσεις- καλή ώρα- κάνουν πολιτικό παιχνίδι και επιστήμονες   σταδιοδρομούν χωρίς πυξίδα.