Σάββατο 19 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Καλά τα πτυχία του Κυριάκου, αλλά ας διαβάσει και λίγη ιστορία

Του Γ. Λακόπουλου

Κάποιοι μέσα στην μαύρη απελπισία τους, που δεν βλέπουν να ξαναγίνονται τα πράγματα όπως τα ήξεραν, λένε και γράφουν ότι η δουλειά της αντιπολίτευσης είναι να κάνει αντιπολίτευση και σε καμία περίπτωση να ψηφίζει οτιδήποτε μαζί με την κυβέρνηση. Γιατί η δουλειά της αντιπολίτευσης  είναι να γίνει κυβέρνηση και αν ψηφίζει μαζί με την κυβέρνηση  τότε πώς θα πάρει τη θέση της;

Κατά ένα περίεργο τρόπο ακριβώς με αυτό το πνεύμα  μίλησε ο πρόεδρος της ΝΔ στα κοινοβουλευτικά στελέχη του κόμματός του που παριστάνουν τους …σκιώδεις  υπουργούς, ενώ ο ίδιος έχει διευκρινίσει ότι δεν είναι.

Το σόφισμα για τον ορισμό της αντιπολίτευσης και του ρόλου της είναι τόσο παιδαριώδες ώστε μόνο ως παραπλάνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη -σε μια πολιτική που αμφισβητείται από το ίδιο το κόμμα του- μπορεί να σταθεί.

Προφανώς η αντιπολίτευση κάνει αντιπολίτευση μέχρι να γίνει κυβέρνηση. Αλλά το θέμα δεν είναι αν ψηφίζει ή όχι τα κυβερνητικά μέτρα. Είναι πως συμπεριφέρεται γενικότερα σε μια συγκυρία που απαιτείται συσπείρωσή δυνάμεων για να αντιμετωπιστούν θέματα που υπερβαίνουν τις αντοχές ενός κόμματος.

Άλλο να μην στηρίζεις και να μην συμπράττεις με την κυβέρνηση και άλλο να υπονομεύεις.

Η συλλογική υποστήριξη της χώρας υπερτερεί των επιδιώξεων του ενός ή του άλλου κόμματος. Γι’ αυτό και ενίοτε κόμματα με εντελώς διαφορετική φυσιογνωμία και  διαφορετικές επιδιώξεις  συμπράττουν στη διακυβέρνηση. Μέχρι να ξεπεραστεί η εθνική δυσκολία και μετά επανέρχονται  στις αντιπαραθέσεις τους.

Συνέβη στο παρελθόν στην Ελλάδα, συμβαίνει και αλλού.  Παράδειγμα στη Γερμανία, όπου δυο ιστορικά αντίπαλοι κομματικοί σχηματισμοί μια χαρά συγκυβερνούν.

Οι επιλογές της αντιπολίτευσης δεν είναι μόνο: συγκυβέρνηση ή όχι σε όλα. Δεν είναι απαραίτητο να ψηφίσει κάτι που προτείνει η κυβέρνηση για να συμβάλλει στην υπέρβαση μιας δυσκολίας που δεν αφορά μόνο τη κυβέρνηση- ακόμη και αν έχει ευθύνη για την διόγκωση της, αλλά αφορά τη χώρα.

Μπορεί να μην ψηφίζει κυβερνητικές προτάσεις, αλλά δεν χρειάζεται να τρέχει στο εξωτερικό και να λέει στο έναν και στον άλλον ότι η ελληνική κυβέρνηση  φταίει για όλα και πρέπει να συμβάλλουν οι ξένοι στην απομάκρυνσή της για να πάρει τη θέση της.

Για να το κάνουμε συγκεκριμένο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μπορούσε να υπερασπιστεί τη θέση «όχι σε όλα»- αν έτσι κρίνει και θα κριθεί γι’ αυτό.  Αλλά δεν μπορεί να υπερασπιστεί τη συμπεριφορά του ενώπιον της Μέρκελ και του Σόιμπλε που έδειξαν με τον τρόπο τους να μην καταλαβαίνουν πως γίνεται Έλληνας πολιτικός να λέει ότι για τις καθυστερήσεις στην αξιολόγηση και τα προβλήματα στο προσφυγικό ευθύνεται η … Ελλάδα.

Πώς νοείται να τους λέει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει κάνει μεταρρυθμίσεις και αλλαγές όταν οι ίδιοι  -και πολλοί άλλοι αρμόδιοι στην Ευρώπη-έχουν δηλώσει ότι έκανε περισσότερα από κάθε άλλη κυβέρνηση.

Ο Κυριάκος μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν ψηφίζει τίποτε από κοινού με την κυβέρνηση. Αλλά πώς θα εξηγήσει ότι έχει αντιπροέδρους και τον Κωστή Χατζηδάκη και τον Άδωνι  Γεωργιάδη; Ότι αντί για το ύφος δημόσιας παρουσίας, το πολιτικό περιεχόμενο και συγκροτημένο λόγο του πρώτου προτιμάει τις κραυγές και τα μεταμεσονύκτια παραληρήματα του δευτέρου σε περιθωριακά κανάλια- όπως έκανε κατά τη θητεία του δίπλα στον Καρατζαφέρη και τον ακροδεξιό ΛΑΟΣ;

Μπορεί να μην ψηφίζει μέτρα για την αξιολόγηση έστω και αν είναι αξίωση των δανειστών που θα τα είχε αποδειχθεί και ίδιος, αν ήταν στην κυβέρνηση, αλλά έχει σημασία ο τρόπος και η φρασεολογία, η ένταση, αν θέλει να στηρίξει τη χώρα.

Άλλο να μην ψηφίζει ό,τι προτείνει η κυβέρνηση και άλλο να προκαλεί διαρκώς πολιτική πόλωση, να καλλιεργεί την όξυνση, προσφέροντας κάλυψη στους έξαλλους του χώρου του.

Μπορεί να μην αποδέχεται τις θέσεις στελεχών του κόμματος ότι υπάρχουν θέματα που υπερβαίνουν τις κομματικές διαφορές και να τους απειλεί με απομάκρυνση, αλλά δεν  δικαιούται να διακηρύσσει ότι η αντιπολίτευση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συμπέσει με την κυβέρνηση σε θέματα εθνικής προτεραιότητας.

Αν θα ήθελε να δώσει κάποιος μια ευχή στον πρόεδρο της  ΝΔ θα ήταν να  ξεφύγει από την επιρροή κάποιων φλούφληδων -που τον αβαντάρουν γιατί πιστεύουν ότι αν επικρατήσει θα αποφύγουν τα αφεντικά τους τη λογοδοσία για τα πεπραγμένα τους και οι ίδιοι θα ξαναπάρουν τους χρυσοπληρωμένους ρόλους τους.

Να μιλήσει με άλλους στη παράταξή του, που θα του εξηγήσουν ότι η σύγχρονη πολιτική δεν είναι το δίλημμα: ή κυβέρνηση ή αντιπολίτευση. Είναι συνθετική λειτουργία που ορίζεται από τα συμφραζόμενα της συγκυρίας.  Ότι ένα κόμμα -ως ανώτερη μορφή οργάνωση τους λαού και όχι ως δικολάβος συμφερόντων- μέχρι να  αναλάβει τη κυβέρνηση μπορεί να συνδράμει την χώρα. Και ότι θα το βρει μπροστά του. Όπως θα βρει και την άρνησή του.

Αλλιώς πάμε σε δράματα, σαν αυτά που είναι γεμάτη η ιστορία του ελληνικού κράτους από τη ίδρυσή του. Θα ήταν ευχής έργο κάποιος από τους συνεργάτες του προέδρου της ΝΔ στην καθημερινή ενημέρωση που του κάνουν, αντί να δείχνουν τα δημοσιεύματα  των “γελωτοποιών του βασιλέως” και ανεξέλεγκτες «πίτες» δημοσκόπων, αντί να τον μοντάρουν με τους κανόνες μιας συγκεκριμένης σχολής πολιτικού μάρκετινγκ να του συστήσουν ένα – δυο έγκυρα βιβλία ιστορίας.  Π.χ. του Στάθη Καλύβα και του Γ. Δερτιλή.