Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Κεντροαριστερά και στο «βάθος» Νέα Δημοκρατία

Του Μενέλαου Γκίβαλου* 

Τον Μάιο του 2012, κατά την πρώτη από τις δύο επάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις που οδήγησαν στη συγκυβέρνηση Ν.Δ. – ΠΑ.ΣΟ.Κ, «αποτυπώθηκε» η βαθειά κοινωνική μεταστροφή, το προείκασμα των εξελίξεων και των γεγονότων που συντελέσθηκαν από τότε και καθορίζουν μάλιστα και τη σημερινή συγκυρία.

Από το 2012 μέχρι σήμερα παρακολουθήσαμε την οριστική, ιστορικής σημασίας, κατάρρευση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τη γρήγορη μετάλλαξη τη Ν.Δ. σε ένα νεοφιλελεύθερο- ακροδεξιό «σχήμα». Μια μετάλλαξη μη αντιστρεπτού χαρακτήρα. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι έκτοτε οι ριζικές αυτές μεταβολές αποτυπώθηκαν στις εκλογικές αναμετρήσεις που επακολούθησαν, πιστοποιώντας και αριθμητικά ότι το άθροισμα των δύο παραδοσιακών πυλώνων της διακυβέρνησης είχε άνω όριο το 35% περίπου του εκλογικού σώματος. Σε αντίθεση βεβαίως προς τους δείκτες αυτούς η ηθική και πολιτική απαξία των κομμάτων αυτών ακολούθησε την ανιούσα.

Από την περίοδο εκείνη μέχρι σήμερα το εγχώριο σύστημα συμφερόντων (επικουρούμενο κάποιες φορές από «εξωχώρια» κέντρα των δανειστών) επιχείρησε και επιχειρεί να επιλύσει ένα σύνθετο πρόβλημα: Να «κατασκευάσει» ένα ενδιάμεσο «σχήμα» το οποίο θα είναι ικανό να διεκπεραιώσει ένα διπλό ρόλο: Από τη μια πλευρά να αποτελέσει «ανάχωμα» απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να αποτραπεί η διείσδυση και η οργανική σχέση του κυβερνώντος κόμματος με την κοινωνική πλειοψηφία που στήριζε παραδοσιακά το ΠΑ.ΣΟ.Κ., ενώ ταυτόχρονα να μπορεί να διατηρεί «ανοικτές γέφυρες» και σχέσεις με τη Ν.Δ. στην προοπτική μάλιστα μιας μέλλουσας κυβερνητικής σύμπραξης και συνεργασίας.

Ο ένας ρόλος απαιτεί, έστω και προσχηματικά μια αριστεροφανή, κεντροαριστερή ή κατά τα ευρωπαϊκά ειωθότα, σοσιαλδημοκρατική «ταυτότητα», ο άλλος ρόλος επιβάλλει την μετα-μοντέρνα μεταρρυθμιστική «ταυτότητα», που μπορεί να αποτελέσει το προκάλυμμα του πιο άγριου νεοφιλελευθερισμού.

Αυτή η βασική αντίφαση που δεν μπορεί να ξεπερασθεί οδήγησε σε αποτυχία μια σειρά «εγχειρημάτων» που επιχειρούνται εδώ και χρόνια. Παρακολουθήσαμε την ιστορία των «τεσσάρων», των «58», της «Ελιάς», της ΔΗΣΥ, ενώ παράλληλα το σύστημα των συμφερόντων και της διαπλοκής κατασκεύασε εναλλακτικά το «Ποτάμι» και πριμοδότησε προκλητικά την «Ένωση Κεντρώων» που απέκτησε και αυτή «σοβαρότητα», όπως «κατ’ αντίστιξιν» και η «Χρυσή Αυγή».

Την περίοδο αυτή με το νέο εγχείρημα του φορέα της κατ’ όνομα «κεντροαριστεράς» επιχειρείται μια τελευταία ίσως προσπάθεια… Συγκεντρώνει, άραγε, προϋποθέσεις επιτυχίας το νέο «εγχείρημα»; Τί άλλαξε σε επίπεδο πολιτικών θέσεων, ιδεολογικών αντιλήψεων ή κοινωνικών αναφορών σε σχέση με τις προηγούμενες αποτυχημένες απόπειρες;

Κόμμα από «υλικά κατεδαφίσεως»

Κατ’ αρχάς η συνάθροιση και συμπαρουσία κομμάτων, φορέων -μορφωμάτων και πολιτικών προσώπων που έχουν αποτύχει και έχουν απαξιωθεί στην κοινωνική- λαϊκή συνείδηση δεν μπορεί να παραγάγει πολιτική και κοινωνική δυναμική, αλλά παραμένει ένα άμορφο «συμπίλημα» αντιθέσεων, ατομικών και συλλογικών σκοπιμοτήτων. Η όποια (επιδιωκόμενη) σύνθεση και υπέρβαση απαιτεί μια σοβαρή και ξεκάθαρη πολιτική στρατηγική, η οποία θα οριοθετήσει τη θέση του «νέου φορέα» απέναντι στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο, και στους εγχώριους κομματικούς του εκπροσώπους. Όμως η παντελής απουσία κεντρικού πολιτικού- στρατηγικού λόγου, συγκεκριμένων δεσμεύσεων και αναφορών κυριάρχησε καθ’ όλη τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα για την ανάδειξη του ηγέτη της «κεντροαριστεράς», πλην ελαχίστων, αποσπασματικού χαρακτήρα, εξαιρέσεων.
Ποιο είναι, συνακόλουθα, το πολιτικό περιεχόμενο της ψήφου των πολιτών που κλήθηκαν να αναδείξουν τη νέα ηγεσία; Πρόκειται, άραγε, για μια ουδετεροποιημένη- «αποχρωματισμένη» ψήφο, για μια εν λευκώ εξουσιοδότηση;

Όσον αφορά στο περιεχόμενο της ψήφου των πολιτών αυτή είναι, δυστυχώς, η πραγματικότητα. Όμως, πίσω από αυτήν έχει ήδη διαμορφωθεί και προκαθορισθεί ο ρόλος και οι πολιτικές επιλογές του νέου «κεντροαριστερού» φορέα.

Η πρώτη βασική στάση και επιλογή αφορά στην αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης. Ως θεμελιώδης όρος της ύπαρξης και της επιβίωσης του «νέου φορέα» θεωρείται η ήττα και η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ιδιαίτερα θεωρεί ότι η πλήρης συρρίκνωση και η απαξίωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι αποτέλεσμα ενός ιστορικού λάθους, οφείλεται σε μια «ιστορική απάτη» που οδήγησε την κοινωνική- εκλογική βάση του στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι σφοδρές, ακραίες και κάποιες φορές ιταμές επιθέσεις προς την κυβέρνηση και το πρόσωπο του πρωθυπουργού θα λειτουργήσουν ως «καταλύτης», ώστε οι «εξαπατηθέντες» ψηφοφόροι, συνειδητοποιώντας το «αμάρτημά» τους, να επανέλθουν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. (ή στον νέο φορέα), σύμφωνα με το πρότυπο της παλίρροιας και της αμπώτιδος..

Γι’ αυτό και η ακραία αντιπαράθεση και η εφ’ όλης της ύλης σύγκρουση με τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση εκφεύγουν των ορίων ενός συνήθους κομματικού ανταγωνισμού και προσλαμβάνουν ολοκληρωτικό, «οντολογικό» χαρακτήρα: Η κατάρρευση και καταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, sine qua non,πρώτη και απόλυτη προϋπόθεση για την επιβίωση και την προοπτική του αυτοαποκαλούμενου «κεντροαριστερού» εγχειρήματος.
Ακραίο Νεοφιλελεύθερο Κέντρο

Όμως, η ενσωμάτωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και των κινήσεων και μορφωμάτων που συμπαρατάσσονται με αυτό στο νεοφιλελεύθερο -αγοραίο πρότυπο αποτελεί βασική παράμετρο που καθορίζει την ίδια την προοπτική και την πολιτική ταυτότητα του εγχειρήματος της «κεντροαριστεράς».

Δεν πρόκειται για κάποια συγκυριακού χαρακτήρα απόφαση και επιλογή, δεν συνιστά μια κίνηση τακτικού χαρακτήρα. Αφορά, αντίθετα, μια ιστορική πορεία που διανύθηκε από τον Απρίλιο του 2010 μέχρι σήμερα. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν διαχειρίσθηκε απλώς τα μνημόνια, αλλά τα ιδιοποιήθηκε και τα διαφήμισε. Κατέστησε τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις περί πολιτικής, οικονομίας και κοινωνίας, πυρήνα της πολιτικής του ταυτότητας και δράσης.

Ακόμη και σήμερα το «Καστελόριζο» και το πρώτο μνημόνιο «δοξολογείται» ως σωτηριολογική πράξη και επιλογή. Το ίδιο συμβαίνει με το PSI του Ευ. Βενιζέλου, με τον διορισμό του Λ. Παπαδήμου ως πρωθυπουργού, με τη συγκυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ.- Ν.Δ. υπό τον Α. Σαμαρά. Αυτές όμως οι επιλογές δεν υπήρξαν τυχαία και συγκυριακά γεγονότα. Αντίθετα διαμόρφωσαν ένα μηχανισμό καταστροφής της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας και οδήγησαν στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος και των θεσμών. Δεν αποτελούν ένα μακρινό παρελθόν αλλά καθορίζουν τη σημερινή πραγματκότητα και το μέλλον μιας ακόμη γενιάς…

Συνακόλουθο των επιλογών αυτών είναι η ισχυρή επιρροή που ασκούν τα συστημικά ? διαπλεκόμενα συμφέροντα στους φορείς και στα μορφώματα του «κεντρώου»- «κεντροαριστερού» χώρου. Η πολιτική «ατζέντα» και η στάση στο Κοινοβούλιο των κομμάτων αυτών αποκαλύπτουν ότι προασπίζουν άνομα επιχειρηματικά συμφέροντα, μεγάλους φοροφυγάδες και φοροκλέπτες και -με ιδιαίτερη ζέση- τους «ολιγάρχες» των συστημικών Μ.Μ.Ε…

Αυτά τα τρία βασικά στοιχεία, δηλαδή, η ενσωμάτωση στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο, η οργανική σχέση συμπόρευσης που οικοδομήθηκε με τη Ν.Δ. και η υποταγή στα συμφέροντα του συστήματος της διαπλοκής καθορίζουν αφενός τις βασικές επιλογές και την προοπτική του εγχειρήματος της «κεντροαριστεράς», ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνουν τις πολιτικές και ιδεολογικές «γέφυρες» για τη συνεργασία με την νεοφιλελεύθερη – ακροδεξιά Ν.Δ. σε κυβερνητικό επίπεδο…

Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι η ίδια η κοινωνία αδιαφορεί ή και στρέφει τα νώτα σε όλες αυτές τις διαδικασίες και τις εξελίξεις. Εδώ και καιρό άλλωστε η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία έχει πάρει τις αποφάσεις της και αγωνίζεται για μια ελπιδοφόρο διέξοδο.

Η ταμπέλα της «κεντροαριστεράς» ή της «σοσιαλδημοκρατίας» δεν μπορεί να κρύψει τη σκληρή πραγματικότητα: Γιατί πίσω από την όποια ταμπέλα αναδύεται μια «ευπρεπέστερη» εκδοχή του νεοφιλελεύθερου προτύπου της «κοινωνίας της ζούγκλας»: Είναι το ακραίο- νεοφιλελεύθερο- κέντρο που προορίζεται να αναλάβει το ρόλο της βακτηρίας του συστήματος, όταν «η περίστασις το απαιτήσει».

* Ο Μενέλαος Γκίβαλος είναι Αναπλ. Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Αθηνών