Κολασμένος Σεπτέμβρης: Η απομυθοποίηση Μητσοτάκη, το Κίνημα Αλλαγής και η αποσυσπείρωση του αντισύριζα μπλοκ σπέρνουν παράξενους ανέμους

Του Διογένη Λόππα

Οι αματέρ χειρισμοί του πρωθυπουργού στο πρόσφατο φιάσκο του ανασχηματισμού, έφεραν στην επιφάνεια μια πολιτική αστάθεια που εδώ και αρκετό καιρό είχε αρχίσει να συσσωρεύεται κάτω από την επιφάνεια μιας φαινομενικά ανέμελης διακυβέρνησης.  Με τρεις απολύτως άστοχες πολιτικές κινήσεις, ο κ. Μητσοτάκης κατόρθωσε το ακατόρθωτο, κάτι άλλωστε που συμβαίνει αρκετά συχνά σε όσους αυτάρεσκα τοποθετούν τον εαυτό τους στην σκακιστική κατηγορία Κασπάροβ, νομίζοντας ότι δημιουργούν υψηλή πολιτική τέχνη, όμως, φεύ, τα κυβικά τους βρίσκονται εγγύτερα του συμπαθούς Μαυρογυαλούρου.

Αναφέρομαι βέβαια στην προσπάθεια προσεταιρισμού του ναυάρχου Αποστολάκη, στην ηχηρή αποπομπή Χρυσοχοϊδη και στην υπουργοποίηση Πλεύρη.  Στην περίπτωση Αποστολάκη υπολόγιζε να καταφέρει τελειωτικό χτύπημα στην αντιπολίτευση, αλλά τελικά πήρε φόρα και χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο.  Στην περίπτωση Χρυσοχοϊδη πίστεψε ότι θα καθαρίσει μια και έξω από το ζήτημα των ευθυνών, αλλά έστρεψε εναντίον του τον κεντρικό πυλώνα του στενού του συστήματος εξουσίας.  Στην περίπτωση Πλέυρη, θεώρησε χρήσιμο να κλείσει το μάτι στις χλαμύδες και να υπενθυμίσει στους τοξικούς ακραίους τον χώρο καταγωγής τους, πλην όμως έστρεψε εναντίον του μια σειρά από καθοριστικούς παίκτες εντός και εκτός συνόρων, από την Κομισιόν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έως το ΚΙΣ, την κοινότητα των ΜΚΟ και τους μετριοπαθείς κεντρώους με τις παραδοσιακές καραμανλικές αναφορές.  Τρία στα τρία ο μπαγάσας.

Από τις τρεις παραπάνω γκάφες ολκής, η πιο επίπονη για το σύστημα εξουσίας που με κόπο προσπαθεί να εγκαθιδρύσει από τη μέρα που εξελέγη σχεδόν πραξικοπηματικά πρόεδρος της ΝΔ, είναι η γκάφα Χρυσοχοϊδη.  Σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού, καθώς στην πολιτική όλα είναι ζήτημα διαχείρισης συμβόλων, διατήρησε στην κυβέρνηση εν είδη τιμητικής αποστρατείας τους υπόλοιπους καρατομηθέντες, όχι όμως το πιο εμβληματικό πρόσωπο της προερχόμενης από το Σημιτικό ΠΑΣΟΚ κεντρώας νομενκλατούρας.  Η ακτανόητη αυτή κίνηση προκάλεσε δικαιολογημένα την αγανάκτηση μιας σειράς γραφιάδων που μέχρι εκείνη τη μέρα στήριζαν με αληθινό πάθος ακόμα και τις πιο παρανοϊκές κυβερνητικές απορυθμίσεις.  

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο κ. Καραχάλιος, σαρξ εκ σαρκός της ΝΔ, η κυβέρνηση διατηρεί payroll με 350 (τριακόσιους πενήντα!!!) δημοσιογράφους.   Όπως επίσης είναι ευρύτερα γνωστό, το υπάρχον σύστημα εξουσίας διατηρεί στενότατους δεσμούς (εως παρεξηγήσεως) με το σύνολο των ολιγαρχών που επιχειρούν ποικιλοτρόπως στο χώρο των ΜΜΕ.  Αυτή είναι μια αναγκαία συνθήκη επικράτησης, δεν είναι όμως ικανή.  Και αυτό γιατί τόσο οι (παρα)σιτιζόμενοι γραφιάδες, όσο και οι αγαπημένοι μας ολιγάρχες, δεν αγάπησαν ξαφνικά τον πρωθυπουργό, ούτε γοητεύθηκαν από τα μοναδικά του χαρίσματα:  Απλούστατα έχουν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι ο πολιτικός αυτός εξυπηρετεί καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τα στενά επιχειρηματικά τους συμφέροντα.

Αυτή η στήριξη, σε βαθμό ασυλίας, που απολαμβάνει η κυβέρνηση από τα ΜΜΕ και που έχει οδηγήσει την άλλοτε πολυφωνική ελληνική δημοσιογραφία σε μια ακραία αντιδημοκρατική κατάσταση »μοναδικής άποψης», δεν παρέχεται χωρίς προϋποθέσεις.  Ιδιαίτερα η προσχώρηση των παραδοσιακών ιστορικών εφημερίδων της κεντροαριστεράς στη ΝΔ, παρέχεται υπό την προϋπόθεση ότι ο χώρος αφενός συγκυβερνά χωρίς πολλά προσχήματα με το σύστημα Σημίτη/Βενιζέλου (αυτό που θα ονομάζαμε »εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ -άσχετα αν οι μνήμες το καταδιώκουν ως μάλλον »αναχρονιστικό ΠΑΣΟΚ»-), αφετέρου δε η άκρα δεξιά πτέρυγα οφείλει να βρίσκεται στο περιθώριο και να υποεκπροσωπείται τόσο μόνο όσο να υποστηρίζει τις κεντρικές επιλογές, δηλαδή να μην εξωθείται σε διάσπαση.  Επίσης κάθε σκέψη περί συνεννοήσεως με την αξιωματική αντιπολίτεθση θα πρέπει να αποκλειστεί με κάθε κόστος, καθώς αυτή παραμένει ο νούμερο ένα εχθρός των ολιγαρχών, επειδή σωστά ή λάθος θεωρείται υπαρξιακός κίνδυνος.

Έτσι η τριπλή γκάφα Μητσοτάκη εξέπεμψε πολλαπλά SOS στον κεντρικό πυλώνα στήριξης του συστήματός του, αφού την ίδια ώρα που αποδοκιμάστηκε ο κ. Χρυσοχοϊδης, επιχειρήθηκε σύγκλιση με τον υπαρξιακό εχθρό και ταυτόχρονα δόθηκε η εντύπωση ότι οι ακραίοι αποκτούν σαφές προβάδισμα στο υπουργικό συμβούλιο έναντι κάθε άλλης συνιστώσας.  Η αντίδραση των ολιγαρχών υπήρξε άμεση, συντριπτική και την απολαύσαμε όλοι, είτε στην έκρηξη του αγαπητού Ιωάννη Βαπτιστή, είτε στις αποστροφές του κ. Πορτοσάλτε, είτε στα βλοσυρά πρωτοσέλιδα και τα δύσπεπτα κεντρικά δελτία των καναλιών.

Μέσα σε αυτό το πρωτοφανές shitstorm, το Κίνημα Αλλαγής επιχειρεί την υπέρβασή του, μια προσπάθεια η οποία είτε θα το καταδικάσει σε οριστική εξαφάνιση, αν το κοινό του δεν ικανοποιηθεί από την εκλογή, είτε θα του επιτρέψει να επανέλθει στην κεντρική πολιτική σκηνή σε μια συγκυρία όπου η απομυθοποίηση Μητσοτάκη και η απλή αναλογική φαίνεται να ανατρέπουν όλες τις μέχρι τώρα σταθερές και ακόμα και τις πίττες και τις κολώνες των δημοσκοπήσεων.  Αν λοιπόν επικρατήσει ο εκλεκτός των ολιγαρχών και διωκόμενος από τη δικαιοσύνη πρώην υπουργός ( ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω φαίνεται να χάνει σταδιακά την υποστήριξη λόγω των κεντρικών εξελίξεων), δείχνει ότι συμπαρασύρει το κόμμα του σε ένα μεταμοντέρνο Ζάλογγο, χέρι χέρι με την παραπαίουσα κυβέρνηση.  Αν όμως επικρατήσει η τωρινή αρχηγός ή ο πολύπειρος κ. Καστανίδης, το Κίνημα Αλλαγής φαίνεται να έχει ελπίδες ανάκαμψης που ενδέχεται, λόγω απλής αναλογικής, να το οδηγήσουν σε μια κυβερνητική συνεργασία με έναν ανανεωμένο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ που ήδη αρχίζει να αλληθωρίζει προς το κέντρο.  

Δηλαδή αρχίζει να διαγράφεται καθαρά στον ορίζοντα μια παλιννόστηση της πάλαι ποτέ κεντροαριστεράς, η οποία ας μην ξεχνάμε ότι υπήρξε ιστορικά πλειοψηφική παράταξη με δυναμική αυτοδυναμίας.  Σε αυτό συγκλίνουν τρείς καθοριστικοί παράγοντες:

  • Η αδυναμία της κυβέρνησης να διατηρήσει τη συνοχή της και το επικοινωνιακό της Imperium
  • Το τελικό ξεκαθάρισμα στο Κίνημα Αλλαγής και τη σρατηγική απόφαση της νέας του ηγεσίας να παραμείνει ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και να μην μεταλαχθεί σε δεκανίκι της δεξιάς (ιδιαίτερα της σκληρής δεξιάς που αναδύεται μέσα από την ισχυροποίηση του ΛΑΟΣ και την επιβολή εξοργιστικών -για τη μεσαία τάξη που παραδοσιακά εκπροσωπεί το κόμα αυτό-  νομοσχεδίων
  • Η μετεξέλιξη του κ. Τσίπρα σε έναν σύγχρονο αριστερό Ευρωπαίο πολιτικό με το βλέμμα στις σύγχρονες προκλήσεις των δυτικών κοινωνιών, μακριά από τον ανερμάτιστο πολακισμό και την άσκηση επαναστατικής γυμναστικής για να γίνεται αρεστός στα ορφανά του ΚΚΕ εσωτερικού

Πολλά θα κριθούν επίσης, όχι μόνο από τις εξελίξεις σε ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και Κίνημα Αλλαγής, αλλά και στο κρίσιμο ΄’ραντεβού το Σεπτέμβρη» των γερμανικών εκλογών, όπου είναι πολύ (μα πάρα πολύ) πιθανόν η νέα κυβέρνηση να αποτελεί μια συνεργασία των σοσιαλδημοκρατών με την αριστερά (πράσινοι, Die Linke).  Αν λοιπόν η πρωτεύουσα της Ευρώπης οδηγηθεί σε μία τέτοια εξέλιξη, κάτι τέτοιο θα επηρρεάσει σίγουρα και τη μακρινή επαρχία των Βαλκανίων, όπου μπορεί να αποδειχθεί ότι ο διπολισμός ίσως δεν είναι η μοναδική πολιτική προοπτική: Ίσως τελικά υπάρχει διακριτός χώρος για μια σύνθετη κεντροαριστερά η οποία μπορεί να περιλαμβάνει ένα σύγχρονο αριστερό κόμμα (όπως οι Γερμανοί πράσινοι), ένα παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό και όσους ριζοσπάστες αριστερούς καταφέρουν να οδηγηθούν στη βουλή.

Αυτή η πιθανή εξέλιξη θα φέρει σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση τα παραδοσιακά μιντιακά συγκροτήματα της κεντροαριστεράς, αφού θα τα αναγκάσει σε υπαρξιακού τύπου επιλογές:  Γιατί, αν συνεχίσουν να ταυτίζονται με τη δεξιά εναντίον ενός αναδυόμενου κεντροαριστερού συνασπισμού, κινδυνεύουν να απομείνουν χωρίς συνοδοιπόρους.  Σε κάθε περίπτωση το κλασσικό »ραντεβού το Σεπτέμβρη» του παλιού καλού σινεμά, αναμένεται να εξελιχθεί σε ένα »ραντεβού τον κολασμένο Σεπτέμβρη».